Ο νταλικέρης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Για να πω την αλήθεια, όση ώρα έγραφα την ιστορία είχα καυλώσει καθώς αναπολούσα τις ωραίες στιγμές που είχα ζήσει με τον γυμναστή μου, αλλά ίσως και με τον τσοπάνο. Ο ήλιος είχε φτάσει πλέον στη δύση του και το φως ήταν πλέον αχνό. Πέρασα μέσα από ένα οικόπεδο και τελικά βγήκα στην άσφαλτο σε ένα στενό δρομάκι. Δύο από τα σπίτια που ήταν εκεί, είχαν ήδη ανάψει τα φώτα τους. Προχώρησα λίγο ακόμα και βγήκα σε ένα άλλο δρομάκι που ήταν ακόμα πιο έρημο μιας και γύρω υπήρχαν μόνο οικόπεδα με μερικά πεύκα μέσα. Εκεί υπήρχε ένα παγκάκι. Κάθισα και άναψα τσιγάρο. Δεν υπήρχε ψυχή, παρά μόνο μια νταλίκα παρκαρισμένη στην άκρη του δρόμου, κολλητά με το σύρμα της περίφραξης του οικοπέδου. Η απόσταση από εκεί που καθόμουν με την νταλίκα ήταν περίπου 50 μέτρα.

Δεν μπορούσα να διακρίνω εάν υπήρχε κάποιος μέσα ή όχι. Όταν τελείωσα το τσιγάρο μου, το πέταξα και σηκώθηκα να φύγω. Δεν είχα προλάβει να κάνω πέντε έξι βήματα όταν διέκρινα την πόρτα του οδηγού να ανοίγει και κάποιος να κατεβαίνει. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και λόγω της ερημιάς έκανε πάταγο. Ο τύπος είχε στραμμένη την πλάτη στην νταλίκα και από ότι μπορούσα να διακρίνω πρέπει να κατουρούσε το οικόπεδο. Έφτασα στα δεκαπέντε μέτρα όταν πια είχε τελειώσει το κατούρημα και είχε αρχίσει να την τινάζει. Τώρα πλέον περνούσα χωρίς να μπορώ να τον δω, αλλά ούτε κι αυτός εμένα. Δεν είχα προλάβει να περάσω και να φτάσω στο τέλος της νταλίκας και άκουσα μια φωνή να λέει:

-    «Ε, φίλε; Έχεις φωτιά;»

Ο νταλικέρης ήταν λίγα βήματα πίσω από μένα. Γύρισα. Τώρα μπροστά μου είχα έναν ψηλό, γεροδεμένο άντρα, που μου έριχνε τουλάχιστον ενάμισι κεφάλι. Με πλησίασε, είχε μούσι και μουστάκι που έκαναν υπογένειο, το κεφάλι του ήταν σχεδόν ξυρισμένο, το στέρνο του ήταν φαρδύ και γυμνασμένο, όπως και τα μπράτσα του. Το πρόσωπο του είχε αδρά, σκληρά χαρακτηριστικά. Τώρα ήμουν πλέον αρκετά κοντά του με τον αναπτήρα μου στο χέρι, για να του ανάψω το τσιγάρο. Έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα. «Ωραίος γαμιάς. Ω, ρε και να σε στρίμωχνε τώρα...», σκέφτηκα και μια γλυκιά καύλα διαπέρασε όλο μου το κορμί. Χτύπησε το «μαλακό» πακέτο των τσιγάρων, όταν πετάχτηκε η άκρη ενός τσιγάρου. Μου το πρόσφερε λέγοντας:

-    «Βάζεις την φωτιά. Ε, ας κάψουμε ένα μαζί».

Το πήρα και τον ευχαρίστησα. Ανάψαμε, και τελικά πήγαμε να κάτσουμε στο παγκάκι που μόλις προ ολίγου καθόμουν εγώ. Τώρα είχε πλέον σκοτεινιάσει για τα καλά, μόνο το φως του φεγγαριού υπήρχε και έκανε το ξυρισμένο κεφάλι του τύπου να γυαλίζει.

-    «Πάω Ρωσία. Θα ξεκινήσω κατά τις έντεκα από εδώ. Μου αρέσει να ταξιδεύω την νύχτα, δεν έχει κίνηση ξέρεις».

Η φωνή του ήταν μπάσα. Τον ρώτησα διάφορα για τα ταξίδια του κλπ.

-    «Άσε φίλε, βαριά η καλογερική. Καλά είναι τα ταξίδια και η ελευθερία που απολαμβάνει κανείς μακριά από την γυναίκα του ή την γκόμενα του, τέλος πάντων, αλλά άμα έχεις καύλες, το πολύ που μπορείς να κάνεις είναι να βαρέσεις καμιά μαλακία, γιατί οι πουτάνες θέλουν χρήμα. Να τώρα εδώ που κοιμήθηκα λίγο, ξέρεις με τι καύλες ξύπνησα;», μου είπε χαμογελώντας.

-    «Και γιατί κοιμήθηκες εδώ και δεν πήγαινες στην γυναίκα σου;», ρώτησα.

-    «Γιατί από το πρωί ήμουν στο εργοστάσιο και περίμενα να μου το φορτώσουν. Έτσι εάν πήγαινα στο σπίτι, μετά από εκεί, θα έπρεπε να έχω το κουτσούβελο να μη με αφήνει να κοιμηθώ κι εγώ έχω ανάγκη τον ύπνο πριν από το ταξίδι».

-    «Α, έχεις και παιδί. Πόσο χρονών είσαι;», ρώτησα.

-    «Τριάντα πέντε, εσύ; Παντρεμένος κι εσύ;», με ρώτησε.

-    «Είμαι 40 χρονών, και παντρεμένος, αλλά ευτυχώς δεν έχω παιδί», του είπα.

-    «Γιατί ευτυχώς; Δεν σου αρέσουν τα παιδιά;», με ρώτησε.

-    «Δεν ήθελα παιδιά, επειδή γρήγορα κατάλαβα ότι είχα περίεργα γούστα, είπα να μην κάνω παιδί και-»

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την φράση μου και με διέκοψε λέγοντας μου:

-    «Περίεργα γούστα; Τι εννοείς; Για πες…»

Αποφάσισα να του πω τα γούστα μου μιας και τον γούσταρα. Αν μου καθότανε θα μπορούσα να περάσω ένα απίθανο απογευματάκι. Έτσι άρχισα να του λέω…

-    «Μου αρέσει να πηγαίνω με άντρες, και να τον «παίρνω» αλλά και να τον «δίνω». Είναι κάτι που με καυλώνει πολύ».

Με κοίταξε με απορία στην αρχή και μετά μου είπε:

-    «Μάλιστα. Για να λέμε την αλήθεια δεν σου φαίνεται, είσαι τελείως φυσιολογικός. Εγώ για να λέμε την αλήθεια, μου την έχουν πέσει μερικοί, αλλά δεν ξέρω, δεν έχω πάει ποτέ με άντρα. Αν και να σου πω κάτι; Άμα δεν δοκιμάσει κανείς ποτέ δεν πρέπει να λέει όχι, τι να σου πω. Βέβαια αν δοκίμαζα, θα προτιμούσα να γαμήσω μιας και οι γυναίκες δεν δίνουν εύκολα κώλο. Μόνο οι πουτάνες αλλά κι αυτές παίρνουν κάτι παραπάνω και δεν είμαστε για τέτοια. Τώρα άμα γαμήσω κάποιον ίσως αργότερα να δοκίμαζα και το άλλο.. ποιος ξέρει».

Συνεχίσαμε να μιλάμε για αρκετή ώρα πάνω στο θέμα, αλλά δεν έδειχνε να πείθεται για κανένα στα όρθια. Εν μέρει τον καταλάβαινα μιας και δεν είχε δοκιμάσει. Σίγουρα την πρώτη φορά είναι κάπως δύσκολα τα πράγματα. Αν και γούσταρα, δεν προσπάθησα να τον κάνω να πεισθεί. Μόλις είχαμε τελειώσει και το τέταρτο τσιγάρο. Κοίταξα το ρολόι μου, ήταν οκτώ παρά τέταρτο. Σηκώθηκα από το παγκάκι λέγοντας:

-    «Ευχαριστώ για την παρέα. Σου εύχομαι καλό ταξίδι και καλή επιστροφή. Τα λέμε κάποια άλλη φορά».

Σηκώθηκε κι αυτός και καθώς πήγα να κάνω ένα βήμα για να φύγω, με έπιασε από το χέρι λέγοντας:

-    «Δηλαδή, εάν σου έλεγα ότι γουστάρω να κάνουμε κάτι τώρα μαζί θα κάναμε;».

-    «Ξέρεις, εδώ δεν είναι εύκολο, περνάει κόσμος, καταλαβαίνεις. Είναι και η γειτονιά μου και δεν-»

Δεν πρόλαβα να τελειώσω και με σταμάτησε.

-    «Όχι βρε, δεν είπαμε στην μέση του δρόμου. Να, πίσω στο container υπάρχει αρκετός χώρος που είναι κενός φορτίου, έχει και φως μέσα και η πόρτα κλείνει και ανοίγει και από μέσα. Να, μέσα εκεί θα πάμε. Ξέρεις.. δεν ξέρω, αλλά με άναψες. Είχα και κάτι καύλες! Άντε ρε, πάμε».

Δεν χρειαζόταν και πολλά για να με πείσει. Έτσι του είπα:

-    «Άντε πάμε».

-    «Μόνο που είπαμε, θα έχω τον ρόλο του γαμιά, και άλλη φορά βλέπουμε», μου είπε χαμογελώντας.

Ήταν αρκετά ευγενικός κι ας φαινόταν άγριος και σκληρός με την πρώτη ματιά. Άνοιξε την πόρτα του container και σκαρφάλωσε, άναψε το φως και μου έτεινε το στιβαρό χέρι του για να ανέβω. Μύριζε κλεισούρα, αλλά ήταν άνετα. Υπήρχε μάλιστα και ένα «ράντζο» στην άκρη. Έκλεισε την πόρτα και έβαλε μια σιδερένια μπάρα. Τώρα που τον έβλεπα στο φως ήταν πολύ άντρας, πραγματικά πολύ άντρας. Το μόνο που κάπως χάλαγε την όλη του εμφάνιση ήταν η αρκετά μεγάλη μύτη του, αν και λένε ότι όποιος έχει μεγάλη μύτη, έχει και μεγάλη ψωλή. Δεν έμενε παρά να το διαπιστώσω.

Στεκόταν χωρίς να κάνει καμιά κίνηση. Ήταν αμήχανος και έτσι αποφάσισα να σπάσω τον πάγο. Σηκώθηκα στα δάχτυλα των ποδιών μου και του έδωσα ένα φιλί στο λαιμό. Με αγκάλιασε, έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος μου και έχωσε τη γλώσσα του στο μισάνοιχτο στόμα μου. Μου ρούφηξε με πάθος την γλώσσα μου κι εγώ την δικιά του. Με έκανε να αισθανθώ σαν γκόμενα. Άρχισα να του ξεκουμπώνω τα κουμπιά του πουκαμίσου του.. του το έβγαλα. Ήταν υπέροχος! Φαρδύ και γυμνασμένο στέρνο, με αρκετές τρίχες. Πέρασα τη γλώσσα μου ανάμεσα στις τρίχες. Απίθανη αίσθηση. Με έγδυσε και κοιτάζοντας μου είπε:

-    «Πω, πω μανάρι μου! Είσαι σκέτη καύλα! Αν είχες και μακριά μαλλιά θα ήσουνα πολύ γκόμενα! Πω, πω! Άναψα!»

Είχε έρθει η ώρα να μάθω περί μεγάλης μύτης και καυλιού. Δε χρειάστηκε να του κατεβάσω το παντελόνι για να δω πόσο μεγάλο πράγμα είχε. Όταν πήγα να του ξεκουμπώσω το κουμπί του παντελονιού και να του κατεβάσω το φερμουάρ, είδα ένα ερεθισμένο από την καύλα πουτσοκέφαλο να κάνει την εμφάνιση του, και μόλις το ελευθέρωσα στάθηκε όρθιο, τέσσερα δάχτυλα πάνω από τον αφαλό του. Τεράστιο, σκληρό και γεμάτο χοντρές φλέβες. Έσκυψε προς την μεριά που ήταν πεταγμένο το πουκάμισο του, έβγαλε από μέσα ένα κουτί με προφυλακτικά.

-    «Μισό λεπτό, αυτό θα το βάλεις όταν θα χωθείς βαθιά μέσα μου. Τώρα άσε να απολαύσω την γλυκιά δύναμη σου», του είπα και αρπάζοντας το ερεθισμένο και τεράστιο καυλί, το έχωσα στο στόμα μου.

Άφησε το κουτί με τα προφυλακτικά να πέσει από τα χέρια του και έπιασε το κεφάλι μου που κουνιόταν ρυθμικά πάνω στο μεγάλο και χοντρό καυλί του, ενώ συγχρόνως σκεφτόμουν: «Ω, ρε έχεις να βάλεις πάλι μέσα σου χοντρό εργαλείο! Χαρά στα σκέλια μου πάλι». Του τον ρούφαγα, ενώ κάθε φορά που τον έβγαζα από το στόμα μου, περνούσα απαλά τη γλώσσα μου πάνω από τις σκληρές φλέβες του, που τώρα γυάλιζαν από τα σάλια μου. Άρχισε να μου ψιθυρίζει:

-    «Πω, πω! Τι πίπα είναι αυτή! Αχ. δεν αντέχω… Πρόσεξε μη σε πνίξω. Αισθάνομαι έτοιμος να χύσω. Δεν αντέχω. Κάνε με να χύσω.. μη σταματάς. Μετά θα σε γαμήσω. Μη φοβάσαι, καυλώνω εύκολα κι εσύ έχεις τον τρόπο να… χύνω, χύνω! Δεν αντέχω, χύνω!»

Τράβηξα λίγο παραπάνω το πετσάκι και έχωσα το πουτσοκέφαλο όσο πιο βαθιά μέσα στο στόμα μου μπορούσα. Τον είδα να σπαρταράει από καύλα, καθώς μου γέμιζε το στόμα με τρομερή πίεση με τα σπερματικά, πηχτά, υγρά του. Συνέχισα να τον ρουφάω. Δεν είχε χάσει ούτε πόντο από την μεγάλη στύση του, όταν τον άκουσα να μου λέει:

-    «Ακούμπα τα χέρια σου στο ράντζο και σκύψε. Θα σου τον χώσω. όΣο για το προφυλακτικό, γάμησε το, θέλω να αισθανθώ την ζέστη σου, την ζέστη του άντερου σου».

Στηρίχθηκα με το ένα χέρι στο ράντζο, ενώ με το άλλο, άνοιξα το ένα κωλομέρι μου για να τον διευκολύνω να χωθεί όσο πιο βαθιά μπορούσε. Αισθάνθηκα το χοντρό πουτσοκέφαλο να μου πιέζει την ήδη ξεσκισμένη τρύπα μου. Τον άκουσα να μουγκρίζει και να το βυθίζει μέσα στο άντερο μου. Πόνος, καύλα, όλα μαζί ανακατεμένα. Πρέπει να σας πω ότι ήταν λίγο στραβοψώλης με το καυλί έντονα προς τα επάνω. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μου χτυπάει το άντερο.

-    «Ωχ! Τι πράγμα είναι αυτό; Τι καύλα! Τι ωραία που είναι να γαμάς κώλο και να ξέρεις ότι είναι κάποιος άντρας αυτός που γαμάς, κάποιος που όταν γεννήθηκε οι γονείς του κάνανε χαρά που έκαναν αγόρι. Ωχ, έτσι… το αγόρι που έγινε πουτάνα. Έτσι μωρό μου, έτσι. Σπρώξε τον κώλο σου προς την κοιλιά μου. Έτσι… Ρούφα τον όλον μέσα σου. Πω, πω, καύλες! Η γυναίκα μου πονάει και δεν με αφήνει να της το χώσω όλον μέσα στο μουνί. Εσένα σε ξεσκίζω και όμως το ευχαριστιέσαι. Έτσι μωρό μου, έτσι, έτσι, έτσι ναι! Έτσι!»

Του άρεσε να μιλάει από ότι κατάλαβα. Όσο μιλούσε τόσο πιο δυνατά με κάρφωνε. Ξαφνικά άρχισα να χύνω από την καύλα που αισθανόμουν (πάντα μου άρεσε να με κάνουν να χύνω χωρίς να παίζω με τον πούτσο μου. Αισθανόμουν σαν γκόμενα που της ερχόταν οργασμός. Εκείνη ακριβώς την ώρα που έχυνα απανωτά, τον άκουσα να φωνάζει:

-    «Πάρε μωρό μου! Σε χύνω! Σε χύνωωωωω!!!»

Αισθάνθηκα τα χύσια του να μου καίνε τα άντερα. Ήταν καυτά. Συνέχισε να κουνιέται λίγο ακόμα μέσα μου. Ύστερα βγήκε και μάζεψα με τη γλώσσα μου όσα χύσια έσταζαν ακόμα. Είχαν υπέροχη γεύση. Αφού του τον στράγγισα όλον με το στόμα μου, έπιασα την τρύπα μου. Ήταν μουσκεμένη, από αρκετά σπερματικά υγρά και ακόμα έσταζε. Την έσφιξα για να μην αφήσω άλλα από τα υγρά του να φύγουν από μέσα μου. Τα ήθελα εκεί να μου κρατάνε συντροφιά όλη την νύχτα. Πέρασαν δεκαπέντε λεπτά ακόμα. Δώσαμε ραντεβού για την επόμενη Πέμπτη στο ίδιο μέρος.

-    «Ήταν πολύ καλύτερα από ότι μπορούσα να φαντασθώ. Να είσαι καλά μωρό μου! Καληνύχτα».

-    «Και που είσαι ακόμα... θα μάθεις πολλά μαζί μου», του είπα και τον αποχαιρέτησα.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")