Οι φίλοι του κυρίου Σταύρου στη Θεσσαλονίκη (3ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.20 (5 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Οι φίλοι του κυρίου Σταύρου στη Θεσσαλονίκη (2ο μέρος)

Πρέπει να κοιμήθηκα για λίγο, αποκαμωμένος αλλά ικανοποιημένος. Με ξύπνησε η κίνησή του καθώς τραβήχτηκε από μέσα μου αργά αφήνοντάς με να νοιώθω ορθάνοιχτος αλλά και άδειος συγχρόνως. Μου χαμογέλασε χωρίς να μιλήσει  κα πήγε στο μπάνιο κλείνοντας την πόρτα πίσω του, αφήνοντάς με μόνο μου σε ένα ήσυχο μισοφωτισμένο δωμάτιο. Γύρισα μπρούμυτα, βολεύτηκα και ξαναέπεσα σ’ εκείνη την υπέροχη κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου με το μυαλό μου να γυρίζει στο τι έγινε πριν.

Μου είχε λείψει τελικά. Η αίσθηση της καυτής σάρκας μέσα μου να με ανοίγει, αυτή η ζαλάδα της ευχαρίστησης, η αίσθηση ότι με χρησιμοποιούν σχεδόν με το ζόρι. Όσο και αν πίστευα ότι αυτά που είχα ζήσει με τον κύριο Σταύρο στην Αθήνα ήταν απλά μία εμπειρία, αποδεικνυόταν ότι ήταν πολύ περισσότερο από αυτό. Μου είχε ανοίξει την πόρτα σε ένα κόσμο ηδονής διαφορετικής, αλλά εξίσου μεθυστικής. Καταλάβαινα ότι όσο και αν μου άρεσε το σεξ με την Άννα (και με διάφορες άλλες συνομήλικες μου στο πανεπιστήμιο), δε θα μπορούσα ποτέ να αφήσω πίσω μου αυτές τις αισθήσεις και τις εμπειρίες. Ίσως εκεί, σ’ αυτήν την ονειρική κατάσταση που ήμουν να ήταν η στιγμή που αποφάσισα ότι, παρόλο που δε θα το κυνηγούσα συνειδητά δεν θα αρνιόμουν ποτέ στον εαυτό μου παρόμοιες εμπειρίες που θα βρίσκονταν στον δρόμο μου.

Άκουσα το νερό στο μπάνιο να σταματάει να τρέχει, τον άκουσα να βγαίνει και τον ένοιωσα να ξαπλώνει στο κρεβάτι δίπλα μου. Σηκώθηκα λέγοντάς του ότι θα πάω να κάνω κι εγώ ένα ντουζάκι και μου απάντησε με ένα χαμόγελο μόνο, λέγοντάς μου ότι μπορούσα να κοιμηθώ εκεί αν ήθελα. Όταν βγήκα από το μπάνιο με μία πετσέτα στην μέση μόνο, τον είχε πάρει ο ύπνος ανάσκελα, απλωμένο στο μισό κρεβάτι.  Έμεινα για λίγο να χαζεύω εκείνο το τεράστιο εργαλείο ανάμεσα στα πόδια του, απορώντας πώς είχε χωρέσει όλο μέσα μου. Ακόμα και σε χαλαρή κατάσταση φάνταζε τεράστιο. Έπιασα τον εαυτό μου να ερεθίζεται με τις σκέψεις αυτές, κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να μου σηκώνεται. Γέλασα μόνος μου, πέταξα την πετσέτα ξάπλωσα και αποκοιμήθηκα σε ελάχιστο χρόνο, χαλαρωμένος από το ζεστό ντους και την κούραση της βραδιάς.  

Όταν ξύπνησα το πρωί, ήμουν μόνος μου στο δωμάτιο. Ούτε που τον είχα καταλάβει ότι σηκώθηκε από το κρεβάτι. Βρήκα δίπλα μου ένα σημείωμα λακωνικό ότι είχε πάει για τρέξιμο και θα ήθελε να τον περιμένω μα γυρίσει. Αν ήθελα να παραγγείλω και καφέ και κάτι να φάω, δεν υπήρχε πρόβλημα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί, όλο αυτό όμως μου θύμισε συμπεριφορές δικές μου, στη Άννα και σε κάποιες εποχιακές μου κοπέλες . Ένοιωσα ξαφνικά σαν γκόμενα που πηδήχτηκε το βράδυ και ξύπνησε στο σπίτι του γαμιά της. Η μία σκέψη έφερε την άλλη και κατέληξα να σκέφτομαι το πώς με πήδηξε το προηγούμενο βράδυ. Ερεθισμένος από αυτές τις σκέψεις συνειδητοποίησα ότι ήθελα κι άλλο και ότι θα τον περίμενα και μέχρι το βράδυ αν μου το είχε ζητήσει. Απορημένος με όλες αυτές τις πρωτόγνωρες  σκέψεις και τις  αισθήσεις που μου ξυπνούσαν παράγγειλα ένα καφέ στο room service και μπήκα στο μπάνιο.

Η πόρτα χτύπησε την ώρα που σκουπιζόμουν. Τύλιξα την πετσέτα στην μέση μου, άνοιξα την πόρτα, ο σερβιτόρος μπήκε μέσα και άφησε τον καφέ και την ώρα που κρατούσα την πόρτα για να βγει, μόλις άρχιζα να την κλείνω βρέθηκα μπροστά στον συνεταίρο που είχαμε φέρει μισομεθυσμένο το προηγούμενο βράδυ μετά το τραπέζι. Με κοίταξε από πάνω έως κάτω χαμογελώντας, ενώ ο σερβιτόρος απομακρυνόταν στον διάδρομο. Εγώ κατακόκκινος δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, τι να πω. Πέρασε δίπλα μου μπαίνοντας στο δωμάτιο, αφήνοντάς με στην πόρτα κοκαλωμένο από την έκπληξη. Πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο και κοιτάζοντάς με χαμογελαστός ακόμα, μου είπε:

-    Κλείσε την πόρτα και έλα εδώ.

Σαν αυτόματο, έκανα ότι μου είπε. Στάθηκα μπροστά του, παγωμένος, συνειδητοποιώντας το πόσο κοντή ήταν η πετσέτα που είχα τυλιγμένη στην μέση μου. Θα μπορούσε να ήταν και μίνι φούστα, τόσο κοντή την ένοιωθα. Το βλέμμα του ανεβοκατέβαινε πάνω μου και εκείνο το χαμόγελο που είχε όσο με κοίταζε με έκανε να φοβάμαι για το τι  θα ακολουθούσε.

-    Έμεινες εδώ χτες το βράδυ, ε; Το είδα στο εστιατόριο το πώς σε κοίταζε, ήμουν σίγουρος ότι θα προσπαθούσε να σε φέρει εδώ. Ξέρω την αδυναμία του για τα αγοράκια και ξέρω ότι έχεις την εμφάνιση που του αρέσει, έτσι λεπτούλης και μικροκαμωμένος που είσαι. Σε πήδηξε, αυτό το ξέρω. Αυτό που θέλω να μου πεις, είναι γιατί είσαι εδώ. Σου άρεσε και θέλεις κι άλλο, ή σου είπε ο θείος σου να του κάτσεις όσο θέλει για να πάρει την δουλειά;

Πάγωσα. Δεν ήξερα τι να πω, δεν περίμενα τέτοια ευθεία ερώτηση. Έμεινα εκεί, με το μυαλό μου να τρέχει σαν τρελό, προσπαθώντας να σκεφτώ πώς να απαντήσω. Αυτό που ακολούθησε όμως, δεν μου περνούσε καν από το μυαλό ούτε σαν πιθανότητα ότι θα συνέβαινε. Σηκώθηκε όρθιος μπροστά μου, και συνεχίζοντας τον μονόλογο του άρχισε να γδύνεται.

-    Δεν έχει σημασία όμως. Για όποιον από τους δύο λόγους και να είσαι εδώ ακόμη από χτες το βράδυ, σημαίνει ότι είσαι κατάλληλος να χαλαρώσεις κι εμένα. Είτε επειδή σου αρέσει να σε πηδάνε, είτε επειδή σου το είπε ο θείος σου.

Μένοντας  γυμνός, με έπιασε από τον σβέρκο και αργά αλλά πολύ σταθερά με ανάγκασε να γονατίσω μπροστά του. Έκανε ένα βήμα πίσω πιάνοντάς με από τα μαλλιά, κάθισε στην πολυθρόνα ξανά και τραβώντας με, με έφερε ανάμεσα στα ανοιχτά του πόδια. Έγειρε πίσω, κρατώντας με σφιχτά από τα μαλλιά. Με έφερε στο σημείο που ήθελε, και…

-    Βάλε τα χέρια σου στο πάτωμα. Έτσι μπράβο! Αν ακούς ότι σου λέω θα περάσουμε καλά. Λοιπόν, μόνο με τα χείλια και την γλώσσα σου, μικρέ. Μην τολμήσεις και τον βγάλεις από το στόμα σου, ή σου ξεφύγει! Και αργά, πολύ αργά. Θα περιμένουμε να γυρίσει από το τρέξιμό του, μην του χαλάσουμε το πρωινό έτσι;

Όσο τα έλεγε αυτά, με το άλλο χέρι του έπιασε το καυλί του που είχε αρχίσει ήδη να διογκώνεται και το οδήγησε μέσα στο στόμα μου, συνοδεύοντας το τελευταίο «έτσι;» της πρότασής του με ένα αρκετά δυνατό χαστούκι στο μάγουλό μου. Αυτό, σε συνδυασμό με το καυλί του που άρχιζε να μεγαλώνει μέσα στο στόμα μου, με έβγαλαν από την κατάσταση που με είχε φέρει η εξέλιξη αυτή. Το χαστούκι δε, με έκανε να καυλώσω σχεδόν άμεσα. Πρέπει να κατάλαβε την αντίδραση μου, ή να είδε το ότι μου σηκώθηκε. Δεν ξέρω. Άρχισε όμως να μου μιλάει, ακριβώς όπως με ερέθιζε, ενώ με πηγαινόφερνε κρατώντας με από τα μαλλιά δίνοντάς μου τον ρυθμό που ήθελε.

-    Έτσι μπράβο! Τελικά, μάλλον σου αρέσει να σε πηδάνε, αν κρίνω από το πόσο γρήγορα σου σηκώθηκε. Καλό αυτό. Θα πάρει που θα πάρει την δουλειά ο θείος σου, θα ευχαριστηθείς πήδημα κι εσύ, θα περάσουμε καλά και εμείς. Έτσι, μπράβο. Παρ’ τον τώρα μέσα βαθιά, δείξε μου τι μπορείς να κάνεις.

Με αυτό, έσκυψε μπροστά χώνοντας το καυλί του βαθειά στο στόμα μου. Έχωσε το χέρι του κάτω από την πετσέτα ανάμεσα στα πόδια μου και αφού χάιδεψε το καυλί μου που είχε γίνει πέτρα πια, άνοιξε τα κωλομέρια μου και άρχισε να χαϊδεύει τη τρύπα μου κυκλικά, πιέζοντας την περίμετρο της. Βόγκηξα μπουκωμένος, κοντεύοντας να πνιγώ. Πόσο με ερέθιζε αυτή η συμπεριφορά του! Γέλασε κοφτά και αφήνοντάς με να προσπαθώ να αναπνεύσω και να μην πνιγώ, άρχισε να μου ανοίγει την τρύπα μου. Πρώτα βάζοντας ένα δάχτυλο μέσα και μετά, όταν είδε ότι μπήκε εύκολα τα έκανε δύο, κουνώντας τα κυκλικά μέσα μου. Άρχισα χωρίς να το θέλω, να κουνιέμαι στον ρυθμό του χεριού του. Με κατέλαβε εκείνη η αίσθηση που είχα όταν ξύπνησα μόνος μου στο δωμάτιο. Αισθάνθηκα ξαφνικά σαν κοπέλα που την πηδάει στα κρυφά ο φίλος του γκόμενου της. Άρχισα να κουνιέμαι και να βογκάω ανεξέλεγκτα, προσπαθώντας να ακολουθήσω τον ρυθμό του, να τον διευκολύνω να με ανοίξει. Ένα χαστούκι στο μάγουλό μου αρκετά δυνατό, με επανέφερε.

-    Όχι μικρέ μου, δε θα χύσεις έτσι. Γλείφε, αργά. Θα χύσεις με έναν πούτσο στον κώλο και έναν στο στοματάκι σου! Σου είπα, θα περιμένουμε τον συνεταίρο μου να γυρίσει.

Με αυτό ξανακάθισε άνετα στην πολυθρόνα, με έπιασε πάλι από τα μαλλιά και με έβαλε να τον γλείφω αργά. Πότε βαθειά, πότε μόνο το κεφάλι, πότε τα αρχίδια του. Πάντα στα τέσσερα, πάντα μόνο με τα χείλη και την γλώσσα. Δεν ξέρω πόσην ώρα κράτησε αυτό. Είχα χαθεί και πάλι στην αγαπημένη μου αίσθηση. Ένα καυτό, σκληρό, μεγάλο καυλί στο στόμα μου. Η αίσθηση της προσμονής ενός ακόμα στον κώλο μου. Είχα να το κάνω αυτό μόλις από την προηγούμενη μέρα και το ήθελα πάλι, σαν τρελός!

Ένοιωσα τα δάχτυλά του να βγαίνουν από τον κώλο μου. Σηκώθηκε όρθιος, με έπιασε από τα μαλλιά και τραβήχτηκε από το στόμα μου. Ασυναίσθητα, τεντώθηκα για να μην βγει από το στόμα μου. Γέλασε και μου είπε:

-    Μην ανησυχείς, δε θα το χάσεις. Αντιθέτως…

και τραβώντας με από τα μαλλιά, με ανάγκασε να πάω μπουσουλώντας μέχρι την άκρη του κρεβατιού. Εκεί σηκώνοντας τα μάτια μου, είδα το συνεταίρο του καθισμένο στο κρεβάτι, με ανοιχτά τα πόδια να παίζει ελαφρά τον ήδη μισοσηκωμένο πούτσο του, χαμογελώντας. Ούτε που είχα ακούσει  την πόρτα να ανοίγει, τόσο χαμένος ήμουν στην απόλαυση που ένοιωθα. Με έπιασε από τα μάγουλα και με τράβηξε επάνω στο κρεβάτι, οδηγώντας το στόμα μου να πάρει μέσα όσο μπορούσε από το καυλί του. Και πάλι, δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Ήταν τόσο μεγάλος, τόσο λαχταριστός. Κατάμαυρος, με δύο τεράστια αρχίδια ανάμεσα στα πόδια του. Έπεσα με τα μούτρα. Άρχισα να χαϊδεύω τα αρχίδια του παίρνοντας στο στόμα μου το κεφάλι και γλείφοντας το κυκλικά, βογκώντας από ευχαρίστηση με γεμάτο το στόμα. Πίσω μου ο άλλος, κρατούσε με τα χέρια του τον κώλο μου ανοιχτό και κολλημένος επάνω μου, τρίβονταν με όλο το μήκος του στο άνοιγμα του κώλου μου, λέγοντας στον συνεταίρο του:

-    Τέλειος είναι ο μικρός! Τέτοια πίπα καιρό έχουν να μου πάρουν. Λες να τον πηδάει ο θείος του; Δε μπορεί να μην το έχει ξανακάνει αυτό.

-    Δεν ξέρω, δε νομίζω όμως, απάντησε ο μαύρος σπρώχνοντας το κεφάλι μου λίγο πιο βαθιά. Χθες, η μοναδική του έννοια ήταν να μην μάθει ο θείος του ότι τον πήδηξα. Κάτσε να τον ρωτήσουμε.

Τραβώντας μου το κεφάλι πίσω, κάνοντάς με να τον βγάλω από το στόμα μου με ρώτησε αν είχα ξαναγαμηθεί με άντρα. Την ώρα που άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, ένοιωσα το καυλί πίσω μου να χώνεται μέσα μου αργά, κάνοντας την απάντησή μου να ξεκινήσει με ένα βαθύ βογκητό. Καθώς εξηγούσα ότι το είχα ξανακάνει άλλη μία φορά πριν ένα χρόνο στην Αθήνα και ότι όχι, ο θείος μου δεν ήξερε τίποτε, τον ένιωθα να βυθίζεται μέσα μου. Αργά, ρυθμικά με πολύ αργές κινήσεις, κάθε μία και λίγο πιο βαθιά.

-    Φαίνεται ότι ξετρυπώσαμε φυσικό ταλέντο τελικά…

άκουσα πίσω μου καθώς η τελευταία μικρή ώθηση τον έφτασε στα βάθη του κώλου μου. Τον ένοιωθα χωμένο όλο μέσα μου, τα αρχίδια του να ακουμπάνε πίσω μου λίγο πιο πάνω από τα δικά μου. Ένα μακρόσυρτο «αχ» βγήκε από το στόμα μου καθώς άρχισε να κινείται στα βάθη της τρύπας μου, με πολύ απαλά και πολύ αργά μέσα-έξω. Το βογγητό αυτό έγινε μούγκρισμα, καθώς τραβώντας με από τον σβέρκο ο μαύρος μου έβαλε με το άλλο χέρι την πούτσα του ξανά στο στόμα μέχρι τον λαιμό. Πνιγόμουν, προσπαθούσα να αναπνεύσω από τη μύτη και συγχρόνως  ένοιωθα το καυλί πίσω μου να κάνει όλο και μεγαλύτερες κινήσεις. Τραβιόταν όλο και πιο έξω και χωνόταν όλο και πιο απότομα όλος μέσα μου, σπρώχνοντας με, με κάθε ώθηση να πάρω το μαύρο καυλί όλο και πιο μέσα στο στόμα μου. Λεπτό με λεπτό γινόντουσαν όλο και πιο απότομοι και οι δύο και δεν άργησε το πρώτο χτύπημα να πέσει δυνατό πάνω στο κωλαράκι μου. Το μπουκωμένο βογκητό μου ακολούθησε ένα χαστούκι στο μάγουλο και ένα χέρι να μου χουφτώνει τον πούτσο σφιχτά.

-    Και αυτό του αρέσει! Τον ακούς πώς κάνει; Και είναι καυλωμένος, σαν πέτρα.

-    Καβάλησε τον! Τρελάθηκε μ’ αυτό χθες. Τα υπόλοιπα, άστα σ’ εμένα. Να δούμε τι αντοχές έχει το μικρό.

Τον ένοιωσα να αλλάζει θέση πίσω μου να με καβαλάει και να χώνεται κι άλλο μέσα μου. Τα χέρια του χούφτωσαν τα κωλομέρια μου και στηριγμένος εκεί, άρχισε να με οργώνει, βαθειά και με απότομες μικρές κινήσεις. Ο μαύρος, αφήνοντας το κεφάλι μου, μου είπε σε τόνο διαταγής:

-    Ότι και να γίνει, μην τυχόν και βγει η πούτσα μου από το στόμα σου! Γλείφε και ρούφα με, σα να μην υπάρχει αύριο!

Με αυτό, άρχιζε να με χαστουκίζει ρυθμικά στα μάγουλα, με το καυλί του βαθιά χωμένο στον λαιμό μου ενώ ο άλλος όργωνε το κωλαράκι μου σταθερά με βαθιές κινήσεις. Μετά από λίγο, ζαλισμένος, το μόνο που ένιωθα ήταν το πήγαινε έλα μέσα μου το τεράστιο καυλί στον λαιμό μου και τα χαστούκια στο πρόσωπο. Είχα χάσει τον κόσμο, δε με ενδιέφερε τίποτε, δε σκεφτόμουν. Ένοιωθα μόνο. Τι; Υποχείριο αυτών των δύο πούτσων, να με παλουκώνουν σαν κοριτσάκι και να μου αρέσει τρελά. Να θέλω κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

Τον ένοιωσα να σκληραίνει μέσα μου, άκουσα ένα μουγκρητό. Τα χέρια του έσφιξαν τα κωλομέρια μου τόσο που πόνεσα και άρχισε να αδειάζει μέσα στα βάθη του κώλου μου με σπασμούς κρατώντας με σφιχτά κολλημένο επάνω του. Μόλις τελείωσε, τραβήχτηκε από μέσα μου και έπεσε στο κρεβάτι ανάσκελα βαριανασαίνοντας. Πριν προλάβω καν να σκεφτώ, ο μαύρος με τράβηξε από τη μέση, με έβαλε επάνω του και με το ένα του χέρι οδήγησε την άκρη της πούτσας του στην ήδη ανοιχτή τρύπα μου. Κρατώντας με από τη μέση, με έσπρωξε αργά, καθίζοντάς με επάνω του καρφώνοντάς με πάνω στην τεράστια  μαύρη πούτσα του, λέγοντάς μου:

-    Έλα τώρα μικρέ μου, όλος δικός σου. Κουνήσου μόνος σου, δείξε μου πόσο σου αρέσει!

Σα χαμένος, με ούτε το μισό από το μαύρο τέρας μέσα μου, υπάκουσα. Άρχισα να κουνιέμαι, πολύ αργά, απολαμβάνοντας ξανά το τέντωμα της τρυπούλας μου καθώς με κάθε κίνηση μου και με τα χύσια του άλλου να λειτουργούν σαν λιπαντικό στον ήδη ανοιγμένο κωλαράκο μου, τον ένοιωθα να χώνεται μέσα μου πόντο-πόντο, τεντώνοντάς με στο έπακρο. Δε μπορούσα να σταματήσω τα βογκητά μου, δεν ξέρω αν θα τα σταματούσα ακόμα και να μπορούσα. Ήμουν παραδομένος στις αισθήσεις μου, απολάμβανα  το πήδημα αυτής της υπέροχης πούτσας χωρίς να μπορώ να σκεφτώ καν. Όταν μετά από μερικές κινήσεις βρήκα τον ρυθμό που του άρεσε, τον άκουσα να αρχίζει να βαριανασαίνει στην αρχή και μετά τα βογκητά του συνόδευαν τα δικά μου, καθώς ανεβοκατέβαινα πάνω του σφίγγοντας τον κώλο μου όταν χωνόταν μέσα μου.

Ένοιωσα κάποια στιγμή μία πούτσα να ακουμπάει τα χείλια μου. Χωρίς καν να αναρωτηθώ, άνοιξα το στόμα μου, την πήρα όσο πιο βαθιά μπορούσα και άρχισα να τη ρουφάω και να την γλύφω συγχρονίζοντας τις κινήσεις μου, πότε παίρνοντάς τους και τους δύο μαζί βαθιά μέσα και πότε παίρνοντας την μία βαθειά στον λαιμό ενώ σηκωνόμουν από την άλλη πίσω μου. Δεν υπήρχαν ονόματα, ούτε τόπος. Υπήρχαν μόνο αυτές οι δύο πούτσες, το στόμα και ο κώλος μου και η διάθεση μου να ευχαριστηθώ και να τους ευχαριστήσω όσο περισσότερο μπορούσα.

Ούτε που ξέρω μετά από πόση ώρα, με έχυσαν και οι δύο μαζί, με διαφορά δευτερολέπτων ο ένας από τον άλλο. Το στόμα μου γέμισε από τα χύσια του ενός και  όσο τον ρουφούσα μανιασμένα προσπαθώντας να ρουφήξω και την τελευταία του σταγόνα, άρχισε ο άλλος να χύνει στα βάθη του κώλου μου, πλημμυρίζοντας με. Όταν κόπασαν οι φωνές, τα μουγκρητά και οι αναστεναγμοί, με άφησαν ξαπλωμένο μπρούμυτα στο κρεβάτι, χυμένο παντού να προσπαθώ να βρω την αναπνοή μου. Έκαναν μπάνιο, ντύθηκαν και πριν φύγουν ήρθε ο μαύρος και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι. Χαϊδεύοντας με απαλά, με το χέρι του να καθυστερεί συνέχεια στο κωλαράκι μου, μου είπε ότι δε θα προλάβαιναν να με ξαναδούν, γιατί έπρεπε να φύγουν για το αεροδρόμιο. Αλλά τώρα που θα έπαιρνε ο θείος μου τη δουλειά, όποτε θα χρειαζόταν διερμηνέα στις συζητήσεις τους, ήξερε ποιον θα ζητούσε μετά από τις τέλειες υπηρεσίες μου (αυτό με ένα πονηρό χαμόγελο και ένα μπατσάκι στον κώλο). Μου είπε επίσης ότι δεν ήξερε αν και πόσο θα με πλήρωνε ο θείος μου για τη διερμηνεία, αλλά ότι εκείνος και ο συνεταίρος του μου άφησαν ένα δωράκι για τις υπηρεσίες μου προς εκείνους επάνω στο κομοδίνο και να μην ξεχάσω να το πάρω πριν φύγω.

Έκανα ένα ντουζάκι αφού έφυγαν, ντύθηκα  και φεύγοντας θυμήθηκα το δωράκι μου. Πήγα στο κομοδίνο και έμεινα να κοιτάζω τα τέσσερα πεντοχίλιαρα που μου είχαν αφήσει εκεί επάνω. Χαμογέλασα και τα έβαλα στην τσέπη, σκεπτόμενος ότι μετά από τέτοια απόλαυση, μάλλον εγώ θα έπρεπε να τους πληρώσω. Την ώρα που έφευγα από το δωμάτιο με αφορμή τα λεφτά που είχα πάρει, σκέφτηκα να πάρω και τον κύριο Γιώργο να δω πότε θα έπαιρνα και εκείνο το μπόνους που μου είχε τάξει. Το δωμάτιό τους στο ξενοδοχείο δεν απαντούσε και έτσι άφησα ένα μήνυμα στην ρεσεψιόν να με πάρουν στο σπίτι όταν γύριζαν για να συναντηθούμε.

Πέντε λεπτά μετά που μπήκα στο σπίτι μου και μόλις έκλεισα το τηλέφωνο με την Άννα, λέγοντάς της ότι θα τα λέγαμε το βράδυ γιατί ήμουν πτώμα και έπρεπε να κοιμηθώ, χτύπησε το τηλέφωνο ξανά. Ήταν ο κύριος Γιώργος και μου είπε ότι θα έφευγαν από το ξενοδοχείο σε κανένα μισάωρο για να πάνε για φαγητό και μετά κατευθείαν στο αεροδρόμιο για να φύγουν για Αθήνα. Ήθελε όμως να του πω τι μου είπαν οι δύο Αμερικάνοι για τη δουλειά και έπρεπε οπωσδήποτε να με δουν πριν φύγουν.

Δεν ξέρω τι με έπιασε τότε. Ίσως ήθελα να παίξω, ίσως έλπιζα και σε ένα δεύτερο πήδημα από τους δύο τους πριν φύγουν. Ίσως να ήταν και πείσμα να πάρω τα λεφτά που μου είχε τάξει. Του πρότεινα λοιπόν να περάσουν από το σπίτι μου να τους κεράσω έναν καφέ και να τα πούμε από κοντά πριν πάνε για φαγητό. Μετά από μία τραβηγμένη σιωπή, συμφώνησε και κλείσαμε το τηλέφωνο, αφού του έδωσα την διεύθυνση και του εξήγησα πώς να έρθουν.

Είκοσι λεπτά μετά και ενώ έπινα καφέ στο μπαλκόνι, φορώντας ένα σορτσάκι, είδα ένα ταξί να σταματάει μπροστά στο σπίτι και τους δύο τους να βγαίνουν να λένε κάτι στον ταξιτζή και να κατευθύνονται στην πόρτα της πολυκατοικίας μου. Όταν τους άνοιξα την πόρτα και μπήκαν μέσα ο κύριος Γιώργος  αγέλαστος, μου είπε:

-    Άντε μικρέ, φτιάξε τους καφέδες και έλα να μας πεις. Δεν έχουμε πολλή ώρα, το ταξί περιμένει κάτω.

Έφτιαξα δύο καφέδες στα γρήγορα και γύρισα στο δωμάτιο. Αφήνοντας τους καφέδες, άρχισα να τους λέω ότι μου είπαν οι Αμερικάνοι ότι την έχουν πάρει στα σίγουρα την δουλειά και ότι όταν θα ξαναέρχονταν θα τους ζητούσαν εμένα πάλι σαν διερμηνέα. Με ρώτησε ποιος από τους δύο μου το είπε και τους είπα και οι δύο. Εκείνος φάνηκε να θυμώνει και μου είπε:

-    Πώς και οι δύο; Εδώ ο άλλος ούτε να μιλήσει δε μπορούσε χτες το βράδυ, πιάσατε και συζήτηση;

Γελώντας του είπα ότι μου το είπε ο μαύρος χθες το βράδυ και ο άλλος σήμερα το πρωί, πριν φύγουν για το αεροδρόμιο. Με κοίταξε, κοιτάχτηκαν με τον κύριο Δημήτρη και ξέσπασαν σε γέλια και οι δύο. Όταν ηρέμησαν, με ρώτησε ο κύριος Γιώργος:

-    Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, έμεινες το βράδυ εκεί; Όλο το βράδυ; Με το μαύρο; Τι έγινε; Σε πήδηξαν και οι δύο δηλαδή;

-    Ε, κύριε Γιώργο, προσπαθούσα να πάρω άξια το μπόνους που μου τάξατε, του είπα εγώ χαμογελώντας.

Κοιτάζοντάς με πολύ σοβαρά, έβαλε το χέρι στην μέσα τσέπη του σακακιού του και έβγαλε ένα φάκελο που άφησε πάνω στο τραπεζάκι μπροστά του.

-    Το μπόνους σου εδώ είναι μικρέ, αν είναι έτσι όπως τα λες το κέρδισες άξια. Αλλά, έτσι και μου λες ψέματα, να θυμάσαι, τώρα ξέρουμε πού μένεις και μπορούμε να σε βρούμε πολύ εύκολα.

-    Δεν είμαι βλάκας να σας πω ψέματα, απάντησα. Και να χάσω τις επόμενες διερμηνείες; Τρελός είμαι;

Γέλασαν πάλι και οι δύο. Ο κύριος Γιώργος σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Βλέποντάς τον ο κύριος Δημήτρης χαμογέλασε και άρχισε να κάνει κι αυτός το ίδιο.

-    Εντάξει λοιπόν, μικρέ. Έλα εδώ, να σφραγίσουμε τη συμφωνία.

Λέγοντας το αυτό κάθισε πάλι στην πολυθρόνα και άρχισε να χαϊδεύει αργά την πούτσα του, κοιτάζοντας με στα μάτια. Ο κύριος Δημήτρης καθισμένος στην άλλη πολυθρόνα, χαμογελαστός, έκανε ακριβώς το ίδιο. Βλέποντας ότι δεν έκανα καμία κίνηση να πλησιάσω, με ρώτησε:

-    Τι έγινε πουτανίτσα; Σε χόρτασε πούτσα ο μαύρος και δε θέλεις άλλο; Αν θέλεις να συνεχίσεις να πληρώνεσαι θα συνεχίσεις να μας περιποιείσαι όποτε σου λέμε, κατάλαβες;

Χαμηλώνοντας τα μάτια, ξέροντας ότι θα τον ερεθίσει αυτό και κάνοντάς το επίτηδες, ψέλλισα όσο πιο πειστικά μπορούσα:

-    Κατάλαβα και το θέλω πολύ κύριε Γιώργο. Απλά δε μου είπατε πώς θέλετε να ξεκινήσω και δε θέλω να κάνω κάτι που δεν θα σας αρέσει.

Κατάλαβα ότι πέτυχα διάνα. Είδα τα μάτια του να αστράφτουν και την πούτσα του να σηκώνεται ακόμα περισσότερο. Ο κύριος Δημήτρης σηκώθηκε όρθιος, ολόγυμνος και με τον πούτσο όρθιο να με κοιτάζει στα μάτια. Με έπιασε από τον σβέρκο και με έσπρωξε να γονατίσω..

-    Στα τέσσερα πουτανίτσα, πήγαινε και ζήτα του αυτό που θέλεις! Με το κωλαράκι σου θα ασχοληθώ εγώ πρώτος, μετάνιωσα που δε στο πήδηξα την προηγούμενη φορά.

-    Μάλιστα κύριε Δημήτρη…

ψιθύρισα, παίρνοντας σαν ανταμοιβή το μεγάλωμα της πούτσας του κυρίου Γιώργου μπροστά στο πρόσωπό μου.

-    Λαβράκι μας σύστησε ο Σάκης τελικά Δημήτρη.

-    Να δεις ρε, που το πήδαγε κι αυτός στην Αθήνα! Ότι στοίχημα θέλεις.

-    Δεν με νοιάζει τι έκανε στην Αθήνα, εμένα με νοιάζει που θα το ξεκωλιάζουμε όποτε θα ανεβαίνουμε Θεσσαλονίκη, έτσι δεν είναι μικρέ;

-    Μάλιστα κύριε Δημήτρη, όποτε θέλετε, ψιθύρισα. Δε θα ξεχνάτε το δωράκι μου όμως, ε;

-    Κοίτα να δεις που έγινε πουτανίτσα κανονική αυτό, ρε Δημήτρη. Ναι μικρέ, θα σε πληρώνουμε και θα σε ξεκωλιάζουμε όποτε θα ερχόμαστε. Και όποτε έχουμε πελάτες που χρειάζονται σπρώξιμο, θα σε φωνάζουμε και θα σε σπρώχνουνε, με την ίδια δικαιολογία. Σκάσε τώρα και πιάσε δουλειά. Το ταξί περιμένει κάτω!

Μ’ αυτό μου έβαλε την πούτσα στο στόμα και άρχισα να ρουφάω, απολαμβάνοντας την αίσθηση του να μεγαλώνει μέσα στο στόμα μου και να κοντεύει να με πνίξει. Στο μεταξύ, ο κύριος Δημήτρης πίσω μου έτριβε το καυλί του πάνω στην τρυπούλα μου κρατώντας μου ανοιχτά τα κωλομέρια.

-    Ρε συ, να δεις πώς του την έκανε την τρύπα ο μαύρος! Τον άνοιξε για καλά. Ίσα που θα βάλω λίγη αλοιφή για να γλιστράει, σα μουνάκι θα είναι!

-    Θέλεις  αλοιφή μικρέ; Εγώ λέω να σε καβαλήσει έτσι, να το νοιώσεις καλά.

-    Ότι θέλετε κύριε Γιώργο. Υπάλληλός σας είμαι, ότι μου πείτε θα κάνω!

-    Πω, πω, αυτό όλο και καλύτερο πουτανί γίνεται!

-    Πάρε την πούτσα στο στόμα σου ξανά και άνοιξέ μου τον κώλο σου ξεκωλάκι.

Εκεί άρχισε το αποχαιρετιστήριο πάρτι. Με πηδούσε για περίπου είκοσι λεπτά, βαθιά χωμένος μέσα μου, με αργό ρυθμό, απολαμβάνοντας το ανοιχτό μου κωλαράκι. Ο κύριος Γιώργος, ξαπλωμένος πίσω στην πολυθρόνα με το χέρι να ακουμπάει απλά πάνω στο κεφάλι μου, απολάμβανε την περιποίηση της πούτσας του, βαριανασαίνοντας και βογκώντας που και που. Ένοιωσα τον κύριο Δημήτρη να βγαίνει από πίσω μου.

-    Φίλε έλα, συνέχισέ τον εσύ, θέλω να του χύσω το λαιμουδάκι του, δεν κρατιέμαι άλλο.

Χωρίς άλλη κουβέντα, άλλαξαν θέση. Με γύρισαν ανάσκελα, ξαπλωτό πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Με ξάπλωσαν έτσι ώστε το κεφάλι μου και ο κώλος μου να είναι στον αέρα. Συγχρονισμένα και οι δύο, ο μεν Γιώργος μου άνοιξε τα πόδια και χώθηκε ανάμεσα τους κρατώντας με το ένα χέρι του το κωλομέρι μου και οδηγώντας με το άλλο την πούτσα του στην είσοδο του ορθάνοιχτου πια κώλου μου, ο δε Δημήτρης περνώντας το ένα χέρι του κάτω από τον σβέρκο μου έφερε το κεφάλι μου στο κατάλληλο ύψος και γωνία οδήγησε με το άλλο την δική του πούτσα μέσα στον λαιμό μου, χώνοντάς την μέχρι το λαρύγγι μου. Εγώ με κλειστά μάτια απολάμβανα, την χωρίς όρους υποταγή μου στα δύο αυτά αρσενικά που με πηδούσαν παλουκώνοντας με σαν κοριτσάκι πλέον. Άρχισαν να με πηδάνε μαζί συγχρονισμένα, βογκώντας μουγκρίζοντας, τσιμπώντας τις ρώγες μου στα όρια του πόνου. Πρώτος φώναξε ο κύριος Δημήτρης, χαστουκίζοντάς με συγχρόνως:

-    Παρ’ τα όλα πουτάνα, στράγγιξε με! Όλα!

Κατάπινα ασταμάτητα, προσπαθώντας να μην πνιγώ. Νιρβάνα!  Την ώρα που τραβιόταν αργά από το στόμα μου, αφήνοντάς με να ρουφήξω τις τελευταίες του σταγόνες, ένοιωσα την πρώτη σύσπαση βαθιά μέσα στον κώλο μου. Ο κύριος Γιώργος, σιωπηλά άρχισε να χύνει στα βάθη μου, με τις συσπάσεις του να με παρασύρουν σε ένα υπέροχο χύσιμο πάνω στην κοιλιά μου, βογκώντας, με συσπάσεις που με έκαναν να τινάζομαι σαν να με πέρναγε ρεύμα. Μέχρι να συνέρθω και να σηκωθώ είχαν ήδη ντυθεί. Ο κύριος Γιώργος με έπιασε από το σαγόνι και πλησιάζοντας πολύ κοντά μου, μου ψιθύρισε:

-    Από δω και πέρα μικρέ το όνομά σου όταν δεν είναι τρίτοι μπροστά είναι πουτανίτσα. Κι εμείς, είναι δεν είναι τρίτοι μπροστά, είμαστε ο κύριος Δημήτρης και ο κύριος Γιώργος. Κατάλαβες;

-    Μάλιστα, κύριε Γιώργο…

ψιθύρισα χαμογελώντας, καθώς έκλεινε η πόρτα πίσω τους.



Copyright protected OW ref: 100033