Η εποχή της Αθωότητας (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από easywriter
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.10 (10 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η εποχή της Αθωότητας

Ο χειμώνας του '75 πέρασε μέσα στην καθησυχαστική ρουτίνα μιας σχολικής χρονιάς που είχε όσα σήμερα, μετά από σαράντα χρόνια των έντονων και πολλές φορές οδυνηρών εμπειριών του ενήλικου κύκλου της ζωής, μοιάζουν τόσο ιδανικά. Σχολείο, με τις αφελείς και υπέροχα ρομαντικές απόψεις μας εκείνης της εποχής και προπόνηση, πέντε μέρες τη βδομάδα. Η κολύμβηση ήταν μεγάλη υπόθεση σε εκείνη τη φάση της ζωής μου, γιατί πέρα από το ότι με έβαλε σε ένα κανόνα αυστηρής αυτοπειθαρχίας και αφιέρωσης σε ένα σκοπό, πράγμα που μου χρησίμευσε σαν ουσιαστικό εφόδιο σε όλη μου τη ζωή, με εκτόνωνε και με βοηθούσε να αντιμετωπίσω κάπως το ανυπόταχτο θηρίο της καθημερινής καύλας.

Η εποχή εκείνη ήταν πολύ διεγερτική, σε βαθμό κακουργήματος, γιατί τα ερεθίσματα δεν ήταν προφανή και "στο πιάτο". Ημίγυμνα τα σώματα, η πορνογραφία απαγορευμένη ή τουλάχιστον δυσπρόσιτη, το soft core μας άναβε ανεπανόρθωτα. Για έφηβους 15-16 χρονών ουσιαστική λύτρωση από τις βασανιστικές καύλες  που μπορούσε να προκαλέσει το βρακάκι μιας συμμαθήτριας, που αποκαλυπτόταν την ώρα που ανέβαινε τις σκάλες ή οι επιθετικές βυζάρες της φιλολόγου που ήταν έτοιμες να σπάσουν τα κουμπιά του πουκαμίσου της (η συγκεκριμένη είχε ανάγει σε υψηλή τέχνη το σχεδιασμό του "τέλειου ντεκολτέ", τόσο... όσο) η οποία προφανώς καύλωνε οδηγώντας ολόκληρες τάξεις αρσενικών σε ομαδική ερωτική φρενίτιδα, μόνη λύτρωση  λοιπόν, ήταν ο επίμονος, άγριος αυνανισμός.

Υπήρχαν τα πάρτι βέβαια. Εκεί αγόρια και κορίτσια περιμέναμε να έρθει η ώρα για τα "μπλουζ". Η ώρα δηλαδή για την πιο συγκεκαλυμμένη μορφή ερωτικής επαφής, ανολοκλήρωτης μεν, αλλά ισχυρής, τόσο που μετά από δυο τρεις συνεχείς χορούς με το ίδιο κορίτσι να νιώθεις πως έχεις ζήσει μια μικρογραφία σχέσης. Όσοι έχουν ζήσει αυτή την εποχή, γνωρίζουν πόσα μικρά δράματα, ένταση, προσμονή, απογοήτευση, σεξουαλική ένταση και άγχος είχαν αυτές οι επαφές με το άλλο φύλο. Τα κορίτσια ήταν ντροπαλά, "δύσκολα", με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις και με μια τάση να εξελιχθούν σε τοπικές ντίβες, αν τους δειχνόταν συντονισμένο ενδιαφέρον. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, οικογένειες, διαζύγια, αρρώστιες, καταστροφές και χαρές για να τις δούμε ως ερωμένες, συζύγους, φίλες και να καταλάβουμε πως στην πραγματικότητα και αυτές το ίδιο ήθελαν με μας... σεξ και ηδονή. Απλά ήμασταν όλοι φυλακισμένοι στους ρόλους και στις συμβάσεις της εποχής μας.

Σε ένα από αυτά τα πάρτι, λίγο πριν τελειώσουν οι διακοπές των Χριστουγέννων, είχα γνωρίσει τη Ζωρζέτα. Μια τυπική κάτοικο Βορείων Προαστίων της εποχής, που φορούσε συνήθως φούστες Levi's , μπλουζάκια Lacoste και γυαλιά Rayban. Χωρίς να είναι πολύ όμορφη, είχε κάτι το ελκυστικό. Δεν ήταν ούτε αδύνατη, ούτε χοντρή, αλλά με τις θηλυκές καμπύλες της, μην ξεχνάμε πως έκλεινε τα 16 την Άνοιξη και κυρίως ένα πλούσιο ένα σφιχτό στητό στήθος έγινε ένας ρεαλιστικός "στόχος". Την περνούσα 20 πόντους σε ύψος και μόλις την πρωτοχόρεψα το Angie των Rolling Stones, ένιωσα τα απίστευτα βυζιά της να ακουμπάνε κάπου στην αρχή του στομαχιού μου. Αυτόματα μου σηκώθηκε και έτσι όπως ήμασταν αγκαλιασμένη πρέπει να με ένιωσε ανάμεσα στα πόδια της, έτσι όπως γυρίζαμε αργά. Δεν τραβήχτηκε! Αυτό ήταν μια καλή αρχή.

Το πιο σημαντικό είναι πως της άρεσα, ήρθε και με είδε σε αγώνες στην πισίνα, σε ευτυχή συγκυρία, μια διασυλλογική ημερίδα που, τυχερή μου μέρα, κέρδισα τα 100μ. ελεύθερο. Ο θαυμασμός στα μάτια της όταν βγήκαμε για καφέ μετά, με μια φίλη της που είχε φέρει για ξεκάρφωμα, αλλά και το ότι ήταν ένα απλό κορίτσι που δεν είχε τουπέ, καθώς δε θεωρούσε τον εαυτό της καλλονή, ήταν σημάδι πως ήμουν "σε καλό δρόμο". Αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε θα λέγαμε πως ήμουν σε καλό... δρομάκι, γιατί τα φτιάξαμε εύκολα και πήραμε σβάρνα τα δρομάκια της Κηφισιάς. Συναντιόμαστε συνήθως Σάββατο απόγευμα λίγο πριν σκοτεινιάσει, στον "τροχονόμο" και πηγαίναμε μακριές βόλτες ψάχνοντας τις πιο απόμερες σκοτεινές γωνιές με κάποιο πεζούλι στο οποίο συνήθως καθόμουν εγώ, ενώ αυτή ερχόταν όρθια για να μην τη βλέπουν από το δρόμο και τυλιγόταν απάνω μου. Χωρίς πολλά λόγια, συνένοχοι και με μεγάλη επιθυμία αρχίζαμε ένα μαραθώνιο υγρών, απίστευτα παθιασμένων φιλιών και αγκαλιασμάτων, που από το δεύτερο ραντεβού απέκτησαν και πιο τολμηρό χαρακτήρα καθώς της ξεκούμπωσα το σουτιέν και τα παλλόμενα καυτά της βυζιά έγιναν έρμαιο των ορέξεων μου.

Περνώντας τα χρόνια έχω χάσει την επιθυμία για τα βυζιά, δεν συγκρίνω με τίποτε έναν όμορφο κώλο, ειδικά όταν συνδυάζεται με ένα μικρό, στα όρια του "καθόλου", στήθος με ευαίσθητες θηλές. Πάντως όταν ανατρέχω στο κεφάλαιο «βυζιά», η Ζωρζέτα παίρνει αδιαφιλονίκητα «χρυσό μετάλλιο». Σήμερα που το αναλογίζομαι είναι σίγουρα τα πιο όμορφα βυζιά που έχω χουφτώσει, πιπιλίσει, δαγκώσει.

Με αυτή τη σειρά προχωρήσαμε με τη Ζωρζέτα, από τις θωπείες στο ηδονικό πιπίλισμα και στα σχεδόν άγρια δαγκώματα, που την έκαναν να βογκάει από φανερή ευχαρίστηση, ανατριχιάζοντας. Ήταν σαφώς υπερήφανη για τα βυζιά της και παρόλο που στο πρώτο ραντεβού έκανε, περισσότερο για την τιμή των όπλων κάπως τη δύσκολη, ήταν σαφές πως με το όσα έκανα στα βυζιά της ερεθιζόταν και προφανώς αν όχι έφτανε σε οργασμό, καύλωνε αθεράπευτα. Αυτό έγινε φανερό και οδήγησε σε άλλο επίπεδο την καύλα μου, όταν σε ένα ραντεβού έκανε μια κίνηση με μεγάλο νόημα: δεν φορούσε σουτιέν! Δεν ξαναφόρεσε όσο βγαίναμε. Ήταν φανερό, έλεγε : «Μου αρέσει να μου κάνεις ότι θέλεις στα βυζιά μου»... πως να μη χύσω;

Όμως όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος. Η Ζωρζέτα είχε βάλει ένα όρο. "Από τη μέση και πάνω τα πάντα, από τη μέση κι κάτω τίποτε". Βέβαια τριβόμαστε και πλέκαμε τα πόδια μας πάνω από τα ρούχα, αλλά δεν επέτρεπε αγγίγματα στην "απαγορευμένη ζώνη" και ακόμα πρόσβαση στο κιλοτάκι της ή στο κωλαράκι της. Κρατιόμουν όμως εγώ; Άρχισα μια πολιορκία που είχε σαν  αποτέλεσμα να αρχίσουμε να σπαζόμαστε, γιατί εγώ ήθελα να περάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο, ενώ αυτή ήταν ικανοποιημένη με το χαμούρεμα των βυζιών της και μου ζήτησε δακρυσμένη, σε ένα ραντεβού που έμεινε απλά στο καλησπέρα σας-καληνύχτα σας, να σταματήσουμε. Τη θυμάμαι να δυσκολεύεται να μου το πει.  Έκανα τον αδιάφορο αν και όταν πέρασαν τα χρόνια κατάλαβα πως μάλλον ήταν ερωτευμένη και, με όσο της επέτρεπαν οι εσωτερικές της απαγορεύσεις, είχε κάνει μεγάλο άλμα για να μου δώσει και να πάρει ευχαρίστηση.

Ενώ, λοιπόν, συνέβαιναν όλα αυτά, στις συχνές ονειροπολήσεις μου την ώρα που τον έπαιζα στο δωμάτιο μου, ευτυχώς μεγαλώνοντας δεν κοιμόμουν πια με την αδελφή μου, εκτός από την Ζωρζέτα ή τη Λάουρα Αντονελλι που πρωταγωνιστούσε σε μια  Ιταλική σεξοκωμωδία θρυλική, τη "Μαλίτσια", κολάζοντας όλο τον αρσενικό πληθυσμό της χώρας, στις φαντασιώσεις μου, λοιπόν, ταχτικά, ερχόταν και το τρυφερό πανέμορφο κορμί και το γλυκό πρόσωπο του Ετιέν που πια δε φανταζόμουν μόνο να τον φιλάω.

Με απίστευτες προφυλάξεις και προσοχή πήγαινα κρυφά στα τσοντάδικα, που μεσουρανούσαν εκείνη την εποχή. Δύσκολη αποστολή γιατί ήμουν ανήλικος και ακόμα πιο δύσκολη γιατί υπήρχαν κίνδυνοι-ουκ ολίγες φορές είχα φύγει έντρομος, από τις προσεγγίσεις διαφόρων τύπων που δεν είχαν έρθει απλώς για να τον παίξουν. Αυτό λοιπόν ήταν το κρυφό σχολειό της σεξουαλικής μου εκπαίδευσης. Αξέχαστη στιγμή το "Βαθύ Λαρύγγι" όπου είδα πως ένα στόμα μπορεί να γαμηθεί αλύπητα. Ήταν μοιραίο να αρχίσω να φαντάζομαι πως θα είναι να μου παίρνουν πίπα- το να γαμήσω μουνί φαινόταν μια πιο σύνθετη διαδικασία-αλλά στις φαντασιώσεις μου δεν φανταζόμουν τις χειλάρες της Ζωρζέτας να με πίνουν, αλλά τα γλυκά χειλάκια του Ετιέν.

Τον φανταζόμουν να ντρέπεται και να δακρύζει ενώ του γαμούσα το πρόσωπο και έχυνα με τους κουβάδες. Έτσι κύλησε ο χειμώνα και μέσα από τις τσόντες, «ενημερώθηκα» για τις στάσεις, τις διεισδύσεις και τα συμπλέγματα, αναπτύσσοντας μοιραία και γούστα που θα με συντρόφευαν σε όλη μου τη ζωή. Μου άρεσε να βλέπω γυναίκες να γαμιούνται και να τον παίρνουν στο στόμα. Καμία πρωτοτυπία στο θέμα αυτό. Όταν όμως είδα για πρώτη φορά ένα καυλί να παραβιάζει ένα κώλο, η έξαψη μου ήταν απίστευτη. Ειδικά σε μια περίπτωση που η «εκπαιδευτική ταινία» έδειχνε ένα πολύ αδύνατο κορίτσι με κοντά αγορίστικα μαλλιά να το σοδομίζει άγρια με ένα τερατώδες πέος ένας δίμετρος μαύρος έπαθα κυριολεκτικά ρεύση μέσα στο σινεμά. Η απίστευτη έκφραση πόνου και ευχαρίστησης που είχε αυτή στο πρόσωπό της, σε συνδυασμό με την προφανή υποταγή της που εκδηλωνόταν με πηδιέται «παρά φύση», δίνοντας κώλο μου δημιούργησαν μεγάλη έξαψη.

Οι διηγήσεις στις παρέες και η παραφιλολογία γύρω από το πρωκτικό σεξ μου ξεσήκωσαν ακόμα πιο πολύ τη φαντασία. Στα επόμενα χρόνια θα μου δινόταν η ευκαιρία να «κάνω πολλά χιλιόμετρα» και να εντρυφήσω πολύ σε αυτόν τον τρόπο ηδονής, εξελισσόμενος σε δεινό κυνηγό της «πίσω πόρτας» θηλυκών αλλά και αρσενικών ερωτικών συντρόφων. Αλλά στη φάση που βρισκόμουν, «πριν την αρχή», όλη αυτή η σεξουαλική πρακτική, με τη βαζελίνη, το ζόρι για να μπεις στη στενή τρύπα, τη στάμπα του «βρώμικου», την ιδέα πως γαμώντας κάνεις τον άλλον να πονάει και να του αρέσει, μου φαινόταν μυθική και απρόσιτη. Και βέβαια ως απαγορευμένη, την εύρισκα υπέροχη!

Με αυτά και με αυτά πέρασε ο χειμώνας και η άνοιξη και ο πατέρας μου μας ανακοίνωσε, πως θα πάμε διακοπές, που αλλού;… στο γνωστό ξενοδοχείο, στη γνωστή παραλία, όπου ένα χρόνο πριν είχαμε αφήσει ένα ανοιχτό ραντεβού με τον μικρό γλυκό Ετιέν. Θα προσπεράσω τις ανούσιες λεπτομέρειες, γιατί και στη μνήμη μου έχουν μείνει μόνο όσα σχετίζονται με αυτά που συνέβησαν ανάμεσα σε μένα και σε αυτόν. Η αθώα στιγμή που μαζευτήκαμε όλα τα παιδιά στην παραλία την πρώτη μέρα διακοπών για μένα πια δεν ήταν αθώα. Περίμενα πως και πως να δω πως είχε μεγαλώσει μετά από ένα χρόνο. Δεν τον είδα καθώς πήγα στην παραλία και βούτηξα με τρεις τέσσερεις άλλους φίλους. Παίζαμε και κολυμπούσαμε για λίγη ώρα και δεν κοιτούσα προς την ακτή και ενώ ήμουν μέσα στο νερό, ένιωσα ένα χέρι να με ακουμπάει στην πλάτη.

-    Τι κάνεις Παύλο; Ήρθες λοιπόν... επιτέλους…

άκουσα να μου ψιθυρίζουν, ήταν αυτός, με τα γαλαζοπράσινα μάτια και τα κατάξανθα μαλλιά του ακόμα πιο μακριά από πέρσι, όμορφος όσο ποτέ.

-    Γεια σου Ετιέν, πέρασε ένας χρόνος... αλλά δε σε ξέχασα…

του είπα και όπως είμαστε μέσα στο νερό του έπιασα και με τα δύο μου χέρια τη μέση του, προσεκτικά για να μη μας καταλάβουν οι άλλοι.

-    Ας είμαστε προσεκτικοί, του είπα όσο πιο σιγά μπορούσα, ελπίζω να μπορέσουμε να μείνουμε σύντομα μόνοι.

Χαμογέλασε και είπε δυνατά για να τον ακούσουν οι άλλοι:

-    Ξέρεις Παύλο, άρχισα κι εγώ κολύμπι σε ένα σύλλογο στον Πειραιά. Είμαι σίγουρος πως άμα κάνουμε κόντρα θα σε νικήσω.

-    Άσε μας ρε Ετιέν… ο Παύλος είναι πρωταθλητής!

του φώναξε ο Μάνθος, ένας κολλητός από την παρέα που το έπαιζε μαγκάκος.

-    Ναι μικρέ, που πας;…

του φώναζαν και οι άλλοι.

-    Επιμένω... σιγά τον πρωταθλητή…

είπε, με έναν τσαμπουκά και με έναν αέρα που δεν μας είχε συνηθίσει ο συνήθως συνεσταλμένος μικρός «Alors…». Έτσι όπως είμαστε μακρύτερα από τους άλλους, και τις ομιλίες μας τις σκέπαζε το κύμα, μου έριξε τη «βόμβα» του λέγοντας σιγά, έτσι που να το ακούσω μόνο εγώ:

-    Αν σε νικήσω θα μπορώ να σου ζητήσω ό,τι θέλω, αλλά αν με νικήσεις θα κάνω ό,τι θέλεις εσύ.

Προς στιγμή σκέφτηκα «Λες να είναι τόσο καλός; Πολύ θρασύς δεν είναι;» Μετά το είδα λίγο εγωιστικά  «Α! Σαν πολύ αέρα πήρε». Ούτε μου πέρασε η ιδέα πως μπορεί να ήταν όλα αυτά «σικέ». Ένιωσα σαν να πρόκειται να τρέξω τελικό Ολυμπιακών Αγώνων. Η πονηριά του μικρού ήταν απίστευτη. Το έπαθλο; Ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι θα ξεκινάγαμε έτσι. Ήταν σαφές ότι κι ο Ετιέν είχε προχωρήσει ερωτικά, τουλάχιστον σε επίπεδο επιθυμιών, όσο κι εγώ.

-    Εντάξει, για να δούμε πόσο καλός είσαι…

φώναξα με σιγουριά. Ο Μάνθος και άλλος ένας φίλος, ο Σωτήρης, απομακρύνθηκαν γύρω στα 30 μέτρα και κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον δημιουργώντας μια νοητή γραμμή τερματισμού. Η αδελφή μου, η Φωφώ, που ήταν κι αυτή στην παρέα, μαζί με την Κικίτσα, την αδελφή του Μάνθου, ήρθαν δεξιά και αριστερά από τους δυο μας. Κάτσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Δεν πατώναμε βέβαια. Η αδελφή μου σήκωσε το χέρι ψηλά «1,2,3...μαρς!». Αρχίσαμε να κολυμπάμε πολύ γρήγορα με όλη μας η δύναμη. Στα πρώτα 10 μέτρα με πίεζε και πηγαίναμε χεριά-χεριά. Ήταν δυνατός, αλλά είχα σίγουρα μεγαλύτερη εμπειρία. Πήρα γρήγορα μια απόφαση να κάνω ένα τρικ που κάναμε συνήθως στις κούρσες. Για τέσσερεις-πέντε χεριές έκοψα φόρα και τον άφησα να πάρει κεφάλι για λίγα εκατοστά. Ήξερα πως είχε αναθαρρήσει και νόμιζε πως ξεφεύγει και τότε με την ταχύτητα στο φουλ, τον ξεπέρασα εγώ. Τη στιγμή που ξεπερνάς τον αντίπαλο έτσι, αν είναι άπειρος και δεν έχει κάνει αγώνες «σπάει», δεν είναι εύκολο στα μέτρα που απομένουν να ξαναεπιτεθεί. Τον ένιωσα να χάνει έδαφος. Ήξερα πως τον κερδίζω πια και άρχισα να ξεφεύγω με άνεση. Τερμάτισα καθαρά γύρω στα 5 μέτρα μπροστά του.

-    Είδες που δεν πρέπει να τα βάζεις με το τσαμπιόνι;…

του είπε ο Μάνθος.

-    Α! Είσαι πραγματικά πολύ δυνατός... είπε λαχανιασμένος ο Ετιέν.

-    Έχεις δυνατότητες να γίνεις πρώτος, αρκεί να θέλεις να μάθεις, θα σου δείξω όλα τα μυστικά...

του είπα με διφορούμενο τρόπο. Την υπόλοιπη μέρα κάναμε σαν να μην τρέχει τίποτε. Βέβαια, όταν βγήκαμε από το νερό τον είδα πια ολόκληρο και κατάλαβα πόσο είχε ομορφύνει και είχε γίνει σκέτος πειρασμός. Είχε πάρει δέκα πόντους τουλάχιστον, πρέπει να ήταν πια 1.80, αλλά δεν είχε βάλει βάρος, πρέπει να ήταν το πολύ 55 κιλά. Το αγωνιστικό κολύμπι του είχε κάνει ακόμα πιο λυγερό το κορμί. Επίπεδη κοιλιά με ευδιάκριτους, αλλά όχι έντονους κοιλιακούς, χυτά πόδια, με ένα απίστευτα καυλωτικό, αδιόρατο ξανθό χνούδι, οι ώμοι και οι πλάτη του είχαν ανοίξει λίγο κάνοντας όλο το σώμα να φαίνεται ακόμα πιο λυγερό και χαριτωμένο και βέβαια μέσα σε ένα κατάλευκο μικροσκοπικό μαγιώ που φορούσε πια, το υπέροχο σφιχτό, αγορίστικο κωλαράκι του που φαινόταν τόσο αγνό και απείραχτο και μου γεννούσε μια ακαταμάχητη ανάγκη να το γυμνώσω και να το χαϊδέψω. Είχα νικήσει στο κρυφό μας στοίχημα και έπρεπε να εξαργυρώσω το έπαθλο μου. Περπατώντας στην επιστροφή προς το ξενοδοχείο και το σπίτι του, ξεμείναμε με τρόπο λίγο πιο πίσω από τους άλλους.

-    Χάρηκες που έχασες;… του είπα πονηρά.

-    Ήθελα να δω πόσο πολύ θέλεις να...

με κοίταξε με ένα περίεργο διψασμένο βλέμμα, που έλεγε όσα δεν μπορούσε να ξεστομίσει.

-    Ναι, θέλω πολύ να...

είπα κι εγώ αφήνοντας ανοιχτό το υπονοούμενο.

-    Πότε και που;… του είπα.

-    Αύριο βράδυ η μητέρα μου θα λείπει, θα πάει στο κοντινό χωριό σε κάτι φίλες της, αλλά την έχω παρακαλέσει να με αφήσει να έρθω στην ντισκοτέκ μαζί σας. Μου είπε πως μόνο αν με προσέχει κάποιος και με συνοδεύσει σπίτι θα με αφήσει να έρθω κι εγώ. Στις 11:30 θα με πάρει τηλέφωνο να δει ότι έχω γυρίσει. Της είπα πως θα είσαι μαζί μου. Σου έχει εμπιστοσύνη. Να έρθεις να με πάρεις στις 8.30 να σε δει.

 Τα είχε σκεφτεί όλα. Είχα εντυπωσιαστεί με τον τρόπο που χειριζόταν την κατάσταση. Είχε έναν τρόπο που έδειχνε πως σκεφτόταν πολύ καθαρά και μεθοδικά πως θα καταφέρει να βρεθούμε μόνοι με τρόπο που ξεπέρναγε και την πιο  πονηρή γκόμενα, αλλά αυτό που με τρέλαινε είναι πως όλα αυτά τα έκανε σαν να κανονίζαμε να πάμε να παίξουμε μια παρτίδα σκάκι... απαγορευμένο σκάκι τέλος πάντων, αλλά σίγουρα χωρίς την ενοχή που θα προϋπόθετε η πιθανή ερωτική μας εμπλοκή. Μέχρι να έρθει το άλλο βράδυ, είχα περάσει μεγάλη ταραχή, από την προσμονή, αλλά και την αγωνία μήπως κάτι στραβώσει. Δεν είχα κάποιο σχέδιο για το τί θα κάναμε πέρα από απέραντη καύλα και μια ακαταμάχητη επιθυμία να τον γδύσω.

Στις 8.30 ακριβώς πήγα στο σπίτι του. Η γοητευτική Γαλλίδα μου είπε με το χαρακτηριστικό της αξάν:

-    Παύλο να προσέχεις τον Ετιέν. Είσαι υπεύθυνος για αυτόν. Εγώ θα γυρίσω γύρω στις 2. Δε μου αρέσει αυτή η ντισκοτέκ, έχω ακούσει ότι κυκλοφορούν διάφοροι με χασίς και μηχανές.

Τη διαβεβαίωσα πως θα τον πρόσεχα περισσότερο από ότι θα πρόσεχα την αδελφή μου. Και δεν έλεγα ψέματα. Είχα βάλει ένα Τζην πουκάμισο με σηκωμένα τα μανίκια  και τζην παντελόνι με μπλε εσπαντρίγιες. Ο Ετιέν εμφανίστηκε φορώντας ένα άσπρο απλό t-shirt και ένα λευκό παντελόνι με σανδάλια. Είχε φρεσκολουστεί και τα μαλλιά του μυρίζανε πολύ όμορφα καθώς προχωρούσαμε στο μονοπάτι που έβγαζε από το σπίτι του στον παραλιακό δρόμο που οδηγούσε στην ντισκοτέκ. Ήταν πια 9 παρά και είχε αρχίσει να νυχτώνει. Έβλεπα την ξανθιά του χαίτη καθώς περπατούσε μπροστά μου και καθώς έκανε ένα στένεμα το μονοπάτι και δεξιά είχε μια εσοχή που οδηγούσε στην είσοδο ενός εγκαταλελειμμένου οινοποιείου, τον έπιασα από τα μαλλιά και τον παρέσυρα στην είσοδο του οικοδομήματος όπου είμαστε αθέατοι.

 
-    Είπαμε πως θα κάνεις ότι θέλω. Θυμάσαι;…

του είπα και τον κοίταξα στα μάτια.

-    Όχι ακόμα...έχει φως, πρέπει να πάμε στη ντισκοτέκ…

είπε με τρεμάμενη φωνή. Δεν του άφησα περιθώρια. Τον φίλησα με πολύ ένταση και αυτή φορά ανταποκρίθηκε. Οι γλώσσες μας πάλευαν και βογκούσαμε και οι δύο εντελώς καυλωμένοι. Του ξεκούμπωσα το παντελόνι και το κατέβασα με δύναμη μέχρι τα γόνατα μαζί με το σλιπάκι του. Το καυλάκι του μακρύ και λεπτό, είχε ένα ξανθό τρίχωμα και ήταν τέντα σηκωμένο. Δεν αντιστάθηκε. Του πήρα το χέρι και τον έβαλα να το παίζει ενώ εγώ άρχισα να του χαϊδεύω το κωλαράκι του. Ήταν σφιχτό και η σάρκα του μεταξένια, το δάχτυλό μου χάιδεψε τη μικροσκοπική απόλυτα παρθένα τρυπούλα. Τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρισμός.

-    Τι μου κάνεις; Τι θα μου κάνεις;… είπε.

-    Τίποτε ακόμα, απλά είναι τόσος καιρός που θέλω να σε δω γυμνό…

του είπα και του έβγαλα και το μπλουζάκι.

-    Συνέχισε να τον παίζεις, θέλω να δω πως καυλώνεις.

Δεν το περίμενε. Με κοίταζε σαστισμένος. Έβγαλα το καυλί μου έξω. Ήταν σαφώς ένα ανδρικό πέος, γύρω στα 17 εκατοστά, χοντρό και ανεπτυγμένο. Το κοίταζε μαγνητισμένος.

-    Τώρα με το άλλο χέρι παίζε και με το δικό μου… του είπα.

Προσπαθούσε να κρατήσει το ρυθμό, αλλά ήταν σαφές πως είχε ζαλιστεί με όσα του συνέβαιναν.

-    Απλά κράτα με…

του είπα και άρχισα να κουνιέμαι σαν να του γαμάω τη χούφτα ενώ αρχίσαμε να γλωσσοφιλιόμαστε με ακόμα μεγαλύτερο πάθος.

-    Τι θέλεις να κάνω; Τι πρέπει να κάνω;…

ρώτησε σα να μου ζητούσε να πάρω μια πρωτοβουλία. Ήταν νωρίς; Έπρεπε; Αμφιταλαντεύτηκα. Η καύλα νίκησε.

-    Γονάτισε!

Σαν υπνωτισμένος υπάκουσε. Είχα αλλοφρονήσει και προσπαθούσα να κρατήσω τον έλεγχο της κατάστασης. Είχα στα πόδια μου ολόγυμνο ένα θεϊκό αγόρι, του έπιασα απαλά τα μαλλιά και κατεύθυνα στον πούτσο μου στο στόμα του. Άνοιξε τα χειλάκια του χωρίς αντίσταση και χώθηκα απαλά. Ήταν η πρώτη υγρή τρυφερή οπή που γαμούσα στη ζωή μου. Δεν έκανε τίποτε. Δεν ήξερε να παίρνει πίπα. Απλά δεχόταν τον πούτσο μου με υπακοή και τον είδα να έχει δακρύσει, όπως το είχα ονειρευτεί. Ενστικτωδώς, άρχισα να κουνιέμαι μπρος-πίσω, μέσα-έξω μέσα στο στόμα του. Ούτε εγώ ήξερα να γαμάω, αλλά ήταν τόσο γλυκό που γινόταν σχεδόν μόνο του.

Έχυσα βίαια πριν μπορέσουμε και οι δύο να το καταλάβουμε. Του κράτησα το κεφάλι δυνατά και τον ένιωσα να πνίγεται και να ξαφνιάζεται. Μόλις είχε πιει τον πρώτο του πούτσο και με κοίταξε με ένα βλέμμα απορίας, ντροπής και... καύλας. Ήταν μπουκωμένος και από την άκρη των λεπτών χειλιών του έτρεχαν δυο σταγόνες σπέρμα.

-    Πιες το αγάπη μου... πιες το, από εδώ και πέρα ότι σου δίνω στο στόμα θα το καταπίνεις.

Υπάκουσε και τον είδα να τινάζεται και να τρέμει. Ήταν η σειρά μου να τα χάσω. Ο μικρός Ετιέν την ώρα που έπινε για πρώτη φορά τα χύσια μου έπαιζε με βία το καυλάκι του και έτσι όπως ήταν γονατισμένος, έχυνε με άγριους σπασμούς μπροστά στα πόδια μου.

-    Πως ήταν;… τον ρώτησα.

-    Καυτό και πηχτό και αλμυρό...» μου είπε.

-    Σ’ αγαπώ…

του είπα και τον σήκωσα. Τον αγκάλιασα. Έτρεμε.

-    Κι εγώ σ‘ αγαπώ…

απάντησε κι ένιωσα τα χείλια του να μυρίζουν έντονα χύσι.

-    Πάρε μια τσίχλα για να μην καταλάβουν τι έχεις κάνει όταν θα πάμε στη ντισκοτέκ…

του είπα, έβγαλα μια τσιχλίτσα που είχα στην τσέπη μου και του την έβαλα στο στόμα. Με κοίταξε και χαμογέλασε τώρα με ένα πονηρό χαμόγελο.

-    Μα, θα πάμε στη ντισκοτέκ;

-    Ναι βρε κουτό, θα χορεύεις μόνο για μένα και στην επιστροφή θα κάνεις όλα όσα έχω σκεφτεί για σένα.

Ντύθηκε και ξεκινήσαμε για τη ντισκοτέκ ενώ είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά. Του έπιασα το χέρι. Ήμασταν πια ζευγαράκι.

Συνεχίζεται…



Copyright protected OW ref: 99589