Χαράματα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ενοιωθε τον ιδρώτα να κυλάει αργά μέσα στο αυλάκι της πλάτης του, κάτω από το φαρδύ πουκάμισο, καθώς περίμενε με το κλειδί στο χέρι, να φτάσει το ασανσέρ. Πίσω του έστεκε μια μπορνώ σκονισμένη βαλίτσα. Εριξε ένα βλέμμα στον υπάλληλο της ρεσεψιόν. Εκείνος κάτι σημείωνε πίσω από το γκισέ, με το κεφάλι σκυμμένο σε ένα φθαρμένο μεγάλο τετράδιο. Επιτέλους το ασανσέρ έφτασε και στριμώχτηκε μέσα μαζί με την καινουριά του βαλίτσα. Πάτησε το κουμπί για τον όροφο.

Ο θάλαμος σταμάτησε κάπως απότομα με ένα μικρό τράνταγμα. Ανοιξε την πόρτα και βγήκε στο σκοτεινό διάδρομο. Κανένα παράθυρο... Κοίταξε ξανά τον αριθμό στο κλειδί. Το δωμάτιο ήταν ακριβώς απέναντι από το ασανσέρ. Σκέφτηκε πόσο βολικό θα ήταν. Ανοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα. Βρήκε με δυσκολία τον τρόπο να ανάψει τα φώτα με την κάρτα. Δεν ήταν καλός σε κάτι τέτοια. Οταν τα κατάφερε φανερώθηκε ο χώρος, όπου θα ζούσαν τις κοινές στιγμές τους και που έως τότε το έκαναν μόνο με την φαντασία τους. Mέτρησε με το βλέμμα αν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει όσα είχε από καιρό στο μυαλό του, για εκείνη τη στιγμή...

Το δωμάτιο ήταν μικρό αλλά πρόσφατα ανακαινισμένο - καμιά σχέση με τους υπόλοιπους χώρους του ξενοδοχείου. Μοντέρνα έπιπλα, καθρέφτες, φωτιστικά. Μεγάλο και το διπλό κρεβάτι. Ανοιξε τις κουρτίνες να μπει το απογευματινό φως. Ανοιξε την πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι... Η πόλη απλώθηκε μπροστά του χωμένη μες την άνοιξη. Αναρωτήθηκε που να ήταν τώρα εκείνος. Σε ποιά μεριά να κοιτούσε άραγε; Αφησε τη ματιά του να πέσει κάτω στο πεζοδρόμιο. Είδε την είσοδο από κει ψηλά και φαντάστηκε μια σκιά να γλιστρά μέσα της τα χαράματα. Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...

Μπήκε ξανά μέσα, έβγαλε τα ρούχα του και χώθηκε στο μπάνιο για ένα ντους. Κάτω από το νερό, σκέφτηκε ότι έπρεπε να του στείλει μήνυμα, πως είχε φτάσει. Οτι επιτέλους ήταν μαζί στην ίδια πόλη. Οτι σε λίγες ώρες θα συναντιώσουσαν για πρώτη φορά. Βάλθηκε να μετράει μήνες, βδομάδες, μέρες. Πόσο καιρό τον γνώριζε; Δεν έβγαλε άκρη. Ισως γιατί ό,τι είχαν τους προέκυψε αργότερα και είχε έρθει από μόνο του... "Κάτι μήνες" μονολόγησε τελικά και σταμάτησε τους ανούσιους υπολογισμούς, καθώς το νερό γυρόφερνε τον πάτο για να χαθεί στις σκοτεινές τρύπες της βαλβίδας.

"Δωμάτιο 202, 2ος όροφος." Αυτό μόνο έγραψε. Και όταν είδε πως "Το μήνυμα παραδόθηκε" η καρδιά του κόντεψε να πεταχτεί μέχρι έξω στο μπαλκόνι. Θυμήθηκε τους στίχους του τραγουδιού. "Σε ύποπτο ξενοδοχείο, το δίκλινο 202"... Αφησε το βάρος να τον τραβήξει πίσω, πριν κυλήσουν τα δάκρυα πέφτοντας με δύναμη στα άσπρα σεντόνια. Ανοιξε τα χέρια για να αγγαλιάσει το κενό. Σε λίγες ώρες θα αγγαλιάζε εκείνον. Κοίταζε για ώρα, με βλέμμα απλανές στο ταβάνι και σκέφτηκε όλα εκείνα που είχε καταστρώσει για την υποδοχή του. Ηθελε τόσο πολύ η πρώτη τους συνάντηση να ήταν ξεχωριστή. Να ήταν μια τελετουργία ειδικά για εκείνον, κάτι που να μην είχε ξαναζήσει ποτέ του έως τώρα. Γιατί ήταν και αυτός ξεχωριστός. Αυτός, που έκανε την καρδιά του να χτυπάει έτσι δυνατά... Ντουπ, ντουπ, ντουπ...

Το ξυπνητήρι του κινητού χτύπησε αλλιώτικα εκείνο το πρωινό, πιο γλυκά σκέφτηκε. Πετάχτηκε με μιας από το κρεβάτι. Η μέρα που περίμενε με τόση λαχτάρα, επιτέλους είχε φτάσει και μαζί της είχε φέρει και εκείνον μαζί της. Ντύθηκε στα γρήγορα, με ότι είχε από βραδίς ετοιμάσει να φορέσει. Δεν ήθελε να χάσει λεπτό. Πήρε τα κλειδιά και χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Ηθελε να φτάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Να κερδίσει έστω και πέντε λεπτά. Ολα ήταν πιο εύκολα τη μέρα εκείνη. Ευχήθηκε όλες οι μέρες να γίνονταν κάποτε σαν τη σημερινή.

Στάθμευσε το αυτοκίνητο σε ένα παράδρομο κοντά στο ξενοδοχείο και πριν βγει έστειλε το μήνυμα: "Είμαι κάτω, ανεβαίνω". Σκέφτηκε τις λέξεις του να φτάνουν φωτεινά σημάδια στο άλλο κινητό, να τις διαβάζουν τα μάτια του. Δεν μπόρεσε να σκεφτεί τη συνέχεια. Δεν ήθελε κιόλας. Ηθελε μόνο να τη ζήσει! Βγήκε από το αυτοκίνητο, το κλείδωσε βιαστικά και άνοιξε το βήμα του, πριν τον προλάβουν τα χαράματα.

Εστεκε πια, περιμένοντας στο φανάρι με τον γκρίζο όγκο του ξενοδοχείου απέναντί του, έτοιμο να τον ρουφήξει. Απείχε πια μερικά μέτρα μακριά από αυτόν. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί και σήκωσε το βλέμμα ψηλά για να σταθεί εκεί, στον δεύτερο όροφο. Διέκρινε μια αχνή χαραμάδα φωτός να τρέχει στο πλάι της πόρτας. Η καρδιά άρχισε να χτυπά δυνατά και την φαντάστηκε πιο κόκκινη από το χρώμα του απέναντι φαναριού...

Ο νυσταγμένος υπάλληλος στη ρεσεψιόν, κάτι μουρμούρισε πίσω από τα δόντια του για την ώρα, αλλά τον άφησε να περάσει, χωρίς πολλά πολλά. Ο ένοικος στο δίκλινο 202 θα τον περίμενε. Το ασανσέρ του φάνηκε να κάνει έναν αιώνα να φτάσει από τον ορόφό του μέχρι το ισόγειο. Ανοιξε την πόρτα και μπαίνοντας μέσα, κοντοστάθηκε. "Τι ήταν πάλι αυτό εκεί;" Το δάκτυλο έμεινε μεταίωρο μπροστά από το κουμπί. Δίπλα από το καντράν ήταν κολλημένο ένα κίτρινο πόστ ιτ με γραμμένα τρία γράμματα: "SGP". Στους κώδικές τους σήμαινε "Σ\' αγαπώ". Σήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω και χαμογέλασε. Ξαφνικά ήθελε να τρέξει από τις σκάλες να βρεθεί κοντά του και να τον σφίξει στην αγγαλιά του. Οταν επιτέλους έφτασε, έριξε μια ματιά στο είδωλό του στο καθρέφτη του θαλάμου και μια αποφασιστική κίνηση έσπρωξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο. Είδε την πόρτα με τον σωστό αριθμό απέναντί του, στο ύψος των ματιών του. Ηταν μισάνοικτη. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί.

Προχώρησε με διστακτικά βήματα. Ηταν σίγουρος ότι θυμόταν τον σωστό αριθμό δωματίου από το χθεσινό του μήνυμα; Και βέβαια ήταν. Του φάνηκε σαν να ακούει μουσική. Αφουγκράστηκε καλύτερα. Ακουγε πράγματι μια μουσική από το δωμάτιο. Αυτό τον έκανε να σπρώξει απαλά την πόρτα και να βρεθεί μέσα. Δεν ήταν αυτό ακριβώς, που περίμενε να τον περιμένει.

Ο χώρος φωτιζόταν από μερικά κεριά πάνω σε μια κοσνόλα στο βάθος και με μικρές φλόγες που έφεγγαν απαλά πίσω από κάτι χάρτινες κάρτες που ήταν αφημένες στο πάτωμα. Ανάμεσα τους υπήρχαν και χάρτινες πατούσες που του έδειχναν τα βήματα του και τον οδηγούσαν στο βάθος, μπροστά από τα κεριά. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει κάτω από το μπλουζάκι του. Ενοιωσε να ιδρώνει επικύνδυνα. Εσπρωξε μέχρι να κλείσει την πόρτα πίσω του. Εριξε μια ματιά ξανά στο δωμάτιο. Γονάτισε ευλαβικά σχεδόν μπροστά από την πρώτη κάρτα, λες και θα τον έχριζαν ιππότη. Εκείνος παρέμενε άφαντος.

Κρυμμένος μέσα στο μικρό μπάνιο, προσπάθησε να ακούσει τι γίνεται έξω από την πόρτα. Ηλπιζε ότι εκείνος δεν θα την άνοιγε ψάχνοντάς τον. Και δεν το έκανε. Υπολόγισε το χρόνο, και κοίταξε προσεκτικά έξω από το μικρό άνοιγμα. Τον πρωτόδε να στέκεται γονατιστός απ΄έξω, μέσα στο λιγοστό φως και να διαβάζει την πρώτη κάρτα. Προσπάθησε να θυμηθεί τι του είχε γράψει. Δεν κατάφερε και πολλά. Παραιτήθηκε με μιας της προσπάθειας. Ακουσε το τραγούδι που είχε βάλει να παίζει. "Πότε ουρανέ πες μου πότε θα ΄ρθει να με βρει η αγάπη, μέσα από την αυγή, το σκοτάδι πότε θα χαθεί, με ένα χάδι, αχ έλα πιο κοντά. Ουρανέ μου". Ηθελε να βγει από την κρυψώνα, να πέσει πάνω του να κυλιστούν στο πάτωμα, να γίνουν ένα.

Παρακολουθούσε κάθε του κίνηση. Προχώρησε όπως έδειχναν τα σημάδια στο πάτωμα. Εφτασε στην δεύτερη κάρτα. Τον ειδε να σκύβει και πάλι. Να σηκώνεται, να στέκεται όρθιος αυτή τη φορά και να διαβάζει όσα του είχε γράψει. Τον είδε να την γυρίζει και στην πίσω πλευρά της. Μετά ξανά μπροστά. Εδειχνε αναποφάσιστος. Τι να σκέφτεται άραγε; Αναρωτήθηκε. Τον πρόσεξε καλύτερα, έτσι όπως στεκόταν εκεί στο λιγοστό φως του δωματίου. Ευθυτενής, ψηλός, με μαύρα πυκνά μαλλιά, φαρδιά πλάτη. Πρόσωπο δεν μπορούσε να δει, αλλά η θωριά του, τον έκανε να τον θέλει σαν τρελλός. Μέχρι που θα τον έφτανε άραγε στο ύψος, όταν σε λίγο θα στεκόταν μπρος του; Τον παρατηρούσε καθώς η μουσική συνόδευε τη στιγμή. " Χάθηκα εδώ, μες το ψέμα, δως μου εσύ ζωή με ένα βλέμμα. Ελα πιο κοντά..." Τον κοίταζε για να γεμίσει με εκείνον τα μάτια και τη ψυχή του.

Πλησίαζε η στιγμή, σκέφτηκε κοιτώντας τον να στέκεται στην τέλος της διαδρομής, που του είχε ορίσει. Το κορμί του μπροστά στα κεριά, έκανε το φως να λιγοστέψει. Ανοιξε λίγο ακόμα την πόρτα, να βλέπει καλύτερα. Ο ήχος έκανε τον άλλον να γυρίσει μια ιδέα το κεφάλι προς το πλάι. Δεν κοίταξε όμως πίσω του. Εστρεψε πάλι τα μάτια του χαμηλά, ανάμεσα στα χέρια του. Διάβαζε την τελευταία κάρτα. Την άφησε με ευλάβεια κάτω. Δεν κινήθηκε. Θα το κάνει, σκέφτηκε. Ή μήπως όχι; Θα τον εμπιστευόταν; O ίδιος θα το έκανε, αν ήταν στη θέση του; Αναρωτήθηκε. Οι απαντήσεις ήρθαν σύντομα. Τον είδε να απλώνει το δεξί του χέρι, να πιάνει το λευκό κομμάτι υφάσματος που τον περίμενε πίσω από τα κεριά και με αυτό να δένει τα μάτια του...

Aκουσε την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει από το βάθος του δωματίου. Η καρδιά ανέβαζε σταδιακά τους ρυθμούς της. Η ανάσα του δυσκόλεψε λίγο. Ηταν σίγουρος ότι έκανε καλά, που δέχθηκε να δέσει τα μάτια του; Σκέφτηκε ότι στην ουσία έκανε ότι του ζήτησε ένας άγνωστος. Πόσο καλά τον ήξερε; Aλλά την ίδια στιγμή τον εμπιστευόταν. Δεν μπορούσε να είχε πέσει τόσο έξω. Το τραγούδι είχε τελειώσει. Ενα άλλο ξεκινούσε... "Την αλήθεια αν θες να δεις, κλείσε τα μάτια σου. Θα σου φανερωθώ..." Την επόμενη στιγμή τον έννοιωσε κοντά του. Ηταν άραγε πίσω του; Γύρισε απότομα. Δοκίμασε να ανοίξει τα μάτια του κάτω από το ύφασμα. Δεν έβλεπε καλά. Σχεδόν τίποτα. Μόνο λίγο στη μοκέτα δυο γυμνά πόδια. Στέκονταν μπροστά του λοιπόν...

Τώρα που επιτέλους στέκονταν εμπρός του ήξερε πόσο πιο ψηλός ήταν από τον ίδιο. Τελικά του έφτανε λίγο κάτω από τα χείλια του. Τον πρόσεξε καλύτερα. Ηταν πιο όμορφος στην πραγματικότητα από ότι έδειχνε στις φωτογραφίες και στην κάμερα του εμ ες εν. Αν και το "όμορφος" δεν είχε καμιά σημασία, από τη στιγμή που έννοιωθε τόσα πολλά για εκείνον. Είχε έρθει η ώρα για το πρώτο τους άγγιγμα. Απλωσε το χέρι του να βρει το αντικρυνό του. Το πήρε τρυφερά και το απίθωσε σαν κάτι εύθραστο πάνω στο δικό του στήθος, στο μέρος της καρδιάς.

Εννοιωσε την απέναντι καρδιά να χτυπά δυνατά αλλά σταθερά κάτω από το χέρι του. Ηταν το πρώτο τους άγγιγμα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο άλλος δεν μιλούσε. Δεν έκανε τίποτα. Τι άλλο είχε ετοιμάσει; Oλα του είχαν φανεί τόσο... δεν έβρισκε τις λέξεις. Δεν έβρισκε τίποτα. Ηταν παραδωμένος εντελώς. "Δεν αντέχω άλλο, θέλω να σε δω", είπε. Πριν πάρει απόκριση, με μια αποφασιστική κίνηση, πέταξε το μαντήλι από τα μάτια του και έψαξε για τα αντικρυνά, που τα βρήκε να ΄ναι ασάλευτα, μα τόσο φωτεινά, πάνω στα δικά του. Πήρε τότε το χέρι του άλλου και το πέρασε κάτω από το μακώ μπλουζάκι του. "Ακου και τη δική μου καρδιά".

Την άκουσε και έκλεισε τα μάτια για να την νοιώσει δυνατά κάτω από το στήθος. Πίεσε το σημείο με την παλάμη του, λες και φοβήθηκε μην πεταχτεί έξω, έτσι όπως την έννοιωθε να πάλεται κάτω από τη ζεστή σάρκα. Τότε τον ελευθέρωσε από το ιδρωμένο ύφασμα, αφήνοντας τον μόνο με το παντελόνι. Tην επόμενη στιγμή αγγαλιάστηκαν. Πρώτα τρυφερά, μετά δυνατά. Εγιναν ένα, τόσο, που νόμιζαν πως δεν θα καταφέρουν να ξεκολλήσουν ποτέ ξανά ο ένας από τον άλλο. Εκλεισαν και οι δυο τα μάτια για να κρατήσουν μέσα τους την στιγμή αυτή παντοτινά. Το πρώτο εκείνο αγγάλιασμα, κόντρα σε όλα τα εμπόδια, σε νόμους και κανόνες. Ζεστό, δυνατό, λυτρωτικό...

Και μετά ήρθε το πρώτο τους φιλί. Το σμίξιμο χιλίων ανατολών. Οι γλώσσες έτρεχαν αλαλλαγμένες να χωθούν σε στόματα ηδονικά, να δροσίσουν διψασμένα χείλια, να παραδοθούν σε γεύσεις απάτητων τροπικών. Ο ένας χωμένος μέσα στον άλλο, έτσι κύλησαν στο κρεβάτι. Ηταν οι ναυαγοί των σεντονιών. Ηρθαν πλάι πλάι. Κοιτάζονταν κατάματα, προσπαθώντας να πιστέψουν ότι όλο αυτό ήταν αλήθεια και όχι ένα όνειρο που θα έσβηνε στο πρώτο φως. Μπλέκτηκαν τα πόδια. Δέθηκαν τα χέρια τους. Οι ανάσες έγιναν μία. Τα στόματα δεν έλεγαν να χωρίσουν. Δεν χόρταιναν το ένα το άλλο. Αγγαλιάζονταν ξανά και ξανά. Και άλλα φιλιά. Περισσότερες αγγαλιές. Γυμνώθηκαν εντελώς, έχοντας ο ένας την δύναμη του άλλου ανάμεσα στα πόδια τους. Ενοιωθαν πια τόσο δυνατοί, σαν να μπορούσαν να καταφέρουν τα πάντα. Σαν να μπορούσαν ν΄αντέξουν τα πάντα. Δυο μικροί θεοί. "Σε θέλω, αγάπη μου..." είπε ο ένας. "Και εγώ σε θέλω μωρό μου", είπε ο άλλος. Ετσι τους βρήκε η ανατολή. Ενωμένους και αληθινούς...

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")