Κάποτε μέσα σε ένα λεωφορείο, ο Σαμίρ...

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Η αγαπημένη μου θεία, με έβαλε να κοιμηθώ στο διπλό της κρεβάτι, παρόλες τις αντιδράσεις μου. Και αυτή η υπέροχη γυναίκα-θυσία, πήγε να κοιμηθεί σε ένα μικρό μονό κρεβατάκι, σένα από τα τόσα δωμάτια του τεράστιου σπιτιού τους στο Laval και έβαλε τον άνδρα της να κοιμηθεί σένα άλλο μικρό δωματιάκι. Τι γλυκιά και φιλόξενη γυναίκα που ήταν!

Και πόσο έπαιρνε το μέρος μου, λίγο καιρό αργότερα, όταν τα ξαδέρφια μου γυρνάγανε μεθυσμένα τα βράδια και απειλούσαν ότι θα πλακώσουν στο ξύλο την πουστάρα που τους έτρωγε το φαγητό και που πέταξε τους γονείς τους έξω από το νυφικό τους κρεβάτι! Κι εγώ έκλαιγα πικρά, χωρίς να ξέρω ότι ήταν αυτή η γλυκιά γυναίκα, που άνοιγε τα γεμάτα αγάπη γράμματα του Σπύρου, όσο έλειπα στη τάξη Αγγλικών του πανεπιστημίου και που φρόντισε να πάρει τους γονείς μου και με πολλή μεγάλη της λύπη να τους ανακοινώσει τα θλιβερά τούτα νέα...

Γιατί, τι στο Διάολο νόμιζε ότι έκανε το θλιβερό αυτό σκουπίδι, με το να έρθει σε αυτή την γαμημένη χώρα και να τολμήσει να πιστέψει ότι θα μπορούσε να σπουδάσει μόνος του στο πανεπιστήμιο, κάτι που οι δυο της γιοι και η μια της κόρη, παρόλα τα λεφτά τους και τις θυσίες που είχε κάνει για αυτούς, όλα αυτά τα χρόνια, δεν θα κατόρθωναν ποτέ.

Η κόρη η μονάκριβη, η χιλιοπαινεμένη, η κόρη η παρθένα, η νέα Ζαν Νταρκ, που έβριζε πουτάνα μπροστά της, την γκόμενα του μαλάκα, του μικρού της αδερφού, που τόλμαγε να γαμιέται μαζί του στο δωμάτιο τους, χωρίς πρώτα να τον παντρευτεί. Και όσο για τον άλλο, τον μεγάλο, τον γαμιά, τι να πει κανείς που η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη, σαν εργάτης συνεργείου και καθημερινός θαμώνας των μπιλιαρδάδικων του Laval, όπου μπεκρόπινε και μονίμως ήταν άφραγκος, αφού έχανε συνέχεια όλα τα λεφτά του στα στοιχήματα που έβαζε. Τον σύζυγο της βέβαια, αυτό το υπόλοιπο ανδρός, δεν ανεχόταν πια ούτε να την αγγίζει, οπότε ο πούστης ανιψιός της πρόσφερε τo τέλειο άλλοθι που ζητούσε για να τον ξεφορτωθεί απτό κρεβάτι της.

Δεν την λυπήθηκα καθόλου όταν λίγα χρόνια μετά έλιωσε απ’ τόν καρκίνο που κατασπάραξε το κορμί της. Όσο γι’ αυτό ας απολογηθώ εγώ στο Θεό μου όταν έρθει η ώρα. Δεκτό το τίμημα.Τότε όμως πόνεσα φρικτά.

Μετά από μια πολύ πετυχημένη συνέντευξη (τι το 'θελα;) στο πανεπιστήμιο, με είχαν βάλει να παρακολουθήσω την advance course, των Αγγλικών, όπου ελάχιστα πράγματα καταλάβαινα. Και καθώς γύρναγα πίσω στο σπίτι στις δέκα το βράδυ, μετά από μιάμιση ώρα ταξίδι με λεωφορεία και μετρό, παγωμένος και εξουθενωμένος από το ασυνήθιστο κρύο, έπρεπε να κάθομαι ξύπνιος μέχρι τις τρεις η ώρα το πρωί κάθε νύχτα, μόνο και μόνο για να βρω και να αντιγράψω τις άγνωστες λέξεις του κειμένου. Και έκλαιγα από την πίεση και την απόγνωση, όπως πολύ λίγες φορές είχα κλάψει στη ζωή μου. Και σε όλη αυτή την κατάσταση, είχα να αντιμετωπίσω και τις σκευωρίες της αγαπημένης μου θείας. Αχ ρε θεία... ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει.

Στον μήνα πάνω έφυγα και έπιασα μια μικρή γκαρσονιερούλα, με ένα κρεβατάκι και ένα τραπέζι πού έτρωγα και το χρησιμοποιούσα και σαν γραφείο. Και τα τρεις χιλιάδες δολάρια με τα οποία έφτασα στον Καναδά, τέλειωναν με τρομερή ταχύτητα κι εγώ άρχισα να πεινάω. Θα μπορούσα να τα παρατήσω και να γυρίσω πίσω. Αλλά δεν θα 'δινα σε κανένα την ικανοποίηση να γελάσει με την αποτυχία μου. Προτιμούσα να πεθάνω θαμμένος μες στα χιόνια παρά να γυρίσω πίσω. Κι αυτό το πλήρωσα ακριβά, οδεύοντας ολοταχώς προς την νέμεση μου.

Την μέρα των γενεθλίων μου στις 17 του Απρίλη του 1986, καθώς έμπαινα στα είκοσι πέντε μου και είχα ήδη τελειώσει την τάξη των Αγγλικών που ήμουν υποχρεωμένος να παρακολουθήσω, είχα μείνει με εκατόν πενήντα δολάρια στην τράπεζα. Δεν θα είχα ούτε το επόμενο νοίκι να πληρώσω. Τι είχα κάνει πάλι Θεέ μου; Τι είχα κάνει; Πως ήταν ποτέ δυνατόν να πιστέψω ότι θα μπορούσα να πάω στην Αμερική και να σπουδάσω μόνος μου χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά, όταν μόνο τα δίδακτρα για τους ξένους φοιτητές ήταν 15 με 18.000 δολάρια το χρόνο;

Το κορμί μου κατέρρεε. Δεν ήξερα να μαγειρεύω τίποτα. Έπαιρνα πάντα τα ίδια μπριζολάκια που τα έβαζα στην ψηστιέρα και τα έτρωγα μισοψημένα. Και όταν το στομάχι μου αρνιόταν να τα κατεβάσει πια, άρχισα να φτιάχνω σάντουιτς. Και όταν, ούτε αυτά τα δεχόταν πια, αφού η μοναξιά και η δυστυχία είχαν κλείσει το στομάχι μου, στράφηκα στις σαλάτες. Μέχρι που μερικές μέρες μετά ούτε αυτές μπορούσα να τις βάλω στο στόμα μου και τότε άρχισα να σβήνω.

Τρεις φορές λιποθύμησα στα χέρια του Σπύρου, τις πρώτες μέρες που είχε έρθει σαν άγγελος Κυρίου να με πάρει υπό την προστασία του και να με ταΐσει με τα ίδια του τα χέρια απλό ζουμί κότας. Και σιγά - σιγά τρώγοντας μόνο σούπες άρχισα να στήνομαι πάλι στα πόδια μου. Και χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια βδομάδα για να μπορέσω να βρω την δύναμη και να κάνω πάλι έρωτα μαζί του.

Και κάθε βράδυ με κράταγε σφικτά στην αγκαλιά του και ήμουν πάλι στον παράδεισο. Και πάντα, οι στιγμές που κοιμόμασταν αγκαλιά όλα αυτά τα χρόνια που κράτησε η σχέση μας, είναι χαραγμένες στην μνήμη μου σαν οι πιο αγαπημένες μου στιγμές μαζί του. Μια χορωδία γυμνών σωμάτων, τέλεια συγχρονισμένων μέσα στο κενό του χρόνου. Μόλις τώρα αρχίζω να συνειδητοποιώ την ομορφιά των δύο κορμιών που άλλαζαν πλευρό ταυτόχρονα, αλλεπάλληλες φορές μέσα στην νύχτα, λες και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα μυστικό κώδικα.

Ένα μήνα έκατσε κοντά μου και κατάφερε να με ξαναστήσει στα πόδια μου. Και τότε εμφανίστηκε ο Μανώλης, που έκανε το PHD του στο Mc Gill και είχε πάρει την Καναδική υπηκοότητα και μου 'πε ότι όσοι ξένοι παίρνουν πράσινη κάρτα μπορούν να σπουδάσουν πληρώνοντας τα δίδακτρα που πληρώνουν οι Καναδοί υπήκοοι. Δηλαδή 3.000 δολάρια και όχι 15.000 που έπρεπε να πληρώσουν οι ξένοι. «Και πως ρε Μανώλη θα πάρω εγώ την πράσινη κάρτα;», τον ρώτησα. «Όπως την πήρα κι εγώ», μου απαντάει.

Και ο Σπύρος πήγε στο μαγαζί που πηγαίναμε και τρώγαμε παρεΐτσα, εκεί στην Πανόρμου και ζήτησε από τον εστιάτορα να του δώσει μια βεβαίωση ότι δούλευα πάνω από τρία χρόνια σαν μάγειρας Ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας στο εστιατόριο του. Εγώ που δεν ήξερα ούτε καν αυγά να βράζω! Και ο καλός ο άνθρωπος του έκανε την χάρη, γιατί συγκινήθηκε από την ιστορία μου.

Κι εγώ έκανα την αίτηση της πράσινης κάρτας και είχα ήδη έτοιμη την προσφορά εργασίας από ένα άλλο Ελληνοκαναδό εστιάτορα, φίλου του Μανώλη, που χρειαζόταν τι άλλο; Μα φυσικά, μάγειρα Ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας! Ταυτόχρονα μια που δεν μίλαγα Γαλλικά και δεν μπορούσα να ζητήσω δουλειά σαν γκαρσόνι, πήρα σβάρνα όλα τα Ελληνικά εστιατόρια του Μόντρεαλ και σε ένα από αυτά κοντά στο λιμάνι, στην παλιά πόλη, μου πρόσφεραν δουλειά σαν βοηθό σερβιτόρου.

Δούλευα σαν το σκυλί. Έκανα όλη την δουλειά. Έδινα στις παράξενες Αμερικάνες ότι μου ζήταγαν. Από πιπέρι, οδοντογλυφίδες, λάδι, ξύδι και νερό, μέχρι μπικουτί, ταμπόν και προφυλακτικά. Τους πήγαινα τις σούπες, τις σαλάτες, τον καφέ και τα γλυκά και ύστερα μάζευα όλα τα πιάτα, τα ποτήρια και τα μαχαιροπήρουνα μέσα σε τεράστιες μπασκέτες. Και τελευταίο ερχόταν το γκαρσόνι και μάζευε το πουρμπουάρ. Τα βράδια δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τους φρικτούς πόνους στη μέση μου. Καθόμουν όλο το βράδυ και κοίταζα με αγωνία το ταβάνι. Δύο μήνες άντεξα το μαρτύριο, μέχρι που ένας φίλος μου βρήκε δουλειά γκαρσονιού στα δείπνα των γάμων της Ελληνικής κοινότητας, που γινόντουσαν κάθε σχεδόν σαββατοκύριακο.

Πλούσια τα ελέη του Θεού. Το ένα πιάτο πίσω απτό άλλο και όταν τέλος ερχόντουσαν οι τεράστιες μπριζόλες, οι μισοί δεν είχαν καν την δύναμη να τις αγγίξουν. Και όταν τις έπαιρνα πίσω στην κουζίνα, μυστικά γιατί απαγορευόταν να φάμε οτιδήποτε, καταβρόχθιζα όσες μπορούσα. Και μετά, πάλι μυστικά, έβαζα μερικές σε αλουμινόχαρτο και όταν τέλειωνα, τις έπαιρνα μαζί μου ρίχνοντας τες μες στη τσάντα μου. Και έτσι εξασφάλιζα φαγητό σχεδόν για όλες τις μέρες της εβδομάδας.

Σύντομα βρήκα δουλειά και στην καντίνα ενός εργοστασίου, που την κράταγε ένας Ελληνοκαναδός. Έτσι άρχισαν να καλυτερεύουν κάπως και τα οικονομικά μου και έτρωγα πια καθημερινά. Μια μέρα ζήτησα άδεια από το αφεντικό μου, για να πάω στο Πανεπιστήμιο του York στο Τορόντο, όπου θα πέρναγα από συνέντευξη, για να αποφασίσουν αν θα με δεχόντουσαν στο πρόγραμμα τους. Πήρα το βραδινό λεωφορείο, ώστε να φτάσω το πρωί εκεί και να πάω κατευθείαν στην συνέντευξη και να γλιτώσω έτσι και τα λεφτά του ξενοδοχείου. Μετά θα επέστρεφα κατευθείαν στο Μόντρεαλ. Η απόσταση Μόντρεαλ-Τορόντο και η ώρα του ταξιδιού είναι σχεδόν η ίδια με αυτή, μεταξύ Αθήνας-Θεσσαλονίκης.

Μπήκα μέσα στο πούλμαν και διάλεξα μια θέση δίπλα σε ένα ωραίο παλικάρι είκοσι-είκοσι δύο χρονών, ψηλό, σκουρόχρωμο, πολύ αρρενωπό και γλυκό ταυτόχρονα, με υπέροχα χοντρά χείλη για φίλημα... Το πούλμαν γέμισε κόσμο και ακριβώς στις δώδεκα το βράδυ έκλεισαν οι πόρτες του και ξεκίνησε για το Τορόντο. Οι γονείς του Σαμίρ ήταν μετανάστες από την Συρία. Ο ίδιος πήγαινε να δει τους καταρράκτες του Νιαγάρα. Δεν είχε πάει ποτέ του και τώρα που είχε τρεις μέρες ελεύθερες, ήταν ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρο του και να ξεκουραστεί και λίγο.

Μετά από καμιά ώρα και καθώς το ένα πίσω απτό άλλο τα φώτα μέσα στο πούλμαν έσβηναν και οι άνθρωποι έγερναν το κεφάλι τους για να κοιμηθούν, ο Σαμίρ γέρνοντας το κορμί του προς το παράθυρο, ακούμπησε το κεφάλι του στο περβάζι και κλείνοντας και αυτός τα μάτια του, μάφησε να τον παρατηρώ αισθανόμενος την ανάσα του να σταθεροποιείται και τον ίδιο να επισκέπτεται άλλους κόσμους. Είχα τόσο καιρό που προσπαθούσα απλώς να επιβιώσω και ξαφνικά το κορμί μου και η ψυχή μου αναρρίγησαν και ζήτησαν λίγη ανθρώπινη επαφή. Ένα άγγιγμα, ένα χάδι, ένα φιλί. Και όλο αυτό το αίσθημα ήρθε, με συνεπήρε και με εξουθένωσε χωρίς καμιά προειδοποίηση.

Ανήμπορος έγειρα προς την μεριά του και χωρίς να τον αγγίξω έκλεισα και γω τα μάτια μου. Ο χώρος και ο χρόνος αποκτήσανε ξαφνικά μια άλλη διάσταση. Άφησα το κεφάλι μου να ξαποστάσει στον ώμο του... Η προσμονή μου φούσκωσε και με έπνιξε. Τα χέρια μου ήταν ανάμεσα στα σκέλια μου και εκατοστά από τα κωλομέρια του. Η ανάσα μου όλο και πιο καυτή και λαχανιασμένη προσέκρουε στη πλάτη του και διαλυόταν μες στην απόγνωση για το ανέφικτο της μάταιης ελπίδας.

Χιλιάδες χρόνια περάσανε και εγώ δεν άντεξα άλλο και χωρίς ποτέ να ανοίξω τα μάτια μου και καθώς η αναπνοή μου πάγωσε στα στήθια μου, ο αντίχειρας μου κύλησε και άγγιξε τον κώλο του. Πολιτισμοί ανθίσανε και μαράθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και το δάκτυλό μου ήταν ακόμα εκεί ακίνητο στη χαράδρα του πισινού του.

Και ξαφνικά συνέβη το πιο περίεργο πράμα του κόσμου. Το δάχτυλο μου σκίρτησε και αποκτώντας δική του θέληση και συνείδηση, άρχισε να εξερευνά την ανέγγιχτη περιοχή. Δειλά στην αρχή και ύστερα όλο και πιο απαιτητικά. Και ξαφνικά ο Σαμίρ αναρίγησε και έξαλλος με έσπρωξε προς τα πίσω. Είδα τους ανθρώπους να με κοιτάνε με σιχαμάρα, καθώς οι αστυνομικοί με έσπρωχναν άγρια μες στο αμάξι τους, για να με παραδώσουν στο δικαστή πού δίχως άλλο θα με έστελνε πακέτο πίσω στην Ελλάδα.

Και καθώς αισθανόμουνα δάκρυα να κατεβαίνουν στα μάτια μου και το παράπονο να με πνίγει, έξαλλος και με ένα φοβερό μίσος έσπρωξα τόσο απότομα τον Σαμίρ, που χτύπησε στο παράθυρο και κολλώντας επάνω του, πίεσα αγριεμένος την καυλωμένη μου πούτσα στον κώλο του, αρπάζοντας τον ταυτόχρονα με τα χέρια μου για να μην κουνηθεί καθόλου. Ο κόσμος κοιμόταν δίπλα μας κι εγώ δεν ήξερα τι έκανα και για να πω την αλήθεια, δεν με ένοιαζε και καθόλου! Ας με έστελναν φυλακή...

Δεν άντεχα άλλο Χριστέ μου! Ήμουν τόσο μόνος και τόσο δυστυχισμένος… Το τίμημα ήταν πάρα πολύ ψηλό. Δεν άντεχα πια τόση μοναξιά... Λυπήσου με Θεέ μου! Λυπήσου με! Και τότε συνέβη το απίστευτο. Ο Σαμίρ έσπασε ξαφνικά και το κορμί του ήρθε και έλειωσε και ο κώλος του μαλακά έσπρωξε προς τον πούτσο μου! Μου πήρε κάποιο χρόνο να συνειδητοποιήσω τι έγινε. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή! Την είχα γλιτώσει πολύ φτηνά. Ηρέμησα λίγο και καθώς καθάρισε το μυαλό μου, πήρα το μπουφάν μου και τόριξα από πάνω μας για να σκεπάσω τα κορμιά μας. Τον αγκάλιασα από κάτω και άρχισα να τον χαϊδεύω. Κόλλησα το κεφάλι μου στον ώμο του και άφησα το χέρι μου να ταξιδεύει απαλά στο στήθος του. Το πέρασα κάτω από την μπλούζα του και ακούμπησα το γυμνό του δέρμα. Ένας βαθύς αναστεναγμός διαπέρασε το κορμί μου.

Το χέρι μου συνέχιζε να ταξιδεύει προς τα κάτω μέχρι που ακούμπησε στο καβάλο του. Ο Σαμίρ τινάχτηκε σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα! Τον χάιδεψα για λίγο πάνω από το εντυπωσιακό εξόγκωμα που ένιωθα, και καθώς οι ανάσες του έγιναν πιο κοφτές, ξεκούμπωσα το κουμπί του τζιν του, κατέβασα το φερμουάρ και βάζοντας το χέρι μου μέσα στο σλιπάκι του, πήρα τον πούτσο του στο χέρι μου. Και τότε κοκάλωσα! Μα τι στο διάολο είχε μες στο παντελόνι του; Γιατί αυτό που κατά λάθος έπιασα αποκλείεται να ήταν ο πούτσος του. Αλλά τότε τι άλλο μπορούσε να είναι; και γιατί το χέρι μου δεν έκλεινε ούτε καν στο μισό αυτού του τέρατος;

Άρχισα να το παίζω σαν υπνωτισμένος, αλλά ούτε μία στιγμή δεν μπόρεσα να πιστέψω ότι αυτό το τεράστιο πράμα που αισθανόμουνα στο χέρι μου, χωρίς να μπορώ να το δω, ήταν η ψωλή του Σαμίρ. Και όταν η ανάσα του άρχισε να βγαίνει με δυσκολία και κατάλαβα ότι θα έχυνε από στιγμή σε στιγμή, σταμάτησα να του την παίζω και φιλώντας τον απαλά στο λαιμό τον κράτησα αγκαλιά, συνεχίζοντας να τον χαϊδεύω παντού, μέχρι που ξημερώματα πια φτάσαμε στο Τορόντο. Αποτύπωσα το υπέροχο χαμόγελο του σε πάρα πολλές φωτογραφίες, έξω από τα εντυπωσιακά κτήρια, του τεράστιου campus του πανεπιστημίου. Με περίμενε να τελειώσω την συνέντευξη μου και με παρακάλεσε να πάω μαζί του στους καταρράκτες του Νιαγάρα.

Σας δίνω τον λόγο μου δεν με ένοιαζε αν θα με έστελναν φυλακή οι γονείς του, γιατί αποπλάνησα τον 15χρονο γιο τους. Για χάρη του θα πήγαινα και στην κόλαση. Αλλά δυστυχώς, λόγω του πρωταθλητισμού που έκανα από μικρό παιδί, ήμουν μια χαμένη υπόθεση. Ένα ρομπότ που είχε προγραμματιστεί από τα οκτώ του, νάνε πάντα εντάξει στις υποχρεώσεις του και μετά να κοιτάει τα θέλω του και τις ανάγκες του.
Και εγώ είχα υποσχεθεί στον καλό τον άνθρωπο, που δεν είχε άλλον να τον βοηθήσει, ότι θα γύριζα αμέσως πίσω, μια που αλλιώς δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνος του με την δουλειά στην καντίνα.

Αγαπημένε μου Σαμίρ συγχώρεσε με. Έχω πληρώσει ήδη πολύ ακριβά, όλα αυτά τα χρόνια που κοιτάω τις φωτογραφίες σου, το μαρτύριο της θύμησης της μοναδικής μέρας που μου δόθηκε σαν δώρο η παρουσία σου δίπλα μου. Συγχώρεσε με εσύ μικρέ μου, γιατί εγώ δεν μπόρεσα να συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου, που σάφησα να πας μόνος σου εκείνη τη μέρα στον Νιαγάρα.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")