Απρόσμενο τρίο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Είμαι ο Θανάσης και αποφάσισα και εγώ να γράψω μια αληθινή ιστορία λίγο πιο πιπεράτη από αυτές που έχω ζήσει...

Ήταν απογευματάκι καλοκαιριού πριν από ενάμιση χρόνο περίπου και με είχε πιάσει μια μανία να μαγειρέψω, όντας εργένης, από το να πάρω delivery (κάτι που συνηθίζω συχνά). Ήταν γύρω στις οκτώ όταν αντιλήφθηκα πως δεν είχα αγοράσει ψωμί. Φόρεσα λοιπόν ένα σορτς και ένα φανελάκι και κατέβηκα στον φούρνο της γειτονιάς. Να σας πω, πως είμαι 29 ετών, αν και δείχνω πιο μικρός, 1.78 αρκετά εμφανίσιμο παιδί με καυλιάρικη φάτσα, ωραίο σώμα και πολύ κοντοκουρεμένα μαλλιά.

Ο φούρνος ήταν λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι μου. Καθώς περπατούσα στο πεζοδρόμιο σκεφτόμενος μόνο το στομάχι μου, παρατήρησα δυο παιδιά, που ήταν ανεβασμένα σε μια μηχανή να με κοιτάζουν. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία γιατί όπως σας είπα το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη την στιγμή ήταν να φάω. Μπαίνω στον φούρνο, αγοράζω μια φραντζόλα και βγαίνω. Αυτή την φορά τα παρατήρησα καλύτερα. Ο ένας ήταν γύρω στο 1.85 γεροδεμένος, με ωραίο αρρενωπό πρόσωπο και ο άλλος ήταν αδύνατος με γυμνασμένο σώμα με πιο γλυκό πρόσωπο και στο ύψος μου. Ήταν γύρω στα 35 και οι δύο.

Συνέχιζαν να με κοιτάζουν, πιο επίμονα από πριν. Αυτή τη φορά τους κοίταξα κι εγώ καθώς προχωρούσα προς το μέρος τους καιόταν πέρασα από μπρος τους, γύρισα το κεφάλι μου μπροστά και συνέχισα. Πριν όμως στρίψω αριστερά στο δρόμο που βρίσκεται το σπίτι μου, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα να δω αν με καρφώνουν ακόμα. Όντως με κοιτούσαν και οι δύο και μάλιστα ο ψηλός, ο αντράκλας, μου χαμογέλασε. «Κοίτα…», σκέφτηκα. «Μου φαίνεται θα βγαίνω πιο συχνά για ψωμί!», και συνέχισα προς την πόρτα της πολυκατοικίας μου. Βάζω το κλειδί στην πόρτα, ανοίγω και με το που μπαίνω, ακούω μια βαριά καυλιάρικη φωνή από πίσω μου να λέει:

-    «Φίλε... ένα λεπτό».

Γυρίζω και βλέπω τον παίδαρο τον ψηλό να είναι ακριβώς πίσω μου.

-    «Καλησπέρα!», μου λέει. «Είμαι ο Γιώργος».

-    «Καλησπέρα!», του απαντώ.

-    «Συγνώμη που σε ενοχλώ. είμαι εδώ με το φιλαράκι μου τον Γιάννη και περιμένουμε ένα φίλο μας ο οποίος μένει εδώ αλλά έχει αργήσει να επιστρέψει από την δουλειά».

-    «Οκ», απαντώ.

-    «Εεε…» συνεχίζει. «Σκεφτήκαμε μήπως θες να ανέβουμε για ένα καφεδάκι. Αν βέβαια μένεις μόνος και δεν σε ενοχλούμε».

Όταν τα έλεγε αυτά, εμένα το βλέμμα μου έπεσε στο φούσκωμα του τζιν του, το οποίο ειλικρινά ήταν τεράστιο και ήθελα δεν ήθελα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το παρατηρήσω. Ο μάγκας το αντιλήφθηκε και άρχισε να χαϊδεύει τον πούτσο του.

-    «Ε; Τι λες; Να έρθουμε για λίγο μέχρι να επιστρέψει ο φίλος μας;», συνέχισε χαμογελώντας πονηρά.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι και πολύ φαν της παρτούζας, πλην ολίγων εξαιρέσεων. Τις περισσότερες φορές, αποσυντονίζομαι και ξενερώνω, ειδικά όταν οι άλλοι δύο είναι ζευγάρι. Αλλά αυτή τη φορά τα δύο παιδιά ήταν καύλα. Ειδικά ο Γιώργος... άντρακλας και όλη η φάση μες στα ποδιά μου, κάτω από το σπίτι μου. Θεόσταλτοι.

-    «Κοίτα να δεις…», του απαντώ. «Μόλις μαγείρεψα και πεινάω. Εξού και η φραντζόλα. Αν γουστάρετε, δώστε μου μια ωρίτσα, να φάω, να χωνέψω και μετά ελάτε να σας κεράσω καφεδάκι και ότι άλλο θέλετε».

Δεν περίμενα να απαντήσει θετικά. Αλλά προς έκπληξη μου, μου λέει:

-    «Οκ κούκλε, μέσα!»

Μου δίνει το τηλέφωνο του και μου λέει:

-    «Περιμένουμε τηλέφωνο. Εμείς να καθίσουμε το πολύ μια με μιάμιση ώρα στον φίλο μας».

-    «Οκ», του απαντώ. «Θα τηλεφωνήσω. Α... και είμαι ο Θανάσης».

-    «Χάρηκα Θανάση. Μια παράκληση μόνο...»

-    «Τι;», τον ρωτώ με περιέργεια.

-    «Μη φας πολύ. Έχουμε να σε ταΐσουμε κι εμείς αρκετό κρέας…», μου απάντησε χαμογελώντας πονηρά, χουφτώνοντας πάλι το πούτσο του πάνω από το τζιν.

Του χαμογέλασα και ανέβηκα τις σκάλες. Για να μην τα πολυλογώ, έφαγα (λίγο) και τους πήρα τηλέφωνο. Μετά από μια ώρα είχα τους δυο καυλιάρηδες στον καναπέ μου, τον Γιώργο και τον Γιάννη. Όπως μου είπαν ήταν από την Χίο, στρατιωτικοί και οι δυο και είχαν έρθει για δυο - τρεις μέρες στην Αθήνα για μια δουλειά.

Τους ρώτησα αν ήθελαν να τους βάλλω κανένα ποτάκι. Απάντησαν ναι και πήγα στην κουζίνα. Επιστρέφοντας με τα ποτά, είδα πως η φάση είχε ήδη αρχίσει... ο Γιώργος ήταν όρθιος με ανοιχτό πουκάμισο, με ένα τέλειο τριχωτό στήθος, καυλωμένες ρώγες τις οποίες έγλειφε ο Γιάννης και μια ελαφριά κοιλίτσα, έτσι ακριβώς όπως μ’ αρέσουν οι άντρες αυτής της ηλικίας. Την προσοχή μου όμως τράβηξε ο όρθιος τεράστιος πούτσος του, κάτω από τον οποίο κρεμόντουσαν δυο στρογγυλά μεγάλα αρχίδια. Έμεινα ακίνητος να κοιτάζω το καυλί του.

-    «Μανάρι, άσε τα ποτά και έλα να πάρεις στο στόμα σου την τεράστια μπανάνα μου!»

Υπό άλλες συνθήκες θα έβαζα τα γέλια, ακούγοντας να αποκαλεί κάποιος τον πούτσο του μπανάνα, αλλά δεν είχα καιρό για γέλια. Έπεσα στα γόνατα και άρχισα να του γλείφω τα αρχίδια σαν υπνωτισμένος. Ήταν τέλεια. Δεν χόρταινα να τα χώνω στο στόμα μου. Ανέβηκα μετά σιγά - σιγά προς τα πάνω, αφήνοντας τα σάλια μου να τρέχουν κατά μήκος του πούτσου του. Ήταν σίγουρα πάνω από 21cm και κυρτός προς τα πάνω. Όντως έμοιαζε σαν μια τεράστια μπανάνα!

-    «Έτσι, σάλιωσε τον καλά, πουστράκο μου, για να σε σκίσει άνετα!» είπε και με πιάνει από το κεφάλι και με σπρώχνει πάνω στο καυλί του.

Τα χείλια μου έφτασαν μέχρι την ρίζα του πούτσου του. Πάλι καλά που είχα χωνέψει, ειδάλλως θα έβγαζα ότι είχα φάει πριν!
-    «Ρε Γιάννη…», λέει στον φίλο του. «Ετοίμασε το κωλαράκι του, να το σκίσουμε».

Ο Γιάννης αφήνει τις ρώγες του φίλου του και έρχεται από πίσω μου. Με βάζει στα γόνατα και μου κατεβάζει το σορτς και το εσώρουχο. Για να τον βοηθήσω, αφήνω για λίγο τον πούτσο του Γιώργου και προσπαθώ να ξεντυθώ.

-    «Μη μωρό μου…», μου λέει ο Γιώργος. «Μην αφήνεις την δουλειά σου. Εσύ θα ασχοληθείς απόψε μόνο με τις πούτσες μας. Όλα τα άλλα θα τα κάνουμε εμείς. Γλείφε! Γλείφε γιατί θα σε αρχίσω στα πουτσοσκάμπιλα!»

Και αρχίζει να με χτυπά στο πρόσωπο με το καυλί του. Ήταν τόσο σκληρό που ένιωθα να με χτυπάνε με σιδερόβεργα! Εντωμεταξύ ο Γιάννης, είχε αρχίσει να μου περιποιείται το κωλαράκι. Μου έκανε ένα τρελό γλειφοκώλι, γλείφοντας με κατά μήκος της κωλοχαράδρας μου, δαγκώνοντας τα κωλομάγουλα μου και ρουφώντας την τρύπα μου. Έχωνε το πρόσωπο του στον κώλο μου και έλεγε:

-    «Γιώργο... δεν έχεις υπόψη σου τι κωλάρα θα γαμήσουμε απόψε! Είναι απίστευτη! Αλλά την βλέπω καιρό αγάμητη και θέλει δουλειά!»

Όντως είχα καιρό να γαμηθώ και το κάνω και σπάνια γιατί δεν βρίσκεις εύκολα καλούς γαμιάδες και δεν γουστάρω να αφήνω τον κώλο μου στην τύχη του καθενός. Μετά από κανένα εικοσάλεπτο γλειψίματος, λέει ο Γιώργος:

-    «Τι έγινε ρε Γιάννη; Εργολαβία το πήρες το κωλαράκι του παιδιού; Είναι έτοιμο;»

-    ‘Βούτυρο το έκανα μαλάκα!», λέει ο Γιάννης. «Έτοιμο για ξέσκισμα».

-    «Σήκω ρε αρχηγόπουλο. Σήκω να φας πούτσα!», μου λέει ο Γιώργος.

Επιτέλους! Είχαν αρχίσει να πονάνε τα γόνατα μου. Με βάζει στον καναπέ, με πιάνει από την μέση, στήνει το κωλαράκι μου και βάζει το αντίχειρα του στην τρύπα μου, η οποία μετά από τόση ώρα γλειψίματος, είχε μουδιάσει και μαλακώσει.

-    «Καλή δουλειά αδερφέ! Τι λες Θανάση; Θα τον ανταμείψεις τον φίλο μου για την περιποίηση του κώλου σου;»

-    «Μετά χαράς!», απαντώ. «Τι λες για ένα τσιμπουκάκι, Νικόλα;»

-    «Ετοιμάσου για πίπα- κώλο καυλάκι!», λέει ο Γιάννης και φέρνει τον πούτσο του στο στόμα μου.

Εντωμεταξύ ο Γιώργος έχει πάρει θέση πίσω από μένα και τρίβει το πούτσο του στον κώλο μου.

-    «Έτοιμος να τον φας μωρό;»

-    «Μμμμμ…», απαντώ μπουκωμένος.

-    «Βγάλτον λίγο από το στόμα σου…», λέει ο Γιώργος.

-    «Ε…;», ρωτώ απορημένος, βγάζοντας τον πούτσο του Γιάννη, από το στόμα μου.

Και με μια απότομη κίνηση μου χώνει όλο το παλούκι του στον κώλο μου με την μια! Μου κόπηκε η ανάσα! Σαν να με έσκισαν στα δυο! Δάκρυσα από το πόνο και άρπαξα ένα μαξιλάρι από τον καναπέ, το δάγκωσα και ούρλιαξα.

-    «Γι’ αυτό μανάρι μου!», είπε χαμογελώντας ο Γιώργος. «Κρίμα θα ήταν να μείνει ο πούτσος του φίλου μου στο στόμα σου…»

-    «Με έσκισες μαλάκα!», του φώναξα.

-    «Έτσι σκίζω τα αντράκια εγώ!», απάντησε. «Υπομονή, σε λίγο θα ζητάς κι άλλο!»

Άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα μου. η έξοδος ήταν αργή και η είσοδος γρήγορη και απότομη. Έπιανε πάτο! Μέχρι και τα αρχίδια του ακούγονταν που χτυπούσαν πάνω μου. Ο Γιάννης φώναζε:

-    «Γάμα του τον κώλο! Σκίσ’ τον, τον καριόλη! Δεν θα μπορείς να κάτσεις μετά το γαμήσι μας!»

Με γαμούσε ένα δεκάλεπτο σε αυτή τη στάση και κάποια στιγμή ένιωσα να επιταχύνει το γαμήσι και να γίνεται πέτρα ο πούτσος του μέσα μου.

-    «Θα χύσω καύλα μου…», μου λέει.

Και έτσι όπως με είχε στα γόνατα, με τραβάει πίσω (Ήταν και αυτός καθισμένος στα γόνατά του) με αγκαλιάζει με τα χέρια του, με σφίγγει στην αγκαλιά του και με καθίζει πάνω στο παλούκι του δυνατά!

-    «Πάρτα πούστη! Σου χύνω τον κώλο!!! Η σειρά σου αδερφέ. Αποτελείωσε τον!», λέει ιδρωμένος στον Γιάννη.

Έτσι όπως ήταν καθισμένος πια στον καναπέ, πιάνει το κεφάλι μου και με ξαπλώνει πάνω
στην ιδρωμένη κοιλιά του.

-    «Γάμησε τον ανάσκελα εσύ!»

Η τρύπα μου πια είχε πάρει φωτιά! Ο Γιάννης είχε μικρότερο πούτσο, αλλά είχε πιο γυμνασμένο σώμα και μεγαλύτερη αντοχή. Βάζει το ένα μου πόδι στον ώμο του, πιάνει το άλλο στον αέρα και αρχίζει να με γαμάει με εντυπωσιακή ταχύτητα, λες και με τρυπούσε κομπρεσέρ! Η αίσθηση ήταν καταπληκτική! Τέτοιο γαμήσι είχα να το κάνω χρόνια!

Η πούτσα του Γιώργου είχε πέσει. Είχε βγάλει το προφυλακτικό και ήταν σε απόσταση αναπνοής από το στόμα μου. Τα χύσια του μου μύριζαν και με καύλωναν ακόμα περισσότερο, που δεν άντεξα και το έβαλα κατευθείαν στο στόμα μου.

-    Ρε μαλάκα, φλέβα χρυσού πετύχαμε! Αχόρταγο το πιτσιρίκι!», λέει ο Γιώργος! «Δεν χόρτασες μωρό μου; Όχι ε; Τώρα θα δεις! Γιάννη, πάμε για ένα διπλό!»

Με το που το άκουσα αυτό, βγάζω τον πούτσο του από το στόμα μου.

-    «Ούτε να το σκέφτεστε! Δεν το έχω ξανακάνει! Ήρεμα παιδιά. Μια χαρά τα πάμε ως τώρα…»

-    «Σκασμός μωρό μου!», λέει ο Γιώργος και με αρπάζει και με καθίζει πάνω στο πούτσο του! «Έλα Γιάννη!»

-    «Όχι είπα!»

Και με αρπάζει ο Γιώργος, με αγκαλιάζει και χώνει την γλώσσα του στο στόμα μου, δίνοντας μου ένα παθιάρικο φιλί. Δεν μπορούσα πια να αντισταθώ καθόλου. Ούτε στα μπράτσα του, ούτε στο φιλί του. Ο Γιάννης σε χρόνο μηδέν ήρθε από πίσω μου και μου πιέζει την μέση τουρλώνοντας το κωλαράκι μου.

-    Κάνε λίγο χώρο ρε!», λέει γελώντας στον Γιώργο.

Τελικά μετά από μια δυο προσπάθειες, κατάφερε και μπήκε μέσα μου. Είχα δυο καυλιά μέσα μου να με γαμάνε και δύο κορμιά να με έχουν αγκαλιάσει. Μου έγλειφαν τα χείλη τα αφτιά, με δαγκώνονταν στο λαιμό στο σβέρκο. Ήμουν στον παράδεισο! Μετά από λίγο ήμασταν όλοι έτοιμοι να χύσουμε. Ξάπλωσα στον καναπέ, χύσανε πάνω μου και άλειψαν το σπέρμα τους σε όλο μου το κορμί.

Αφού κάναμε και οι τρεις ένα πανάκι, κάτσαμε στον καναπέ και ήπιαμε τα ποτάκια μας. Τα παιδιά ήταν μια χαρά! Μάλιστα με κάλεσαν και στην πόλη που έμεναν και στις επόμενες διακοπές που είχα, πήγα και τους επισκέφτηκα. Ήταν και οι δυο αρραβωνιασμένοι, γνώρισα και τις κοπελιές τους και με παρουσίασαν ως παλιό φαντάρο τους.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")