Το Δώρο του θείου Θανάση

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Μετά το πρώτο ξέσκισμα που έφαγα από το θείο Θανάση και το φίλο του το Σταύρο το νταλικέρη, τα πράγματα στη ζωή μου άλλαξαν. Ζούσα σε μια συνεχή ερωτική παραζάλη. Ο μήνας με το θείο στη Χαλκιδική πέρασε γρήγορα και στο τέλος του είχα μετατραπεί σε ένα υπάκουο πουτανάκι. Ο θείος με ξέσκιζε σχεδόν καθημερινά μαζί με το Σταύρο ή μόνος του. Το ξύλο έγινε απαραίτητο συνοδευτικό για τις καύλες μου, σε σημείο που χωρίς σφαλιάρες ή σαγιοναριές ένιωθα ανολοκλήρωτος… και ο θείος που με είχε ψυχολογήσει καλά δε μ' άφηνε παραπονεμένο. Όλα τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν και έφτασε ο καιρός που γύρισα στο σπίτι καυλωμένος όσο ποτέ και διψασμένος για νέες περιπέτειες.

Στη γειτονιά το κέντρο του ενδιαφέροντος μου ήταν το παλιό καφενείο του κυρ Γιώργου, όπου σύχναζε ο πατέρας μου και όλοι οι υπέροχοι μεσήλικες γαμιάδες των φαντασιώσεων μου. Ο κυρ Γιώργος ήταν ένας 55άρης κοντόχοντρος και μάλλον άσχημος μαυριδερός τύπος που είχε τη συνήθεια να ξύνει συνεχώς τ' αρχίδια του, κάτι που βέβαια τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Καθόταν ως αργά στο καφενείο επειδή είχε χηρέψει πρόσφατα και έπαιζε χαρτιά με τους πελάτες… ααααχ! Αν μπορούσα να μπω κάτω από ένα τραπέζι και να τους έπαιρνα όλους με τη σειρά....

-Κώστα! Πετάξου να φωνάξεις τον πατέρα σου που τον θέλω... στο καφενείο είναι.

Η φωνή της μάνας μου διέκοψε βίαια τις φαντασιώσεις μου. Σηκώθηκα γρήγορα και πετάχτηκα στο καφενείο. Έκλεινε εκείνη την ώρα και ο πατέρας μου ερχόταν προς το σπίτι.

-Αφού σε βρήκα εδώ πάνε πάρε μου τσιγάρα απ' το περίπτερο… μου λέει.

Πήρα τα τσιγάρα και γυρνώντας στο σπίτι πάνω στη στροφή έπεσα πάνω στον κυρ Γιώργο. Με κοίταξε με ένα πονηρό βλέμμα ή έτσι μου φάνηκε και μου λέει:

-Που πας Κωστάκη; Όλο στη γύρα είσαι τελευταία.
-Όχι κυρ Γιώργο σπίτι πάω… του λέω
-Με τέτοιες ζέστες τώρα για θάλασσα είναι μου λέει… και μου κλείνει πονηρά το μάτι... Χαλκιδική μεριά… και γελάει ειρωνικά.

Πάγωσα. Δεν ήξερα τι να πω. Κοκκίνησα σαν παντζάρι. Αλλά αυτός ακάθεκτος μου ρίχνει και τη χαριστική βολή:

-Πάνε τα τσιγάρα στο μπαμπά και έλα μετά από το σπίτι μου, σού ’χω μια έκπληξη… και μην τυχόν και δεν έρθεις γιατί θα πω στο μπαμπά σου για τα πούρα που κάπνιζες εσύ στη Χαλκιδική… μου δίνει μια χαϊδευτική σφαλιαρίτσα και φεύγει.

Έμεινα κάγκελο! Η καύλα πάλευε με το φόβο μέσα μου. Προφανώς ο θείος Θανάσης του είχε πει για τα ξεγυρισμένα γαμήσια που μου έριξε. Και τώρα ο κωλόγερος θέλει να φάει κι αυτός. Όχι ότι με πείραζε αλλά...
Τι να έκανα λοιπόν πήγα σπίτι, έκανα ντουζάκι, είπα στους δικούς μου ότι βγαίνω έξω και ξεκίνησα για το σπίτι του κυρ Γιώργου με ανάμικτα συναισθήματα. Ούτε που κατάλαβα πότε έφτασα. Χτύπησα το κουδούνι δυο φορές. Ο κυρ Γιώργος άνοιξε την πόρτα γρήγορα. Φορούσε ένα τζιν σορτσάκι και μια φανέλα και στα πόδια του τις γνωστές καφέ στρατιωτικές σαγιονάρες που με τρέλλαιναν. Άρχισα να καυλώνω.

-Καλώς την πούστρα μου! Είπε... σε περιμέναμε…

…και πριν προλάβω να πιάσω το νόημα, κλείδωσε την εξώπορτα και με μια δυνατή σπρωξιά με έμπασε στο σαλόνι.... και τότε κατάλαβα… δεν ήμασταν μόνοι. Σε μια πολυθρόνα αραχτός, ήταν ο κυρ Χρήστος, ο γαλατάς της γειτονιάς, ένας 60άρης ασπρομάλλης άντρας με άγριο βλέμμα, ενώ παραδίπλα κάθονταν ο Βασίλης, ένας μελαχρινός 50άρης με παχύ μουστάκι.

-Είδες πούστρα; Ο θείος σου φρόντισε να έχεις παρέα και όταν λείπει, γέλασε ο κυρ Γιώργος και με πλησίασε απειλητικά.
-Αποκλείεται είπα και κινήθηκα προς το παράθυρο..
-Βούλωστο χαμούρα γιατί θα υποφέρεις πιο πολύ αν δεν κάνεις τα γούστα μας… είπε ο Χρήστος… θα σε ξεφωνίσει όλη η γειτονιά...

Ταυτόχρονα ο Βασίλης, που δεν είχε μιλήσει καθόλου, με πλησίασε και μου άστραψε μια απίστευτη σφαλιάρα…!

-Σκύψε πούστρα και άρχισε δουλειά…

Είχα αρχίσει να καυλώνω επικίνδυνα. Ήθελα να φωνάξω ξεσκίστε με αλλά προσπαθούσα να κρατήσω τα προσχήματα. Ο κυρ Γιώργος κάθισε στον καναπέ και μου έκανε νόημα. Γονάτισα μπροστά του και πήρα στα χέρια μου την πατούσα του βγάζοντας τη σαγιονάρα. Ο κυρ Γιώργος χαμογελαστά άρπαξε τη σαγιονάρα και μου είπε:

-Βγάλε τα γυαλιά σου χαμούρα. Πριν προλάβω να σκεφτώ, η πρώτη σαγιοναριά κοκκίνισε το μάγουλο μου. Ούρλιαξα απ΄τον πόνο.

-Όσο ουρλιάζεις, τόσο πιο δυνατές θα τρως πούστη! Γρύλισε ο Βασίλης και βγάζοντας το λουρί του άρχισε να με κοπανάει αλύπητα.

-Καθάρισε τα πόδια του άντρα σου κορίτσι μου… είπε γλυκά ο Γιώργος αφήνοντας την παντόφλα. Άρχισα να γλύφω τη βρώμικη πατούσα, ενώ ο Βασίλης δούλευε τη λουρίδα που όργωνε τα κωλομέρια μου. Τα πόδια του Γιώργου ήταν σκληρά και μύριζαν έντονα αλλά η καύλα μου ήταν απίστευτη. Είχα πάρει όλα τα δάχτυλα και τα πιπιλούσα, όταν αισθάνθηκα δυο χέρια να τραβάνε το παντελονάκι μου προς τα κάτω. Είδα με την άκρη του ματιού μου τον κυρ Χρήστο να τρίβει την τεράστια ψωλή του. Το θέαμα ήταν υπέροχο! Ο Χρήστος έφτυσε στο χέρι του και σάλιωσε την κωλοτρυπίδα μου, ενώ ταυτόχρονα άρπαξα τον ήδη καυλωμένο πούτσο του κυρ Γιώργου στα χειλάκια μου.

-Δώσ’ του καμιά δυνατή ακόμα Βασιλάκη γιατί μπαίνω! Φώναξε ο Χρήστος.

Η λουρίδα έπεσε με απίστευτη δύναμη στα κωλομάγουλα μου. Προσπαθούσα να φωνάξω αλλά η πούτσα του Γιώργου με μπούκωνε. Ο Χρήστος πήρε θέση πίσω μου και μου έπιασε τα βυζάκια μου απαλά στην αρχή, δυνατά στη συνέχεια.

-Φά'τον παλιοπουστάρα!!!

Ούρλιαξε και με κάρφωσε ξαφνικά. Ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται καθώς το υπέροχο αυτό κρεάτινο λοστάρι καρφώθηκε στο κωλάκι μου. Ο πόνος ήταν μεγάλος αλλά η καύλα μεγαλύτερη… Ο Χρήστος άρχισε να μου γαμάει την τρύπα μου όσο πιο άγρια και βαρβάτα μπορούσε. Με ξέσκιζε κυριολεκτικά!

-Άντε να δούμε πως θα κάθεσαι μετά απ' αυτό, παλιοπουτάνα! Μου είπε.

Εντωμεταξύ, η πούτσα του κυρ Γιώργου δεν άντεχε άλλο… ξαφνικά, βγήκε από το στόμα μου και άρχισε να με χύνει στα μούτρα.

-Πάρ’ τα πούσταρε!!! Πάρ' τα χαμούρα!

Τα χύσια του έτρεχαν πάνω στο πρόσωπο μου και προσπάθησα να τα φάω όλα. Είχαν μια υπέροχη ξινή γεύση που με τρέλαινε. Του καθάρισα τον πούτσο καλά και αμέσως τη θέση του πήρε ο Βασίλης. Η πούτσα του μύριζε απίστευτα βαρβατίλα αλλά ήταν χοντρή με τεράστιο πουτσοκέφαλο. Άρχισα να τη γλύφω με όρεξη την ώρα που ο Χρήστος γαμώντας με άρπαξε τη σαγιονάρα και άρχισε να με βαράει στα κωλομάγουλα.

-Φάε πούτσα χαμούρα!!! Φάε να χορτάσεις…!!! Έλεγε…

Σε λίγο, έβγαλε τον πούτσο του από τον κώλο μου και έκανε νόημα στο Βασίλη να αλλάξουνε θέση. Ο Βασίλης με σούβλισε κι αυτός χωρίς καν να με σαλιώσει αλλά η τρύπα μου ήταν πια ορθάνοιχτη. Ο Χρήστος μου τον έδωσε στο στόμα και μετά από δυο τρεις δυνατές γλυψιές τον έβγαλε και άρχισε να με χύνει.

-Πιες το γάλα του γαλατά πούστη! Μην αφήσεις σταγόνα γιατί θα σε ταράξω στο ξύλο!!!

Μια ριπή από χύσια έπεσαν στην πατούσα του. Έσκυψα πιο κάτω και έγλειψα το χύσι από το μεγάλο δάχτυλο ενώ ο Βασίλης συνέχιζε να με ξεσκίζει βογκώντας σαν ατμομηχανή. Ο Γιώργος του έδωσε μια καρφίτσα και γέλασε δυνατά.

-Για να δούμε… είναι καλή ρουφήχτρα η κοπέλα μου;

Ο Βασίλης ακριβώς πριν χύσει με τσίμπησε δυνατά με την καρφίτσα στο κωλαράκι μου. Ούρλιαξα και ο κώλος μου συσπάστηκε έντονα με αποτέλεσμα η πουτσάρα του Βασίλη να αρχίσει να χύνει σαν βρύση στην κολάρα μου.

-Πάρ’ τα πόρνη!!! Πάρ’ τα όλα! Κι εγώ θα πω στο θείο σου τι καλή πουτάνα είσαι!

Φώναζε και μετά έπεσε αποκαμωμένος στον καναπέ. Τους είδα και τους τρεις γαμιάδες μου στη σειρά στον καναπέ αποκαμωμένους και ένιωσα περήφανος για το έργο μου. Ο πούτσος του κυρ Γιώργου άρχισε να σαλεύει...

-Πάμε για δεύτερο γύρο;
-Έλα κοριτσάρα μου… έλα να σε σκίσουμε πάλι….

Όρμησα λαίμαργα πάνω στην ψωλή του...

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")