Αύγουστος στην Κεφαλονιά (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Μετά από αυτό το απίθανο βράδυ, το μυαλό μου ήταν καθημερινά και συνέχεια κολλημένο στον πατέρα του Μανώλη. Πέρασε κα μια  εβδομάδα από εκείνη τη βραδιά, στη διάρκεια της οποίας ο πατέρας του έκανε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα κι εγώ τις δυο φορές που με πήδηξε ο Μανώλης είχα την προσοχή μου στην πόρτα του δωματίου για να καταλάβω αν απ’ έξω ήταν εκείνος και έβλεπε. Δεν κατάλαβα όμως τίποτε.

Εκείνη την ημέρα μαζί με δυο ζευγάρια, φίλους της οικογένειας, ξεκινήσαμε να πάμε με φουσκωτά σε μια απόμερη παραλία για μπάνιο και να περάσουμε όλη την ημέρα εκεί. Ήταν κάτι που το σχεδίαζαν μέρες τα ζευγάρια μεταξύ τους. Εκεί πράγματι, ήμασταν μόνοι σε ένα χώρο εντελώς απομονωμένο από το βουνό.

Ήταν ένας κλειστός κολπίσκος ανάμεσα σε δυο σειρές από βράχια που κατέβαιναν από το βουνό και τον έκλειναν σαν ένα αγγλικό "C". Μάλιστα οι άντρες έφυγαν και πήγαν με το ένα φουσκωτό πίσω από τη  μια  σειρά βράχων και έβαλαν μέσα στο νερό κάτι στρογγυλά συρμάτινα καλάθια για να συντηρήσουνε στο νερό κάτι ψάρια που είχαν και καβούρια.

Όλο το πρωί τρελαθήκαμε στο παιχνίδι με τη μπάλα στη θάλασσα και εκεί ο πατέρας του Μανώλη μου έδειξε ότι δεν με είχε βγάλει από το μυαλό του, όταν αρκετές φορές κάτω από το νερό όταν ήμουν δίπλα του, μου έπιανε τον κώλο και μου τον χάιδευε. Αυτό με είχε καυλώσει τρελά. Το μεσημέρι που έπεσαν όλοι για ύπνο, είπα στον φίλο μου να ανεβούμε προς το βουνό για εξερεύνηση και εκείνος με ακολούθησε.

Όταν είχαμε απομακρυνθεί αρκετά και δεν υπήρχε καμία  οπτική επαφή λόγω και των πυκνών πεύκων, σταμάτησα, γύρισα και ρίχνοντας με  μια  κίνηση το μαγιό του κάτω, έπεσα πάνω στον πούτσο του και άρχισα να τον ρουφάω με μανία. Ήμουν τρελά καυλωμένος με τον πατέρα του. Αφού ακολούθησε και ένα πήδημα που απλά έσβησε λίγο τη καύλα μου, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.

Το απόγευμα, μόλις άρχισε να σουρουπώνει, οι τρεις άντρες είπαν να πάνε να πάρουν τα καλάθια με τα ψάρια πίσω από τα βράχια και ρώτησαν αν θέλουμε να πάμε κι εμείς μαζί. Εγώ δέχτηκα αλλά ο Μανώλης είπε ότι βαριόταν και έτσι ξεκινήσαμε οι τέσσερις. Αμέσως μόλις στρίψαμε πίσω από τα βράχια και βγήκαμε έξω σε ένα πολύ μικρό άνοιγμά τους, όπου σχηματιζόταν  μια  ξέρα λίγο μεγαλύτερη από το άνοιγμα του φουσκωτού. Πριν κατέβουμε από αυτό, ο πατέρας του Μανώλη ήρθε και στάθηκε όρθιος μπροστά μου λέγοντάς μου:

-    «Ξεκίνα πουτανάκι. Έχουμε πολύ λίγο χρόνο μπροστά μας και είμαστε τρεις που πρέπει να ικανοποιήσεις».

Εγώ αρχικά έμεινα κάγκελο. Κατακοκκίνισα και άρχισα να κοιτάω αμήχανα,  μια  εκείνον και  μια  τους άλλους δυο που καθόντουσαν ο ένας δίπλα μου και ο άλλος απέναντί μου και μου χαμογελούσαν πονηρά. Ο διπλανός μου, ο Αντρέας, χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι μου είπε να ηρεμήσω, ότι ήξεραν όλοι για τα χαρίσματά μου και ότι όλη την ημέρα περίμεναν πως και πως να έρθει αυτή η ώρα. Μάλιστα με έναν πολύ ευγενικό τρόπο μου είπε ότι θα περάσουμε πολύ όμορφα και να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο. Ταυτόχρονα έσκυψε και άρχισε να με γλείφει και να μου ρουφάει το λαιμό στο πλάι. Εγώ καύλωσα σχεδόν αμέσως και έκλεισα τα μάτια απολαμβάνοντας τη γλώσσα του στο λαιμό μου.

-    «Άνοιξε το στόμα σου!», ακούω τον πατέρα του Μανώλη.

Ανοίγω τα μάτια μου για να δω τον καυλωμένο του πούτσο, μπροστά στο στόμα μου. Τα ένστικτά μου και η καύλα μου με έκαναν να ξεπεράσω κάθε αναστολή και στο επόμενο λεπτό κατάπινα τον υπέροχο πούτσο του με απίστευτη πείνα. Την ίδια στιγμή ο Αντρέας δίπλα μου κατεβάζει το μαγιό του και βάζει το χέρι μου πάνω στον μισοκαυλωμένο του πούτσο για να του τον παίξω. Πολύ γρήγορα ήταν κι αυτός σε πλήρη έκταση ενώ ο τρίτος της παρέας είχε έρθει και αυτός να σταθεί δίπλα στον πατέρα του φίλου μου και να μου δώσει και τον δικό του πούτσο στο άλλο μου χέρι.

Ήμουν σε πλήρη έκσταση και οι αντιδράσεις μου ήταν μηχανικές, σαν να καθοδηγούνταν από κάποιον άλλο. Σαν να μην είχα καν τον έλεγχό τους. Με σήκωσαν από εκεί που καθόμουν και με έβαλαν να πέσω μπρούμυτα με την κοιλιά πάνω στο πλαϊνό του φουσκωτού, με το μισό μου σώμα μέσα και το άλλο μισό έξω. Ένας κάθισε μπροστά μου και πιέζοντάς με από τον σβέρκο με έβαλε μέσα στα αρχίδια του να του τα ρουφάω και να τα γλείφω, ενώ με σκαμπίλιζε με τον πούτσο του.

Πίσω μου ένιωσα το μαγιό μου να βγαίνει, τα πόδια μου να ανοίγονται και σχεδόν αμέσως ένα κορμί να πέφτει πάνω στην πλάτη μου με έναν πούτσο να χώνεται μέσα στη χαραμάδα του κώλου μου. Χέρια μου άρπαξαν τα κωλομάγουλα και μου τα άνοιξαν διάπλατα και ένα πουτσοκέφαλο άρχισε να με διαπερνά αργά και σταθερά. Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολα, σιγά - σιγά όμως βρήκαμε ένα ρυθμό και απολάμβανα ένα υπέροχο γαμήσι από τον κώλο και έναν ωραίο πούτσο στο στόμα ταυτόχρονα. Ο Αντρέας πάνω μου με πήδαγε με μανία βαριανασαίνοντας και λέγοντας πόσο υπέροχο σφιχτό κώλο είχα ενώ ο πατέρας του φίλου μου έλεγε συνέχεια:

-    «Είδατε που σας τα έλεγα μαλάκες και δε με πιστεύατε;»

Ο Αντρέας άρχισε να αυξάνει τον ρυθμό του και να χτυπάει με τρέλα τα αρχίδια του πάνω στα κωλομέρια μου, ενώ έπεφτα με μανία πάνω στον πούτσο μπροστά μου αφήνοντάς τον να φτάνει βαθιά στον λαιμό μου.

-    «Μαλάκες, τι κώλος είναι αυτός; Το έχω ανοίξει το πουτανάκι για τα καλά! Με ρουφάει μέχρι τα αρχίδια!»

-    «Κάτσε να τον πάρω κι εγώ ρε μαλάκα…», λέει ο πατέρας του φίλου και αντικαθιστά στον κώλο μου τον Αντρέα.

Πέφτοντας με όλο του το βάρος πάνω στην πλάτη μου, με άρπαξε από τους ώμους και άρχισε σαν τρελός να μου καρφώνει την κωλοτρυπίδα ανοίγοντάς την ακόμα περισσότερο. Αφού με σφυροκόπησε για μερικά λεπτά με αυτό τον τρόπο, βγήκε από μέσα μου, με σήκωσαν πάνω, με γύρισαν να τους κοιτάω και με έβαλαν να κάτσω πάνω στον σαλιωμένο από το τσιμπούκι μου πούτσο του Βασίλη, ο οποίος έφτασε με μεγάλη ευκολία κατευθείαν όσο βαθύτερα μπορούσε μέχρι τα αρχίδια του να σταματήσουν κάτω από τα δικά μου.

Ο πατέρας του Μανώλη ήρθε και μου τον έβαλε στο στόμα, ενώ ο Αντρέας άρχισε να μου παίζει τον πούτσο με μανία. Μέσα σε λίγα λεπτά βογκούσα και έχυνα σαν τρελός με έναν πούτσο στο στόμα και έναν στον κώλο.

-    «Σπρώξε τον πάνω στο Βασίλη ρε μαλάκα και ανέβα πιο ψηλά να μου κάνεις κι εμένα χώρο. Δε μπορώ να σας βλέπω κι εγώ να μην κάνω τίποτα. Θέλω να του γαμήσω κι εγώ την κωλάρα, έτσι όπως είναι ανοιγμένη τώρα!», λέει ο Αντρέας.

Με σπρώχνουν να ξαπλώσω με την πλάτη πάνω στο στήθος του Βασίλη, του οποίου ο πούτσος είναι μέσα μου μέχρι πάτο. Μόλις το κεφάλι μου πέφτει δίπλα στο δικό του, αρχίζει να μου γλείφει, να μου δαγκώνει και να μου ρουφάει τον λαιμό, ενώ ο πατέρας του φίλου μου καρφώνει τον πούτσο του μέχρι το λαρύγγι μου και αφήνει τα αρχίδια του πάνω στο σαγόνι μου, ερχόμενος εντελώς πάνω από το πρόσωπό μου, όρθιος.

-    «Θέλω να τη γαμήσω κι εγώ την πουτάνα! Δεν αντέχω άλλο…», λέει ο Αντρέας.

Και τότε αισθάνομαι το πουτσοκέφαλο του δίπλα στον ήδη χωμένο στον κώλο μου πούτσο του Βασίλη. Στην πίεση αυτή, η λιωμένη και ανοιγμένη κωλοτρυπίδα μου άρχισε να υποχωρεί και μέσα από πολλά μπουκωμένα δικά μου βογγητά, ήρθε αργά και σταθερά να στριμωχτεί μέσα μου μαζί με τον πούτσο του Βασίλη. Είχα και τους τρεις μέσα μου. Άφησαν μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν, μέχρι να συνειδητοποιήσουν ακόμα και οι ίδιοι τι είχε γίνει και τότε ξεκίνησε ένα τρελό απίστευτο γαμήσι.

Ένας μικρόσωμος πιτσιρικάς, εξαφανισμένος ανάμεσα σε τρία τριχωτά κορμιά μεγαλόσωμων σαραντάρηδων που είχαν το δικό του κορμί σε πλήρη έλεγχο, αφού το είχαν καρφωμένο από παντού. Ήταν απίστευτος ο τρόπος με τον οποίο σιγά - σιγά ο κώλος μου ανοίχτηκε πλήρως και δέχτηκε μέσα του και τα δυο καυλιά, σε τέτοιο σημείο που όταν απέκτησαν ρυθμό και άρχισαν να μπαινοβγαίνουν ταυτόχρονα, τα ρουφούσε μέσα του από μόνος του.

Για κάποια λεπτά βόγκαγαν από πάνω μου και με πηδούσαν ανελέητα, ενώ ήδη σχεδίαζαν το που, πως και πόσοι θα με πηδήξουν ταυτόχρονα την επόμενη φορά. Όλο αυτό δεν κράτησε πολύ. Μετά από μερικά λεπτά με είχαν χύσει και οι τρεις. Όταν σηκώθηκα να βάλω το μαγιό μου, χύσια άρχισαν να τρέχουν μέσα από το κώλο μου πάνω στα μπούτια μου, ενώ στο στόμα μου είχα γεύση από γλυκόξινο χύσι.

Όταν φτάσαμε πίσω δικαιολόγησαν τη καθυστέρησή μας με  μια  βλάβη της μηχανής. Η αλήθεια ήταν ότι δεν μπορούσα να περπατήσω και πολύ άνετα και έτσι πήγα κατευθείαν και κάθισα κάπου χωρίς να μιλήσω. Τότε ήρθε και έσκυψε μπροστά μου η μάνα του Μανώλη και μου ψιθύρισε στο αφτί:

-    «Σκούπισε τα μπουτάκια σου μανάρι μου και πήγαινε βγάλε το μαγιό σου να βάλεις το σορτσάκι σου».

Για άλλη  μια  φορά έμενα άγαλμα. Μόλις απομακρύνθηκε κοίταξα στα πόδια μου και είδα χύσια πάνω στα μπούτια μου, ενώ το μαγιό μου κάτω από τη κωλοτρυπίδα μου ήταν μούσκεμα. Σηκώθηκα να αλλάξω όσο πιο διακριτικά μπορούσα, όμως είδα τη μάνα του πως με κοίταζε με ένα περίεργο χαμόγελο στα χείλια. Μου έκανε εντύπωση, όμως όλα θα εξηγούνταν στο μέλλον…


Σημ.: Η συνέχεια της ιστορίας είναι στην κατηγορία: Αμφισεξουαλικές Ιστορίες - 3ο μέρος

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")