Ο φίλος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ήταν ένα μεσημέρι ζεστό καλοκαιριάτικο και δεν ξέρω γιατί είχα ένα τρέμουλο. Ήταν μια καλή μέρα για μπάνιο και πήρα μια συμφοιτήτρια μου να πάμε σε μια κοντινή παραλία και να κάνουμε κανένα μπάνιο.

Ενώ απολαμβάναμε τις ακτίνες του Αθηναϊκού ήλιου ακούω την φίλη μου να χαιρετάει κάτι παιδιά. Μπροστά μου εμφανίστηκαν δυο όμορφα αγόρια 24 με 25 ετών μελαχρινά με ωραίο σώμα και με χαιρέτισαν, όταν η φίλη μου με σύστησε. Ήμουν ψυχρός. Δεν ξέρω δεν είχα και πολύ διάθεση. Είμαι 1.75, 70kg μελαχρινός, με γλυκό προσωπάκι. Βούτηξα για μπάνιο και μετά αμέσως ήθελα να φύγω να πάω σπίτι.

-    «Ελευθερία, δεν είμαι πολύ καλά. Θέλω να πάω σπίτι. Μάλλον καμιά ηλίαση».

Τότε εκείνη μου λέει να με πετάξει με το αμάξι το ο Πέτρος ο οποίος ήταν καλά αλήθεια. Λίγο αξύριστος μελαμψός γλυκός και με το μαγιό μπορούσα να διακρίνω πολλά.

-    «Άστο Ελευθερία. Θα περιμένω το λεωφορείο».

-    «Κάτσε ρε φίλε…», μου λέει ο Πέτρος. «Θα σε πάω εγώ. Με τόσο ήλιο θα γίνεις χειρότερα».

Μπήκαμε στο αμάξι και αρχίσαμε να μιλάμε για βαρετά και με είδε που έτρεμα.

-    «Μήπως θες να σε πάω σε κανένα νοσοκομείο;»

-    «Όχι μωρέ, νευρικό είναι. Δεν έχω πρόβλημα».

-    «Τι νευρικό ρε συ; Πιεσμένος κι έτσι;»

-    «Άστο».

Στο αυτοκίνητο οδηγούσε με μαγιό και τον παρατηρούσα με κλεφτές ματιές. Λίγο πιο κάτω στον δρόμο κάποιες κοπέλες περνούσαν τον δρόμο και ο Πέτρος τις κοίταξε έντονα λέγοντας μου:

-    «Τι μωρά είναι αυτά;»

-    «Άσε… καλοκαίρι και καύλες, ε;», του λέω.

-    «Ναι ρε συ. Μουνιά παντού αλλά τίποτα δεν μας κάθεται».

Εγώ γέλασα.

-    «Εσύ τι κάνεις;», με ρώτησε.

Δεν μίλησα. Ξαφνικά χτυπάει το κινητό μου ήταν η Ελευθερία η οποία μου έλεγε να την περιμένω σπίτι μου μαζί με τον Πέτρο γιατί ερχόταν με το άλλο παιδί για να κάτσουμε.

-    «Καλά…», της λέω.

Φτάσαμε στο σπίτι μου πάρκαρε και ανεβήκαμε εγώ και ο Πέτρος.

-    «Συγγνώμη ρε συ, δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω…», του λέω.

Κάθισε στον καναπέ και περίμενε. Εγώ άλλαξα και κάθισα βλέποντας τηλεόραση. Στις μεσημεριανές εκπομπές βλέπαμε έναν γκέι και ο Πέτρος μου λέει:

-    «Βλάκα μην το γελάς. Ξέρεις τι τρελές πίπες κάνουν αυτοί; Είναι και γαμώ τις πίπες!»

-    «Και πώς το ξέρεις;», τον ρώτησα.

-    «Μου έχουν πει…», απάντησε.

-    «Κι άμα σου δινόταν η ευκαιρία θα το έκανες;»

-    «Ανάλογα το άτομο».

Τον πλησιάζω. γονατίζω ανάμεσα στα πόδια του και κατεβάζω την βερμούδα που φορούσε. Αυτός είχε μείνει άφωνος αλλά δεν αντέδρασε. Μπροστά μου ένας πούτσος κάπου στα 16 εκατοστά. λίγο αξύριστος. και στεγνός. Άρχισα να του τον παίζω και να του γλείφω και να του ρουφάω τα αρχίδια. Τον έβλεπα να πιέζεται και του λέω να το απολαύσει.

Μετά με τη γλώσσα μου άρχισα να του γλείφω τον πούτσο του να τον παίζω με τη γλώσσα και να τον ρουφάω τρελά. Πότε τον ρουφούσα στο πουτσοκέφαλο και πότε στα αρχίδια. Μετά τον φιλούσα στα μπούτια και στην κοιλιά, τον έγλειφα και του τον έπαιζα. Μου είπε να μην βιάζομαι αλλά του είπα πως θα έρθουν τα παιδιά. Τότε γλείφοντας τον μου λέει:

-    «Βλάκα τελειώνω. Περίμενε να πάω τουαλέτα να χύσω.

-    «Γιατί το στόμα μου δεν σου κάνει;», του λέω.

Ερεθίστηκε πιο πολύ και άρχισε να την παίζει σε όρθια θέση μπροστά από το στόμα μου. Έχυσε πηχτά χύσια μέσα στο στόμα μου και έχωσε τον πούτσο του βαθιά. Του τον καθάρισα και του είπα:

-    «Να! Πεντακάθαρος ο πούτσος σου! Δεν είναι ανάγκη να πας τουαλέτα».

-    «Είσαι τρέλα!», μου λέει. «Αλλά τουαλέτα θα πάω γιατί θέλω να κατουρήσω.

Σηκώθηκε ενώ εγώ καθαριζόμουν. Έφτιαξα καφέδες και μετά ενώ είχε ξανακαυλώσει γονάτισα μπροστά του και πάλι και συνέχισα με τρέλα. Πριν καν τελειώσει χτυπάει το κουδούνι της κάτω πόρτας. Συνέχισα με ρυθμό και ένταση. Αυτή τη φορά η καύλα του συνεχίστηκε  πιο πολύ χύνοντας με μες στο άγχος να προλάβει.

Σκούπισα το στόμα μου και άνοιξα στα παιδιά. Με ρώτησαν πως είμαι και τους απάντησα θετικά. Την αράξαμε όλοι στο σαλόνι λέγοντας μπούρδες και δεν κοιταχτήκαμε καν στα μάτια με τον Πέτρο.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")