Σκλάβος ενός οικοδόμου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ένα Σάββατο με έπεισε ο Γιάννης να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο στο χωριό του στη Θήβα. Πλησιάσαμε στο χωριό το απόγευμα. Μου είπε ότι θα σταματούσαμε σε ένα χωράφι να πάρουμε τον πατέρα του. Ο πατέρας του κάθισε μπροστά κι εγώ πίσω. Λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό ο κυρ Θανάσης είπε στο γιο του να πάει από την κάτω μεριά του χωριού.

-    Δεν θέλω να μας δουν.

Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν η μηχανή σταμάτησε και ο κυρ Θανάσης βγήκε έξω με έπιασε σφιxτά από το μπράτσο και με μετέφερε βίαια στην αποθήκη κάτω από το σπίτι του. Ο Γιάννης μου έριξε μια τρικλοποδιά και έπεσα κάτω στο βρώμικο κελάρι από τη σκόνη και το λάδι. Εντωμεταξύ ο κυρ Θανάσης είχε διαλέξει ένα μαστίγιο και τον δοκίμαζε στο χέρι του. Γρήγορα με άρπαξαν και με οδήγησαν σε ένα δοκάρι που στηριζόταν στο δάπεδο και την οροφή της αποθήκης.

-    Σου αρέσει μαλάκα εδώ μέσα; Βγάλε τα ρούχα σου. Θέλω να δω καλά τι θα γαμήσω απόψε.

Έβγαλα το πουκάμισο μου τα παπούτσια μου και το παντελόνι μου. Έμεινα με το σώβρακο, όχι όμως για πολύ.

-    Βγάλ' το και αυτό. Πέταξέ το στο πάτωμα. Δεν θα το χρειαστείς αυτές τις δυο μέρες.

-    Κράτησε τον, να τον μαστιγώσω.

Ο βούρδουλας σηκώθηκε ψηλά και μετά κατέβηκε κάτω με δύναμη και με χτύπησε στο στήθος. Βόγκηξα από τον πόνο και προσπάθησα να καλύψω το στήθος μου αλλά μάταια γιατί ο Γιάννης με κρατούσε γερά με τα χέρια ανοιχτά. Ο πατέρας με έδερνε αλύπητα και όταν σε λίγο σταμάτησε ο Γιάννης με άφησε και σωριάστηκα σαν σακί με άμμο στο πάτωμα και πάλι.

-    Σήκω γρήγορα πάνω! Φώναξε ο μάστορας. Δεν σε φέραμε εδώ για ξάπλες.

-    Βγάλε γρήγορα το βρακί σου. Άλλη φορά αν δεν υπακούς όταν σου λέμε κάτι θα σε δέρνουμε αλύπητα.

Έβγαλα το βρακί μου αμέσως επιταχύνοντας τις κινήσεις μου. Ο κυρ Θανάσης άρχισε να γαργαλάει τα αρχίδια μου με τον βούρδουλα και μου είπε:

-    Από τώρα και στο εξής θα με λες αφέντη. Συνεννοηθήκαμε;

-    Μάλιστα αφέντη. Του είπα έντρομα.

-    Γιάννη πάρτον και δέσε τον όπως του αρμόζει.

Ο Γιάννης με έδεσε χειροπόδαρα με ένα χονδρό σχοινί ενώ ο πατέρας του κάθισε σε μια καρέκλα και άρχισε να βγάζει τα παπούτσια του.

-    Ο Γιάννης μου είπε ότι καυλώνεις όταν βλέπεις το καυλί του. Δεν του πρότεινες όμως ποτέ να του πάρεις πίπα και το έχει παράπονο. Για να σε τιμωρήσουμε θα φας πρώτα το ξύλο της χρονιάς σου και μετά θα γλείψεις τον πούτσο και των δυο μας.

Ο αφέντης είχε βγάλει τα παπούτσια και τις κάλτσες του, ενώ με γρήγορες κινήσεις απαλλάχτηκε από το μπλουζάκι του. Το στήθος του ήταν σαν πέτρα με λίγες γκρίζες τρίχες να ξεπροβάλλουν στο στέρνο του. Σήκωσε το παντελόνι του μέχρι τα γόνατα έπιασε τον βούρδουλα και με ξαναπλησίασε.

-    Μην με χτυπήσεις άλλο… Δεν θα αντέξω.

-    Γλείψε τα πόδια μου μαλάκα! Μου είπε και έφερε την άκρη του ποδιού του στο στόμα.

Έβγαλα τη γλώσσα και άρχισα να γλύφω διστακτικά τα δάκτυλα του αφέντη. Μέσα μου ένιωθα την ταπείνωση της ζωής μου. Δευτερόλεπτα αργότερα είχα κοντά στο στόμα μου μια στημένη ψωλή γεμάτη ψωλόχυμα.

-    Ήρθε η ώρα να γλείψεις λίγο πούτσο. Μην την βλέπεις έτσι. Ίσως να είναι μικρότερη από του γιου μου αλλά πετάει κουβάδες χύσια σε όποιον τη γλύψει λιγάκι.

Άνοιξα τα χείλια μου και μονομιάς ο αφέντης μου φύτεψε το καυλί μέσα στο στόμα. Το χονδρό και σκληρό πουτσοκέφαλο του έφτασε με την πρώτη στο λαρύγγι μου. Μετά με άρπαξε γερά από τα μαλλιά και άρχισε να μου κουνάει το κεφάλι και να μου φυτεύει την καυλάρα στο λαρύγγι.

-    Γλείψε μου τον πούτσο και ρούφα μέχρι να χύσω. Πάρε μου μέσα και τα αρχίδια. Γιάννη άρχισε να τον δέρνεις.

Ο Γιάννης που είχε κι αυτός γδυθεί εντελώς πήρε τον βούρδουλα και με χτυπούσε γερά στην πλάτη. Ταυτόχρονα τραβούσε μαλακία πάνω από το κεφάλι μου. Έχυσε γρήγορα πάνω στον πούτσο του πατέρα του που συνέχιζε να μου δίνει τσιμπούκι. Έτσι άρχισα να γεύομαι πρώτα τα χύσια του Γιάννη που ήταν υπερβολικά ξινά και πηχτά. Δευτερόλεπτα αργότερα ο αφέντης άφησε μια δυνατή κραυγή και τα χύσια του άρχισαν να πετάγονταν στο λαρύγγι μου. Δεν προλάβαινα να καταπίνω να καυτά και πηχτά χύσια του μεσήλικα…

Σιγά - σιγά οι αρχιδοσακούλες πατέρα και γιου άδειασαν και η καύλα τους υποχώρησε. Με έβαλαν να γλείφω από το πάτωμα τα χύσια που μου ξέφυγαν από το στόμα ενώ αυτοί ντύνονταν.

-    Αύριο γιε μου θα δοκιμάσουμε τον κώλο του. Επειδή όμως φαίνεται στενός και εγώ γουστάρω τους ευρύχωρους, το πρωί που θα τον πάρω για δουλειά θα βάλω τους δύο Αλβανούς να τον γαμήσουν από πίσω και θα ανοίξει.

Είπε χασκογελώντας. Με δέσανε, με φιμώσανε στο δοκάρι και έφυγαν.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")