Στο κελί της φυλακής, παρέα με τον Ζακ

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Στο κελί της φυλακής, παρέα με τον Ζακ.


Και τα δύο πανεπιστήμια με δέχτηκαν στο πρόγραμμα τους και εγώ διάλεξα το Concordia, μιας που το Μόντρεαλ ήταν πιο όμορφη και πιο κοσμοπολίτικη πόλη από το Τορόντο και εξάλλου είχα κάνει αρκετούς νέους φίλους εκεί. Δεν μπορούσα όμως να ξεκινήσω από τον Σεπτέμβριο, αφού δεν μπορούσα να πληρώσω τα δίδακτρα που μου ζητούσαν και ακόμα δεν είχα νέα από την αίτησή μου για την πράσινη κάρτα. Ήμουν σε αδιέξοδο. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνω ήταν να λύσω το οικονομικό μου πρόβλημα.

Εκείνη την Κυριακή στην Ελληνική κοινότητα, είχα οκτώ τεράστια τραπέζια να εξυπηρετήσω και έτρεχα σαν τρελός. Ήταν αδύνατον να δώσω τέλειο service,ακόμα και με τα δέκα πιάτα που έβαζα πάνω στους τεράστιους δίσκους. Και είχα και την αγέλαστη Ελληνοαμερικάνα που είχε έρθει από την Νέα Υόρκη, καλεσμένη στο γάμο της ξαδέλφης της και μέπρηζε συνέχεια με την γκρίνια της. Την κοίταξα σοβαρός και της είπα ότι αν δεν μου χαμογελάσει δεν επρόκειτο να της δώσω την Coca Cola που μου ζήτησε. Με κοίταξε έκπληκτη και μου έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα για το θράσος μου. Στο επόμενο δεκάλεπτο μου το ζήτησε άλλες δυο φορές και όταν της απάντησα «πούνε το χαμόγελο;», μου πέταξε μερικές πολύ άσχημες βρισιές στα Αμερικάνικα. Την αγνόησα και έτρεξα να σερβίρω τους υπόλοιπους καλεσμένους. Μόνο ο ένας από τους δυο μας θα κέρδιζε. Και η Ελληνοαμερικάνα ήθελε πολύ την Coca Cola της.

Την τρίτη φορά καθώς περνούσα από δίπλα της, σηκώθηκε έξαλλη και κλείνοντας μου τον δρόμο μου λέει «καλά ρε δεν ντρέπεσαι λίγο;». Έφερα το πρόσωπο μου κοντά στο δικό της, την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και ανακαλύπτοντας για πρώτη φορά όλους τους δαίμονες που την κυνηγάγανε, της λέω με όλη την τρυφερότητα που με κατέκλισε εκείνη την στιγμή: «Γιατί δεν μου χαρίζεις αυτό το υπέροχο χαμόγελο που ξέρω ότι κρύβεις μέσα σου;». Με κοίταξε αποσβολωμένη, σοκαρισμένη θα έλεγα και ξαφνικά ένα ποταμός γέλιου ξεχύθηκε από μέσα της και μέπνιξε. Όλο το υπόλοιπο βράδυ γέλαγε σαν τρελή. Ήπιε τρεις Coca Cola.

Φεύγοντας με φώναξε, μου έβαλε είκοσι Αμερικάνικα δολάρια στην τσέπη του γιλέκου μου, μου έδωσε την κάρτα της, με κοίταξε γλυκά και χαμογελώντας μου λέει «Θέλω να δουλέψεις στο εστιατόριο μου. Έχω την καλύτερη Diner του Long Island».

Ήταν ίδια όπως την θυμόμουνα, καθώς με είδε ξαφνικά μπροστά της, καθισμένη πίσω από το ταμείο του τεράστιου εστιατορίου της, λίγο καιρό αργότερα. Με αγκάλιασε χαρούμενη και κρατώντας την υπόσχεση της με έβαλε να δουλέψω στην βραδινή βάρδια.

Δεν είχα άλλη διέξοδο. Έπρεπε να πάω στη Νέα Υόρκη να δουλέψω. Η Καναδική visa μου τέλειωνε και δεν θα μου την ανανεώνανε, αφού δεν είχα μπει ακόμα στο πανεπιστήμιο, ώστε να θεωρούμαι φοιτητής. Στο Μόντρεαλ δεν κέρδιζα αρκετά λεφτά, οπότε πως θα πλήρωνα ακόμα και τις 3.000 Καναδέζικα δολάρια που ήταν τα δίδακτρα της χρονιάς για τους Καναδούς υπηκόους; Με το χαρτί της αποδοχής από το Concordia λοιπόν, ζήτησα τουριστική visa για την Αμερική και την πήρα. Δουλεύοντας στην Νέα Υόρκη θα έβγαζα σαν γκαρσόνι πολύ περισσότερα λεφτά, απότι στο Μόντρεαλ σαν βοηθός σε καντίνα εργοστασίου. Εξάλλου το Αμερικάνικο δολάριο άξιζε μιάμιση φορά το Καναδικό. Έτσι με αυτή την κίνηση έλυσα αρκετά προβλήματα και πήρα μια παράταση μέχρι να δω πως θα εξελισσόντουσαν τα πράγματα.

Στον Μάρτιν, τον χοντρούλη, πενηντάρη Εβραίο παιδίατρο που με φιλοξένησε στο τριώροφο μεσοαστικό του σπίτι στο Brooklyn, με σύστησε ο Μιχάλης, πολύ γνωστός δημοσιογράφος και ένας από τους στενότερους φίλους της Σταρ. Πολλές φορές μας καλούσε με τον Σπύρο (τον οποίο συμπαθούσε ιδιαίτερα) στο νεοκλασικό του, στα Άνω Πετράλωνα και περνάγαμε υπέροχα, τρώγοντας καταπληκτικές σαλάτες και πίνοντας υπέροχα κρασιά, κάτω από τον εκατόχρονο φοίνικα στην καταπράσινη αυλή του σπιτιού του.

Και το σπίτι του Μάρτιν είχε ένα υπέροχο κήπο στη πίσω του αυλή. Και σε αυτόν τον κήπο εξελίχτηκαν μερικές από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Ήταν το φθινόπωρο του 1986 και για ένα ολόκληρο μήνα, με περίμενε ο Σπύρος, κάθε βράδυ που γύριζα από το εστιατόριο κατά τις έντεκα η ώρα, έχοντας στρώσει το υπέροχο μαρμάρινο τραπέζι, δίπλα στο σιντριβάνι, με κεριά να φωτίζουν απαλά όλο τον κήπο, καθώς εγώ επέστρεφα φέρνοντας μαζί μου το φαγητό από το εστιατόριο που δούλευα.

Κάθε πρωί πήγαινε να κάνει την πρακτική του σε ένα νοσοκομείο της Νέας Υόρκης δίπλα σε πολύ καλούς φίλους του Μάρτιν και τα βράδια με περίμενε υπομονετικά, κάθε φορά με ένα φτηνό, αλλά πολύ καλό, Χιλιανό, κόκκινο κρασί στο τραπέζι. Και εκείνες τις μέρες του Οκτώβρη αισθανόμουν ότι ήμουν ένας από τους πιο πλούσιους και τυχερούς πολίτες αυτού του κόσμου, καθώς οι μυρωδιές της θάλασσας , ανακατεμένες με αυτές των Υάκινθων και το υπέροχο φεγγάρι που κρεμόταν από πάνω μας, δημιουργούσαν το τέλειο σκηνικό. Η ομορφιά του κήπου και η γλύκα που ακτινοβολούσαν τα μάτια του, καθώς μέπαιρνε αγκαλιά ανεβαίνοντας την σκάλα για να πάμε στο δωμάτιο μας και να κάνουμε έρωτα, δεν μπορεί να περιγραφεί.

Και ήταν μια πραγματική αποκάλυψη για μένα, όταν δεκαπέντε χρόνια αργότερα, που χωρίσαμε οριστικά και άρχισα να κάνω έρωτα με άλλους άνδρες, συνειδητοποίησα ότι δεν χύνουν όλοι οι εραστές ταυτόχρονα. Γιατί πιστέψτε με, όλες σχεδόν τις χιλιάδες φορές που έκανα έρωτα με αυτόν τον άνθρωπο, μέσα σε αυτά τα δεκαεπτά χρόνια της κοινής ερωτικής μας ζωής, ανεξαρτήτως ποιος από τους δυο μας έκανε έρωτα στον άλλο, χύναμε πάντα ταυτόχρονα. Πάντα.

Πέρασε το τρίμηνο της τουριστικής βίζας μου και εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Στο πανεπιστήμιο δεν ήξερα τι να πω, στον Καναδά δεν μπορούσα να επιστρέψω και στην Αμερική ήμουν ήδη παράνομος. Αν με σταμάταγαν για έλεγχο θα μέστελναν πακέτο πίσω στην Ελλάδα. Τελικά έγινε το θαύμα και τέλη Νοεμβρίου μου ανακοινώσανε ότι πήρα την πράσινη κάρτα μου!

Όπως έμαθα κάποιους μήνες αργότερα, είχα σταθεί ιδιαίτερα τυχερός γιατί εκείνη την εποχή οι Καναδοί είχαν ανοίξει τα σύνορα και δεχόντουσαν πιο εύκολα μετανάστες. Είχε προηγηθεί μια έρευνα που έδειχνε ότι οι μετανάστες που έκλειναν είκοσι πέντε-τριάντα χρόνια στον Καναδά, έπαιρναν την σύνταξη τους και γυρνάγανε στις χώρες καταγωγής τους και ο Καναδάς έχανε πληθυσμό. Και για να αναπτυχθεί μια οικονομία χρειάζονται χέρια.

Ο δρόμος για τις σπουδές μου είχε ανοίξει. Γύρισα πίσω στο Μόντρεαλ αρχές Δεκεμβρίου με το τραίνο, φέρνοντας μαζί μου μια τηλεόραση, ένα στερεοφωνικό και 7.500 Αμερικάνικα δολάρια, δηλαδή 10.000 Καναδικά, αφού δούλεψα σαν σκυλί όλους αυτούς τους μήνες, για σχεδόν δώδεκα ώρες κάθε μέρα.

Έπιασα ένα στούντιο στο κέντρο της πόλης, δίπλα στο πανέμορφο πάρκο του Mont Royal, το επίπλωσα με πολύ ωραία και φτηνά κομμάτια από την ΙΚΕΑ και κάλεσα υπερήφανος τα φιλαράκια μου για το πάρτυ εισαγωγής μου στο πανεπιστήμιο.

Είχα συμπληρώσει ένα χρόνο στον Καναδά και για πρώτη φορά αισθανόμουν ότι άρχιζα να ορίζω την μοίρα μου ξανά.

Μέσα στους φίλους που ήρθαν να μου ευχηθούν καλή επιτυχία ήταν και η Άννα., ο παιδικός μου έρωτας, που μόλις είχε φτάσει για τις δικές τις μεταπτυχιακές σπουδές στο Mc Gill.

Με την Άννα ξεκινήσαμε σχεδόν μαζί την πισίνα, στην ίδια ομάδα. Ήταν μια από τις καλύτερες Ελληνίδες κολυμβήτριες.
Την ήξερα από εννιά χρονών παιδάκι. Δέκα χρονών ήμουν εγώ όταν ερωτεύτηκα την συνκολυμβήτρια μου με το γλυκό προσωπάκι, το αγορίστικο κορμάκι και το μικρό σφικτό κωλαράκι!

Μεγαλώσαμε μαζί όλα τα χρόνια της εφηβείας μας, αλλά λόγω του ότι οι πατεράδες μας δεν συμπαθιόντουσαν ιδιαίτερα, μια που ήταν ίδιοι, ποτέ δεν κάναμε ιδιαίτερη παρέα. Ήταν πάντα κάπως ψυχρή και απόμακρη. Και αργότερα, νόμιζα ότι έφταιγε γιαυτό, το ότι ήταν λεσβία..

Μετά από εννιά χρόνια κολύμβησης και καθημερινής επαφής, συνεχίσαμε μαζί τις σπουδές μας στην γυμναστική Ακαδημία. Υπήρχε μια κατανόηση και αγάπη ανάμεσα μας, αλλά ούτε και εκεί έμελε να έρθουμε κοντά εμείς οι δύο.

Όταν όμως έφτασε στο Μόντρεαλ λίγους μήνες μετά από μένα, ήξερα ότι αυτό δεν μπορούσε να είναι τυχαίο. Και όταν, αυτό τον πρώτο χειμώνα της κοινής μας ζωής στο Μόντρεαλ, την έβλεπα να κυκλοφορεί δυστυχισμένη δεν άντεξα και της έκανα επίθεση φιλίας. Έτρεχα πίσω της μέσα στο κρύο και το χιόνι και την παρακαλούσα να μου ανοίξει την ψυχή της και να μου πει τι έχει! Μου φώναζε εκνευρισμένη να την αφήσω ήσυχη, αλλά δεν επρόκειτο να συμβεί αυτό πια.

Γνωριζόμασταν από μικρά παιδιά και τώρα ήμασταν μαζί, μόνοι μας στην άκρη του κόσμου. Ήθελα να μάθω πια τι της συμβαίνει. Και την κυνήγησα αλύπητα, μέχρι που μια μέρα έσπασε και άρχισε να κλαίει στην αγκαλιά μου.

Και την συμπόνεσα και την λάτρεψα για όσα είχε τραβήξει στη ζωή της. Και της άνοιξα και γω την δική μου καρδιά και από τότε γίναμε αυτοκόλλητοι.

Έτσι έμαθα για τον απόλυτα εγωιστή και ανασφαλή πατέρα που την είχε σακατέψει διανοητικά και ψυχικά και την είχε αφήσει να σέρνεται πια στο Μόντρεαλ, είκοσι τριών χρονών κουκλάρα, δυστυχισμένη, παρθένα και ανοργασμική. Και όχι λεσβία, όπως νόμιζα εγώ.

Μετά από λίγο καιρό δεν ήθελα πια να έρχεται σπίτι μου, γιατί κάθε φορά πήγαινα ρετάλι στο πανεπιστήμιο την επόμενη μέρα.

Δεν ξέρω πως τα καταφέρναμε, αλλά κάθε φορά που μέναμε μόνοι μας συζητάγαμε με τις ώρες! Μα τι λέγαμε πια; Ξεκινάγαμε να μιλάμε στις έξι η ώρα το απόγευμα και δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε παρά μόνο όταν ερχόταν η ώρα να πάμε στο πανεπιστήμιο την άλλη μέρα το πρωί! Και αυτό γινόταν κάθε φορά που ερχόταν σπίτι μου. Μα κάθε φορά!

Πως είναι αλήθεια δυνατόν να τα έχεις πει όλα με ένα άνθρωπο και όμως κάθε φορά που βρισκόσαστε, να μην μπορείς να πας για ύπνο, γιατί είσαι too excited με το να συζητάς μαζί του;

Ποτέ δεν μου έχει ξανασυμβεί αυτό με άλλον άνθρωπο και ακόμα αδυνατώ να εξηγήσω το πώς γινόταν και δεν βαριόμασταν ποτέ όσο ήμασταν παρέα.

Και έτσι πήρα τον ρόλο του αγγέλου και προαγωγού της και άρχισα να την διαφθείρω, βρίσκοντας της γκόμενους και ακούγοντας μετά τα κατορθώματα της. Και όταν μετά μου εξομολογιόταν ότι δεν είχε οργασμό μαζί τους, γιατί η ίδια ήταν ψυχρή και ανίκανη, άρχισα να κάνω έρωτα μαζί της, για να της αποδείξω ότι η ίδια ήταν μια χαρά και φταίγανε οι άλλοι που δεν ξέρανε πώς να ικανοποιήσουν μια γυναίκα. Και πιστεύω ότι αν είχα λίγο περισσότερο καιρό μαζί της, εκτός από εκείνη την βδομάδα του Ιούλη, που μετά κατέβηκε στην Ελλάδα, θα τα είχαμε καταφέρει.

Αυτή η πρώτη χρονιά στο πανεπιστήμιο ήταν τραγική για μένα. Λόγω του ότι είχα ξεκινήσει στο μέσον της χρονιάς, αναγκάστηκα να πάρω πέντε μαθήματα και όλα θεωρητικά, μια που τα πρακτικά ξεκίναγαν τον Σεπτέμβριο. Βρέθηκα να παρακολουθώ τις παραδόσεις και να μην καταλαβαίνω τι λέγανε οι καθηγητές μου. Δεν μπορούσα να πιάσω περισσότερο από το 30% από αυτά που διδάσκονταν μες στη τάξη. Και μετά είχα να γράφω συνεχείς εργασίες, βασισμένες πάνω στις παραδόσεις που δεν καταλάβαινα.

Μαύρο δάκρυ. Μέχρι που μια νύχτα που δεν άντεχα άλλο την πίεση και τον πόνο, σκέφτηκα ότι αν υπήρχε ένας Έλληνας η ξένος που πέρασε από παρόμοια κατάσταση και τα κατάφερε, τότε θα τα κατάφερνα και εγώ. Και έτσι αποφασισμένος και με την βοήθεια του Russell, του φίλου μου του χορευτή, που γνωριστήκαμε δουλεύοντας μαζί στην diner του Long Island και που το Πάσχα του 1987 ήρθε να με βοηθήσει, “καθαρίζοντας” συντακτικά τα τελικά μου γραφτά, κατάφερα όχι μόνο να περάσω τις τάξεις, αλλά να πάρω και πάρα πολύ καλούς βαθμούς.

Μπορεί να ήταν ένα πολύ δύσκολο ξεκίνημα, αλλά ήταν και μια μαγική χρονιά. Ήμουν φοιτητής σε ένα πολύ καλό πανεπιστήμιο, το καλύτερο του Καναδά, στον τομέα του κινηματογράφου μαζί με αυτό του Βανκούβερ, είχα την πράσινη κάρτα, είχα το δικό μου σπίτι, είχα χρήματα και νέους φίλους. Και είχα και την Άννα, τον θησαυρό μου.

Και έτσι όταν μπήκε η άνοιξη και ανθίσανε τα λουλούδια και τα δένδρα στο Mont Royal πρασίνισαν και η πλάση όλη ευωδίαζε, εγώ περπάταγα στους δρόμους και χωρίς λόγο τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρια. Και ήταν δάκρυα χαράς όπως είχα ευχηθεί στα είκοσι μου, φεύγοντας δυστυχισμένος από το σπίτι μου.

Γιατί εγώ την ζωή την δοκίμαζα γλύφοντας τα δάκρυα μου.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όταν η κατάσταση έφτανε στο απροχώρητο, κλεινόμουν στο δωμάτιο μου, έβαζα τους Who, τους Kiss και τους Sex pistols στη διαπασών και έκλαιγα με σπασμούς μήπως και εξορκίσω την δυστυχία που παραφύλαγε έξω από την πόρτα μου με την μορφή των γονιών μου. Και τότε μέσα σε αυτή την απόλυτη τραγωδία του πόνου, το πιο παράξενο θαύμα έπαιρνε σάρκα και οστά μπροστά μου.

Το μυαλό μου αποκτούσε μια κρυστάλλινη διαύγεια και απίστευτες σκέψεις το κατέκλυζαν. Και έμενα να κοιτάζω ξαπλωμένος το ταβάνι με ανοιχτό το στόμα , σαν ο Θεός να μίλαγε μαζί μου, ανοίγοντας το μυαλό μου σε σκέψεις και οράματα ανείπωτα.

Ήταν μήπως κάποια χημική αντίδραση που δημιουργούσε ο πόνος και τα δάκρια στον εγκέφαλο μου; Ποιος ξέρει. Εγώ πάντως μετά από κάθε τέτοιο επεισόδιο, έμενα σαν τρελά διεστραμμένος, με ένα χαζό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο σκαμμένο απτά κλάματα πρόσωπο μου.

Και όταν τελικά έφυγα από το σπίτι μου, αυτό ήταν το μόνο που ήθελα να πάρω μαζί μου. Αυτή την ενόραση που μόνο ο βαθύς πόνος μου προσέφερε. Και σε μια αναλαμπή διανόησης, φόβου και θράσους, παρακάλεσα τον Θεό να μην επιτρέψει να ξανακλάψω ποτέ από δυστυχία , αλλά μόνο από ευτυχία. Βλέπετε ήταν ακόμη η εποχή της ανισσοροπίας.

Και ο Θεός έκανε ότι μπορούσε και έκτοτε έχω κλάψει άπειρες φορές από χαρά για την ζωή και δυσανάλογα λίγες από πόνο και πίκρα.

Όταν δυναμώσω και άλλο ίσως δεν θάχω πρόβλημα να τιμάω ισότιμα και τα δύο, μια που η ζωή μας τι άλλο είναι από εναλλασσόμενες χαρές και λύπες, δώρα και τα δύο ανώτερων δυνάμεων στον άνθρωπο.

Το επόμενο καλοκαίρι με φιλοξένησε ο Russell στο σπίτι του και μέβαλε να κοιμηθώ σε ένα κρεβατάκι δίπλα στο δικό του.

Έμενε με τους δικούς του και τον μικρότερο αδερφό του, που δεν συμπαθιόντουσαν ιδιαίτερα, σε ένα μικροαστικό σπίτι, σε μια ωραία καταπράσινη περιοχή στο μέσον του Long Island. Ο ίδιος είχε βρει δουλειά σε μια πολυτελή Diner της περιοχής που την είχαν δυο Κύπριοι.

Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και επηρέασε τα αφεντικά να μου δώσουν καλό πόστο και να δουλεύουμε κοινό ωράριο, ώστε να πηγαινοερχόμαστε μαζί με το αυτοκίνητο του και να μην παιδεύομαι με τις συγκοινωνίες.

Ήμουν πια είκοσι πέντε χρονών και αυτός δυο χρόνια μικρότερος από μένα. Έκανε μοντέρνο χορό και ήταν ψηλός, ξανθός, αδύνατος, gay και ερωτευμένος μαζί μου. Και όταν μια μέρα του έφερα την συζήτηση στους άνδρες, παίρνοντας σαν δεδομένο ότι ήταν gay, δαγκώθηκα ντροπιασμένος όταν κατάλαβα ότι δεν είχε ιδέα ούτε για το ένα και προφανώς ούτε για το άλλο.

Αλλά αυτή η συζήτηση ήταν φαίνεται ο καταλύτης, ώστε ο Russell να συνειδητοποιήσει τελικά ποιος είναι και τι αισθάνεται απέναντι μου. Αυτό όμως δεν έκανε την δική μου ζωή ευκολότερη μαζί του. Το αντίθετο μάλιστα, μιας που εγώ δεν τον έβλεπα ερωτικά, αλλά μόνο ως φίλο.

Παρόλα αυτά κάποια πρωινά που ξύπναγα με τον πούτσο κάγκελο, δεν αισθανόμουν καθόλου άσχημα όταν τα δάχτυλα του εξερευνούσαν το κορμί μου και τα χείλη του αγκάλιαζαν γλυκά την ψωλή μου.

Και ειδικά εκείνο το πρωί που η πούτσα μου ήταν εκατοστά από το πρόσωπο του, χρειάστηκα όλη την δύναμη της θέλησης μου για να μην αδειάσω το περιεχόμενο και το αίτιο της πρωινής μου κάβλας στο στόμα του πιστού μου δούλου, που τον έκανα ότι ήθελα. Το διαισθάνθηκε, με κοίταξε με έκπληξη με τα μεγάλα αθώα γαλανά του μάτια και ασυναίσθητα άνοιξε το στόμα του και έβγαλε την γλώσσα έξω προσμένοντας ανυπόμονα.

Στον αέρα συγκράτησα τις ξανθές σταγόνες και έτρεξα πανικόβλητος στο μπάνιο να αδειάσω το περιεχόμενο των νεφρών μου. Δεν μπορούσα να επιτρέψω να γίνει η σχέση μας τόσο προσωπική και δεν ήθελα η ζωή μου να γίνει πιο πολύπλοκη απόσο ήδη ήταν. Δεν τον έβλεπα ερωτικά και ήθελα να προφυλάξω και τους δυο μας από κάτι που δεν μπορούσε να αναπτυχτεί ισότιμα. Και αισθανόμουν ήδη αρκετά ένοχος που ο Russell μου έδινε πολύ περισσότερα απότι εγώ σε κείνον.

Στο εστιατόριο δούλευα τουλάχιστον ένα δωδεκάωρο κάθε μέρα. Κάθε βράδυ γύρναγα εξουθενωμένος πίσω στο σπίτι και από την υπερένταση δεν μπορούσα να κοιμηθώ παρά μόνο αφού χαλάρωνα καμιά ώρα, ξαπλωμένος στην αιώρα του κήπου, συζητώντας με τον Russell και ατενίζοντας τάστρα που πέφταν στον απέραντο καθάριο ουρανό. Εκείνες τις στιγμές στον κήπο ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.

Και ήταν αυτές ειδικά οι στιγμές, που με βοηθούσαν να γεμίσω τις μπαταρίες μου και να αντιμετωπίσω την επόμενη μέρα σκληρής δουλειάς.

Μέχρι που ένα πρωινό συνέβη κάτι που χαράχτηκε στην μνήμη μου με καυτό σίδερο. Είχα μόλις ξυπνήσει, αλλά δεν είχα ακόμα ανοίξει τα μάτια μου. Ήμουν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Και τότε άκουσα την θεία μου την αδερφή του πατέρα μου να μου φωνάζει κλαίγοντας και με μεγάλο παράπονο «γιατί μας παράτησες παιδί μου; Γιατί μας παράτησες;»

Η αγαπημένη μου θεία, η αδερφή του πατέρα μου, μια πολύ δυναμική γυναίκα (αυτή που η μάνα μου πίστευε ότι της είχε κάνει μάγια), που καθώς δεν είχε καταφέρει να κάνει παιδιά με τον θείο μου τον Κωνσταντινοπολίτη, με είχε μεγαλώσει μέχρι να πάω σχολείο, σαν νάμουν δικό της παιδί.

Και από αυτούς τους δύο αγαπημένους ανθρώπους συγκρατώ τις ωραιότερες αναμνήσεις της ανέμελης, παιδικής μου ηλικίας.

Συνέχισε να επαναλαμβάνει κλαίγοντας γοερά τις ίδιες λέξεις, μέχρι που αισθάνθηκα ξαφνικά να σηκώνομαι περιστρεφόμενος από το κρεβάτι και χωρίς ποτέ να σταματήσουν οι κουβέντες της να ηχούν στα αυτιά μου, άρχισα να πετάω με μεγάλη ταχύτητα, μέχρι που αφήνοντας πίσω μου την στεριά ανοίχτηκα σε μια απέραντη θάλασσα και αναπτύσσοντας όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα είδα μπροστά μου μια άλλη στεριά. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να είχε περάσει μία στιγμή και το ίδιο εύκολα ένας αιώνας.

Και εγώ τρομαγμένος πια, αισθάνθηκα ότι αυτό που γινόταν παραήταν τρελό. Και τότε αντιστράφηκε η φορά μου και άρχισα να ταξιδεύω προς τα πίσω, μέχρι που ξανααντίκρισα την στεριά που είχα αφήσει πίσω μου και συνεχίζοντας έφτασα πάνω από τον αγαπημένο μου κήπο, για να ανοίξω τα πελώρια από την έκπληξη μάτια μου, καθώς προσγειωνόμουν στο κρεβάτι μου. Η καρδιά μου χτύπαγε σαν τρελή, εγώ ήμουνα λουσμένος στον ιδρώτα και κατά κάποιον τρόπο ένοιωθα ότι αυτό που μου είχε συμβεί δεν μπορεί να ήταν όνειρο. Έμεινα αναστατωμένος στο κρεβάτι ανασαίνοντας βαριά και κάποια στιγμή καθώς δεν άντεχα άλλο όρμισα στο τηλέφωνο και κάλεσα την θεία μου. Βγήκε στο τηλέφωνο ο θείος μου και όταν γεμάτος αγωνία τον ρώτησα τι κάνουν, γεμάτος παράπονο μου απάντησε κλαίγοντας

«Γιατί μας παράτησες παιδί μου; Γιατί μας παράτησες;»

Η θεία μου είχε σπάσει το πόδι της στο γοφό και υπέφερε φρικτά. Ήταν πια και οι δυο μεγάλης ηλικίας και έλπιζαν ότι εγώ θα τους φροντίσω στα γεράματα τους. Και τα γεράματα ανελέητα είχαν φτάσει και γω κυνήγαγα τα όνειρα μου και τους είχα αφήσει ανήμπορους πίσω να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, άρχισα να κλαίω γοερά από τις τύψεις που με είχαν κυκλώσει σαν ερινύες. Αφού στέρεψα από τα δάκρυα, σηκώθηκα εξουθενωμένος να πάω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου μήπως και συνέλθω κάπως και όπως σήκωσα τα μάτια μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, ένα άγνωστο ον μου επέστρεψε το βλέμμα και ένα ουρλιαχτό βγήκε από μέσα μου.

Και μέχρι σήμερα δεν έχω δει τίποτα πιο τρομαχτικό από αυτό που αντίκρισα μπροστά μου εκείνη την στιγμή στον καθρέπτη.

Οπισθοχώρησα τρέμοντας στην κρεβατοκάμαρα, αλλά πριν περάσουν πέντε λεπτά δεν άντεξα άλλο και γύρισα πίσω στον καθρέπτη να δω τι ήταν αυτό που είδα και με τρόμαξε τόσο. Έφερα το πρόσωπο μου όσο ποιο κοντά μπορούσα στον καθρέπτη και κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια μου. Αισθάνθηκα ότι για να τα καταφέρω έπρεπε να υπνωτίσω ο ίδιος τον εαυτό μου. Έφτασα κοντά, αλλά ο τρομακτικός άγνωστος δεν ξαναεμφανίστηκε. Η πύλη είχε κλείσει.

Μου πήρε χρόνια για να συνειδητοποιήσω τι ήταν αυτό που είχα αντικρίσει, κοιτάζοντας εκείνη την μέρα του Ιούλη του 87,χωρίς να το θέλω, τον εαυτό μου κατάματα για πρώτη φορά στην ζωή μου.

Το φθινόπωρο με βρήκε πίσω στο Μόντρεαλ με 10.000 Αμερικάνικα δολάρια στη τσέπη. Τώρα πια αναγκαστικά πήρα αρκετά πρακτικά μαθήματα και αυτό σήμαινε λιγότερα γραπτά και περισσότερος ελεύθερος χρόνος για παγωτά στο Swenson\'s. Νιαμ νιαμ! Η κακομοίρα η Άννα πήρε σχεδόν δέκα κιλά αυτό τον καταραμένο γλυκύτατο χειμώνα.. Είχε όμως τεράστια επιτυχία στους Άραβες! O well

Ήταν η πιο ανέμελη χρονιά μου στον Καναδά και οι δύο ταινίες που έκανα στο πανεπιστήμιο, τα πήγαν πολύ καλά. Ε σαν εικοσπεντάρης Έλληνας που ήμουν, διψασμένος για επιβεβαίωση και αναγνώριση, είχα να πω σίγουρα κάτι παραπάνω από τους δεκαοκτάχρονους Καναδούς που τα βρίσκανε όλα έτοιμα από τους γονείς τους.

Ερωτικά βέβαια δεν έκανα τίποτα, μια που ούτε ο κόσμος στα gay bar μου άρεσε, αλλά ούτε και στο πάρκο πήγαινα.. Εξάλλου ο χειμώνας του Μόντρεαλ δεν το έκανε και τόσο φιλόξενο μέρος. Και έτσι έμενα να θαυμάζω τους γυμνούς μιγάδες στις ντουζιέρες του γυμναστηρίου του πανεπιστημίου και να καβλώνω άγρια. Το τι μαλακίες τράβηξα εκείνη την χρονιά για πάρτυ τους δεν λέγεται.

Και έτσι έμεινα με την ανάμνηση των δεκαπέντε ημερών που πέρασα με τον Σπύρο, εκείνο τον Σεπτέμβριο του 87, που ήρθε να μου κάνει παρέα.

Μια μέρα με είχε ξεσκίσει τόσο άγρια που είχα πλημμυρίσει στα αίματα. Ήμουν έξαλλος μαζί του.. Ήταν σαν να με βίαζε. Με γάμαγε απελπισμένα. Τότε όμως δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο σκληρό ήταν για αυτόν να μέχει στην αγκαλιά του, είκοσι-τριάντα μέρες το χρόνο μόνο και πόσο τον εξουθένωνε η αδυναμία του να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Και μισούσε τον εαυτό του γιαυτό.

Παρόλα αυτά τον αγαπούσα πολύ και δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόμο μου, όταν τον έπιασα μια μέρα στο super Market να κλέβει κάτι πολύ ακριβά τυριά. Ήταν τόσο γλυκός. Ακόμα και εκεί ήθελε να μου συμπαρασταθεί.

Δεν έπρεπε να τον παίρνω μαζί μου όταν έκλεβα. Δεν φοβόμουν ποτέ για τον εαυτό μου, έτρεμα όμως μην συλλάβουν τον Σπύρο.

Είχα ξεκινήσει να κλέβω στα Super Market την εποχή που δεν είχα να φάω. Και μετά απλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Ήταν τόσο εύκολο και έπαιρνα την δόση αδρεναλίνης που χρειαζόμουνα.

Έμπαινα στο πρώτο Super Market ψώνιζα ότι φτηνό είχα να πάρω και μετά έμπαινα στο άλλο που ήταν πολυτελείας και πέταγα μέσα στην τσάντα του πρώτου αυτά τα μικρά και πικάντικα αλλαντικά και τυριά που ήθελα να φάω.

Μόνο η Γιάννα πρέπει να έχει φάει, όλα αυτά τα απίστευτα Γαλλικά τυριά που δοκίμαζα κάθε φορά! Μετά από τόσες δοκιμές θα μπορούσα κάλλιστα να γίνω expert δοκιμαστής σπάνιων τυριών!

Είχα ξεκινήσει να κλέβω όμως εδώ και ενάμιση χρόνο και μου είχε γίνει πάθος πια. Όφειλα να το ελέγξω.

Έτσι μια μέρα, καθώς ο ένας μου εαυτός γελούσε χαιρέκακα πετώντας το κλεμμένο Ουγγαρέζικο σαλάμι μες στη τσάντα, ο άλλος έπαιρνε το τυρί Μαδέρας, το μύριζε απαλά και χαμογελώντας αθώα μπροστά στην κάμερα, το άφηνε να πέσει απαλά μέσα στην ίδια τσάντα. Μετά το έπαιρνε χαμπάρι ο κακός και άρχιζαν να πέφτουν οι ψιλές μες στο μαγαζί.

Κόντευα να τρελαθώ. Με είχαν βάλει στη μέση και με βαράγανε! Θεέ μου τι φταίω; Τι αμαρτίες πληρώνω συνέχεια;

Η σκύλα επέμενε να φωνάξει την Αστυνομία! Και δεν έκανε πίσω παρά τις διαβεβαιώσεις και τις παρακλήσεις μου ότι δεν θα επαναλαμβανόταν ποτέ και ότι ευχαρίστως θα πλήρωνα ότι είχα βάλει μέσα στην τσάντα. Οι υπάλληλοι με κοιτούσαν με συμπάθεια και κατανόηση, αλλά η διευθύντρια της ασφάλειας του μαγαζιού ήταν ανένδοτη.

Και όταν άλλαξα ένα γράμμα στο επίθετο μου, ένα χρόνο στην ηλικία μου και ένα νούμερο στη διεύθυνση μου, κατά την κατάθεση μου και αναγκάστηκα να κάνω και το ίδιο στους Αστυνομικούς που ήρθαν μετά και με πήραν με χειροπέδες για να με πάνε στη Ασφάλεια, ήξερα ότι ήμουν in deep shit!

Με ρίξανε μες στο περιπολικό σαν κοινό εγκληματία και εγώ ήμουν έξαλλος με τον εαυτό μου, που επέτρεψε να γίνει αυτό!

Τα είχα τινάξει όλα στον αέρα. Γιατί; Γιατί; Γιατί τόκανα αυτό Θεέ μου μετά από τόσο πόνο και κόπο που μου πήρε να χτίσω την ζωή μου από την αρχή;

Και τώρα απλά θα μου παίρνανε την πράσινη κάρτα και θα με στέλνανε πίσω στην Ελλάδα, για να με στείλουν πακέτο στο στρατό, μιας που ήμουν και λιποτάκτης. Βλέπετε δεν σκεφτόμουν να ξαναγυρίσω ποτέ πίσω στην Ελλάδα.

Γιατί, αν δεν έφευγα εκείνη ακριβώς την στιγμή που έφυγα από την Ελλάδα, γνώριζα ότι δεν θα έβρισκα ποτέ την δύναμη να το κάνω στο μέλλον.

Τάχα κάνει σκατά.

Δεν έπαιρνα ποτέ χαρτιά μαζί μου όταν πήγαινα να κλέψω. Και έτσι οι Αστυνομικοί ήθελαν να περάσουμε πρώτα από το σπίτι μου να πάρω μαζί μου τα χαρτιά μου για εξακρίβωση στοιχείων και μετά να πάμε στην ασφάλεια.

Καθόμουν έξαλλος με τον εαυτό μου και τις δυο τσάντες με τα ζαρζαβατικά μου μέσα στο αμάξι, καθώς κατευθυνόμασταν προς το διαμέρισμα μου. Τα ψέματα μου θα αποκαλύπτονταν και θάχα να αντιμετωπίσω και τις κατηγορίες για ψευδή δήλωση προς τις αρχές.

Πόσο καιρό θα μέχωναν άραγε μέσα; Θα χόρταινα γαμήσι επιτέλους; Θα γινόμουνα το πουστράκι του αρχιεγκληματία των φυλακών η μια κοινή πουτάνα που θα την ξέσκιζαν όλοι καθημερινά; Θα τάβρισκα άραγε όλα τόσο ποιητικά όσο τα βρήκε ο Ζαν Ζενέ η θα προσγειωνόμουν στη φρικτή πραγματικότητα της φυλακής, όπως εκατομμύρια κατεστραμμένοι άλλοι άνθρωποι; Πόσοι Ζαν Ζενέ μπορούν να υπάρξουν άραγε σε αυτόν τον κόσμο, τον λαμπρό, τον μέγα; Τόσα πολλά ερωτήματα, τόσος λίγος χρόνος πριν μου λυθούν όλες μου οι απορίες.

Έσπασα. Βοήθησε μου Θεέ μου και δεν θα ξανακλέψω ποτέ στη ζωή μου, είπα. Δεν υπάρχει λόγος να είμαι τόσο αυτοκαταστροφικός σκέφτηκα. Πρέπει να σεβαστώ επιτέλους λίγο τον εαυτό μου και τους κόπους μου.

Για την ακρίβεια είχα χαθεί μες στη ομίχλη του μυαλού μου… Δεν ήξερα τι σκεφτόμουν. Ήμουν συντετριμμένος. Κάθε δευτερόλεπτο που με ρωτούσαν που να στρίψουν για το σπίτι μου, πλησίαζα όλο και πιο κοντά στην καταστροφή μου.

Και ο εγκέφαλος μου από τον πόνο και την πίεση μπλόκαρε. Και ξέχασα τον δρόμο προς το σπίτι μου. Και έπρεπε να σκεφτώ δύο και τρεις φορές, καθώς με σφυροκοπούσε αφόρητα το κεφάλι μου. Και βλέποντας με σε αυτή την κατάσταση, ο οδηγός του περιπολικού, ακριβώς πριν στρίψει στην τελευταία γωνία πριν το διαμέρισμα μου, μεταμορφώθηκε στον άγγελο φύλακά μου και άλλαξε την μοίρα μου.

Έκανε επιτόπου στροφή, λέγοντας μου ότι μούχει εμπιστοσύνη, ότι τους έδωσα τα πραγματικά μου στοιχεία και με οδήγησε κατευθείαν στην ασφάλεια.

Με έβαλαν σε ένα κελί με σιδερένιες μπάρες γύρω γύρω και ακούμπησαν τις τσάντες με τα ψώνια μου έξω από το κελί, στην άκρη του τοίχου λίγο παραδίπλα.
Έπαθα σοκ!!!

Στο διπλανό κελί είχαν βάλει τον Ζακ, ένα απίστευτο τομάρι, με μια τεράστια ουλή στο πρόσωπο και ένα κορμί πέτρα, γεμάτο τατουάζ. Ντράπηκα να τον ρωτήσω, αλλά ήμουν σίγουρος ότι το λιγότερο είχε σφάξει την μάνα του. Ήταν ένα απίστευτα δολοφονικό αντράκι. Με το ζόρι συγκρατήθηκα να μην τους πω την αλήθεια και τους παρακαλέσω να με βάλουν στην ίδια φυλακή μαζί του.

Μου έπιασε την συζήτηση καθώς με εξέταζε εξονυχιστικά. Τον είχαν πιάσει για ένοπλη ληστεία.

Ήξερα ότι θα με καταλάβαινε και προσευχόμουν να μην το πει.

Δεν πραγματοποιούνται όμως όλες οι ευχές.

«Και σένα γιατί σε πιάσανε;» ακούστηκε η μοιραία ερώτηση.

Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τις δύο πλαστικές τσάντες του Super Market με τα μαρούλια να προεξέχουν και προσευχήθηκα να μην τα δει.

Τσέκαρα την κάμερα στην γωνία του κελιού, του ζήτησα να με συγχωρέσει μισό λεπτό, πήγα και στήθηκα από κάτω της με την φάτσα στον τοίχο, ώστε να μην με καταγράφει και λυτρωμένος άφησα το άηχο σπαρακτικό γέλιο να συνταράξει το κορμί μου.

Μου πήραν ξανά κατάθεση. Δυσκολεύτηκα καθώς προσπαθούσα να θυμηθώ να δώσω τα ίδια ψεύτικα στοιχεία.

Μου έβγαλαν τις καθιερωμένες φωτογραφίες ανφάς και προφίλ, μου πήραν τα δακτυλικά αποτυπώματα και μου έδωσαν την ημερομηνία που έπρεπε να παρουσιαστώ στο δικαστήριο.

Αναρωτήθηκα πια θα ήταν επίπτωση της απουσίας μου από το δικαστήριο, πάνω στην καριέρα του φύλακα αγγέλου μου.

Το ρομπότ δεν ξαναέκλεψε ποτέ. Ήταν πάντα τόσο προβλέψιμο.

Η απορία μου δεν απαντήθηκε ποτέ.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")