Ο πετοσφαιριστής, ο κολυμβητής και ο ποδοσφαιριστής

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

 

(Η προηγούμενη ιστορία, Το γελαστό παιδί, λόγω προφανώς του αυστηρώς ακατάλληλου θέματος της και για να μην πληγωθούν και αθώες, ανήλικες, gay ψυχούλες, ανέβηκε από τον administrator στο str8 section, στις 16 του μήνα. Οπότε, εάν κάποιος θέλει παρόλα αυτά να μάθει πια ήταν η Στέλλα και δεν το γνωρίζει ακόμα...)

Το καλοκαίρι του 83 ήρθε, η Στέλλα τα έφτιαξε με ένα γνωστό τραγουδιστή προσπαθώντας να ακολουθήσει καριέρα στην πίστα, ο Διονύσης ήρθε απτό Λονδίνο σαν το ταξιδιάρικο πουλί και η ζωή συνέχισε στους γλυκούς ρυθμούς της, που έγιναν ακόμα γλυκύτεροι, όταν ο γνωστός επιχειρηματίας πρότεινε στην σταρ να πάνε μια κρουαζιέρα στο Ιόνιο και αυτή εκτός από τον εραστή της ήθελε μαζί και τον κολλητό της , που ήθελε μαζί τον εραστή του, που δεν ήξερε τι άλλο ήθελε απτή ζωή. Και ύστερα...

Κι ύστερα κι ύστερα... μα δεν υπάρχει ύστερα...

Και ύστερα ένα ηλιόλουστο πρωινό περνάγανε με το υπέροχο γιωτ τον ισθμό της Κορίνθου.
Και καθώς βγήκαμε στο Ιόνιο αρχίσαμε να σταματάμε στο κάθε μικρό νησάκι που βρίσκαμε, εξερευνώντας παντού μια παρθένα φύση, κάνοντας σκι και μπάνιο γυμνοί, ψαρεύοντας με καλάμι και ψήνοντας τα ψάρια στις ερημικές παραλίες, ανάβοντας ύστερα φωτιές και απολαμβάνοντας τάστρα που εμφανίζονταν λάμποντας στο στερέωμα, καθώς ο εραστής της κυρίας έπαιρνε την κιθάρα του και τραγούδαγε τις ροκ μπαλάντες του, μέχρι να μας βρει ο ύπνος ξαπλωμένους στην αμμουδιά και το πρώτο φως της ανατολής μέσα στο νερό, απολαμβάνοντας τα δώρα μιας νέας θεόσταλτης μέρας.

Ναι ήταν μοναδικές αυτές οι δέκα μέρες στον Παράδεισο.

Και ήρθε το επόμενο φθινόπωρο και η κόλαση επέστρεψε, με την μορφή του μαινόμενου Κρόνου που θέλει να φάει τα παιδιά του, πετώντας μαχαίρια και τασάκια και γουρλώνοντας τα μάτια , ώστε να γίνει προφανές το αδιανόητο της καταστάσεως, καθώς ο νέος Δίας, κάνοντας την επανάσταση του, εξοργισμένος και με τα μάτια να γυρίζουν στις κόγχες τους, είχε βάλει κάτω τον πατέρα του και τον χτύπαγε ουρλιάζοντας «Ψόφα παλιοπούστη! Ψόφα!», εγκαταλείποντας οριστικά το πατρικό του με εκατό δραχμές στην τσέπη και ένα απίστευτο μίσος στην καρδιά για τον πατέρα αφέντη.

Και ταπεινά ζήτησα φιλοξενία από ένα συμφοιτητή μου στην Γυμναστική Ακαδημία και αυτός μούστρωσε ένα στρωματάκι να κοιμηθώ στο πάτωμα, στα πόδια του δικού του απλού, μονού, ξύλινου κρεβατιού. Και εκεί κοιμόμουνα τους επόμενους μήνες, σαν το σκυλί που θέλει να πεθάνει δίπλα στο αφεντικό του. Έναν υπέροχο Οδυσσέα.

Γιατί ήταν πραγματικά υπέροχος ο Μαρίνος. Είκοσι χρονών παλικάρι, μέλος της Εθνικής ομάδας volley ball, 1.95 ύψος, με ένα πρόσωπο αρρενωπό , πρόστυχο και αθώο μαζί, με ένα απίστευτο κορμί και μια καρδιά σκέτο μάλαμα. Τόσο τέλειος, που αναρωτιόμουν καθώς στεκόμουν δίπλα του και προσπαθούσα να τον παρηγορήσω, πως είναι δυνατόν να υπάρχουν γυναίκες που να κάνουν τέτοιο άνδρα να κλαίει. Και μια νύχτα δεν άντεξα να με κομματιάζει έτσι η τόση ομορφιά του και ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του και διατρυπώντας για πρώτη φορά την ψυχή μου, με είδε να λιώνω μπροστά του και τα μάτια μου να χύνονται και να κυλάνε μες στα δικά του και με βάσταξε απαλά καθώς το πρόσωπο μου αιμορραγούσε από άφατη θλίψη και προσμονή και κατέρρεε στο πόδι του. Και εκεί με άφησε να συνέλθω, ταπεινά σοκαρισμένος ο ίδιος, καθώς το χέρι μου περιπλανιόταν στο μεταξένιο δέρμα του και καθώς τα χείλη μου ήρθαν να ακουμπήσουν πάνω στο πιο θεϊκό όργανο που είχαν αντικρίσει ποτέ τα μάτια μου.

Και τρεις φορές, σε τρεις διαφορετικές νύχτες ο γλυκός άνθρωπος, κλείνοντας τα μάτια του, σεβάστηκε την συνεχή προσωπική μου κατάδυση στον Άδη και δεν με απέρριψε, υποχωρώντας και αυτός στα κύματα ηδονής που τον κατακλύζανε καθώς έπαιρνα στο στόμα μου τον είκοσι τεσσάρων εκατοστών πούτσο του, που τα δάχτυλα μου δεν μπορούσαν καν να κλείσουν γύρω του, καθώς του γινόταν πέτρα από τάγγιγμα μου και την επαφή με τα χείλη μου...

Και την τέταρτη δεν άντεξε άλλο και μου είπε πως δεν... όχι αυτός δεν ήταν... δεν ήθελε...δεν...όχι ξανά... δεν πρέπει...δεν γίνεται... δεν...

Και τον σεβάστηκα τον Αχιλλέα μου, τον θεϊκό ήρωα μου. Και δεν τον ξαναακούμπησα ποτέ. Και ας έλιωνα κάθε βράδυ στο χαλάκι του κρεβατιού του. Εγώ, το πιστό σκυλάκι του.

Εγώ, το μικρό δυστυχισμένο αγόρι, που είχε αγγίξει τάστρα και αυτά του γλιστρήσαν μες απτά χέρια και γίναν σκόνη.
Συνεχίσαμε να βγαίνουμε παρέα τα βράδια σε σινεμά και μικρά ταβερνάκια, με μένα στο ρόλο του εξομολογητή, να ακούω τα προβλήματα που του δημιουργούσαν οι γκόμενες του. Κάποιες φορές μας συνόδευε και ο συγκάτοικος του ο Σάκης, ένας ποδοσφαιριστής, γύρω στο 1.85 ύψος, με τέλειο κορμί και αυτός, τσόλι σωστό και άνδρας μόρτης. Και πέρασε ο καιρός και μια μέρα που ο Μαρίνος ήταν στο δωμάτιο του με τον Λευτέρη, ένα άλλο φιλαράκι του από την Ακαδημία και τα λέγανε, εγώ πήγα να κάτσω με τον Σάκη για να τους αφήσω να πούνε τα δικά τους με την ησυχία τους. Και ο μόρτης ήταν γυμνός από την μέση και πάνω και γω τον κοίταγα και ήθελα να τον κάνω μια χαψιά και κείνος έκανε διάφορα σχόλια περί πραγματικών ανδρών και κάποιων μοντέλων και διάφορα τέτοια και γω άρπαξα την ευκαιρία και τούπα ότι μπορούμε να αναμετρηθούμε στην πάλη, να δούμε ποιος είναι ο άνδρας και όποιος κερδίσει μπορεί να κάνει στον άλλο ότι γουστάρει. Και κείνος δέχτηκε και γω έμεινα με ανοιχτό το στόμα , γιατί αυτή ήταν μια από τις μεγαλύτερες φαντασιώσεις που είχα. Και κείνη την στιγμή ήξερα ότι λόγω της εγχείρησης που είχα κάνει και που με είχε αφήσει μισό, ήμουν χαμένος. Γι' αυτό και τα 'δωσα όλα.

Αρχίσαμε να κάνουμε κύκλους ο ένας γύρω από τον άλλο και κάποια στιγμή ορμίσαμε σαν αγρίμια ο ένας πάνω στον άλλο. Τον έπιασα από την μέση, έχωσα το σαγόνι μου στη λακκούβα του λαιμού του και πίεσα με όλη μου την δύναμη! Ήταν πιο δυνατός και πιο ψηλός και η μέση του άντεξε την επίθεση μου και όταν οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν μετά από τρία με τέσσερα λεπτά, έκανε την δική του αντεπίθεση και η δική μου μέση έσπασε και μέριξε στο πάτωμα πέφτοντας από πάνω μου. Τα παιδιά είχαν έρθει έξω από την πόρτα να δουν τι συμβαίνει, ο Σάκης βγήκε από το δωμάτιο να πάει στο μπάνιο, τους χαμογέλασε και επιστρέφοντας στο δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Γδύσου εντελώς και πέσε στο κρεβάτι μπρούμυτα» μου λέει. Δεν πίστευα αυτό που άκουγα. Μερικές φορές βέβαια είχα υποψιαστεί ότι κάτι έπαιζε μαζί του. Ήξερα επίσης ότι ο Σάκης ζήλευε που έδινα την φιλία μου και την προτίμηση μου στον Μαρίνο και όχι σε αυτόν. Σίγουρα θα είχε νοιώσει την αγάπη που είχα στον συγκάτοικο του. Και ο ίδιος εδώ και καιρό ήταν σε μεγάλη κόντρα με τον Μαρίνο. Έτσι θάπαιρνε το αίμα του πίσω κατακτώντας εμένα και πληγώνοντας ταυτόχρονα τον Μαρίνο. Τα γνώριζα όλα αυτά αλλά η κάβλα και η έξαψη μου ήταν τέτοια που δεν μπορούσα να κάνω πίσω.

Γδύθηκα και έπεσα μπρούμυτα στο κρεβάτι. Τον άκουσα να κατεβάζει την φόρμα και το σλιπάκι του και ξαφνικά αισθάνομαι το χέρι του να με πιάνει απτά μαλλιά, να μου γυρνάει το πρόσωπο προς το μέρος του και να μου λέει. «Γλύψτην καλά!»
Έπαθα σοκ. Μπροστά μου είχα μια ψωλάρα καβλωμένη, γύρω στους 20-21 πόντους, αρκετά χοντρή, πολύ όμορφη, ίσια και με χοντρές φλέβες να την διατρέχουν από το κεφάλι μέχρι την βάση. Κατάλαβα τι με περίμενε και άρχισα να την σαλιώνω με το στόμα μου όσο καλύτερα μπορούσα. Την τράβηξε απότομα, στήθηκε από πίσω μου, μου άνοιξε τα κωλομέρια, έφερε την ψωλή του στην τρύπα μου και χωρίς να δώσει μια δεκάρα για μένα, την έχωσε με ένα δυνατό σπρώξιμο της λεκάνης του μέσα μου!

Μόλις πρόλαβα να χώσω την μούρη μου μες στο μαξιλάρι και να ουρλιάξω! Το σοκ ήταν φοβερό και ο πόνος απερίγραπτος, καθώς δεν μούδωσε ούτε δευτερόλεπτο να προσαρμοστώ. Χρησιμοποιούσε τον πούτσο του σαν πιστόνι για να με τιμωρήσει και να με εξευτελίσει. Είμαι σίγουρος ότι τα βογκητά μου, όσο και αν προσπαθούσα να τα καλύψω, ακουγόντουσαν έξω απτό δωμάτιο. Με βίαζε με μια απερίγραπτη μανία για δέκα πέντε ολόκληρα λεπτά, πετάγοντάς μου από μέσα μου ότι είχα και δεν είχα.
Τον αισθάνθηκα να χύνει μέσα μου ξανά και ξανά απίστευτες ποσότητες σπέρματος, βογκώντας σαν άγριο θηρίο. Εγώ στεκόμουν μπρούμυτα, ακίνητος, με τα μάτια γουρλωμένα από τον πόνο, την έκπληξη και την απίστευτη κάβλα, γιαυτό που μόλις μούχε συμβεί. «Καθαρίσου με το σεντόνι» μου λέει «και ντύσου».

Τον είδα να καθαρίζει τον δικό του πούτσο και να φοράει την φόρμα του. Έκανα αυτό που μου είπε και φόρεσα τα ρούχα μου, καθώς μάζευε τα σεντόνια και άνοιγε την πόρτα για να τα πάει στο πλυντήριο. Στη μια στιγμή που έκανε να την ξανακλείσει, πρόλαβα να δω απέξω τον Λευτέρη που στεκότανε με γουρλωμένα τα μάτια και το στόμα ορθάνοιχτο, μην πιστεύοντας αυτό που του έλεγε το μυαλό του ότι έγινε στο κλειστό δωμάτιο. Δίπλα του στεκόταν ο Μαρίνος και την αμέσως επόμενη στιγμή τον άκουσα να πετάει το ένα πίσω απτό άλλο, όλα τα ποτήρια και τα πιάτα στο φωταγωγό της πολυκατοικίας ουρλιάζοντας σαν πληγωμένο θηρίο. Ανοίγοντας την πόρτα για να φύγω απτό σπίτι ώσπου να εκτονωθεί λίγο η κατάσταση, πρόλαβα να δω τον Λευτέρη με το σαγόνι κρεμασμένο, σαν χαζό, να μην πιστεύει αυτά που γινόντουσαν μες στο σπίτι των φίλων του.

Κανείς από τους δυο μας δεν έθιξε ποτέ το συμβάν. Και γω συνέχισα να κοιμάμαι στο στρωματάκι μου, στα πόδια του κρεβατιού του, αφουκραζόμενος τους χτύπους της καρδιάς του, νύχτα με την νύχτα, χτύπο με τον χτύπο, ατέλειωτοι χτύποι, σε μια σειρά βασανιστικά αργών νυχτών, περιμένοντας τον να κάνει επιτέλους την κίνηση του.
Και όταν μετά από αρκετό καιρό, με τον τρόπο του την έκανε επιτέλους, ερχόμενος συχνά να με επισκεφτεί στο πρώτο διαμερισματάκι μου, κάπου εκεί κοντά στη Λαρίσης και Πανόρμου, ήταν πλέον αργά καθώς είχε εισβάλει σαν θύελλα, ο μεγαλύτερος έρωτας της μέχρι τώρα ζωής μου και η παρουσία του κοντά μου, τον απέτρεπε πλέον από το να εκδηλώσει τα συναισθήματα του...

Και έτσι παρακολουθώ τώρα καθισμένος στο γραφείο μου τον εαυτό μου, καθώς κοντεύω τα σαράντα έξι, να κοιτάω νοσταλγικά την μικρή φωτογραφία του αιωνίως απαράλλαχτου έφηβου, που ακόμα έχω πάνω στη βιβλιοθήκη μου και να αναρωτιέμαι τι θα είχε συμβεί τότε, αν... Αν ήμουν εγώ δίπλα του και όχι αυτοί με τους οποίους δοκίμασε αργότερα αυτή την πλευρά της σεξουαλικότητας του, καθώς εγώ του άνοιξα αυτό το παράθυρο και οι λάθος άνθρωποι πηδήξανε μέσα και πλιατσικολογήσανε την ψυχούλα του.

Αυτού του γλυκού, γενναίου Αχιλλέα, του οποίου από τότε που έφυγα για την Αμερική, εδώ και είκοσι τρία χρόνια, δεν ξαναέμαθα ποτέ νέα του...

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")