Οι ποδοσφαιρόφιλοι

Δημοσιεύθηκε από saliaris
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.25 (2 Votes)
Να είμαι ειλικρινής, επειδή είχα και κουραστική μέρα στη δουλειά δεν πολυγούσταρα. Αλλά για να μην μου τα πρήζει στο κινητό, πήρα την απόφαση και πήγα. Με υποδέχτηκε στο καθιστικό και τι να δω. Μπροστά από την τηλεόραση, ένας φίλος του, λίγο μεγαλύτερος (παντρεμένος κοντά στα 45), να βλέπει μπάλα.

-    Καλά ρε μαλάκα, αφού έχεις παρέα και το ξέρεις δεν είμαι του ποδοσφαίρου, γιατί με καλείς;… του λέω νευριασμένος.

-    Μην αρπάχνεσαι μαναράκι μου, με χαϊδεύει στον ώμο και μου λέει, έλα να γνωρίσεις το Νίκο από τη δουλειά.

Με το Νίκο δουλεύανε στην ίδια μεταφορική εταιρία. Ήταν κι αυτός Αλβανός, με φαρδιές πλάτες και μέτριο παρουσιαστικό. Όχι σαν το Βασίλη μου, που ήταν κουκλί ζωγραφιστό. Ο Νίκος δε με πολυκοίταξε, είχε αφοσιωθεί στη μπάλα.

-    Έλα μωρό μου, κάθισε δίπλα μου τώρα και σε λίγο θα έρθουν τα σουβλάκια να μας σερβίρεις.

Ωραία σκέφτηκα. Έκανα τόσο δρόμο για να του σερβίρω το ντελίβερι, του γελοίου. Για να μην σας τα πολυλέω κι εγώ από τα νεύρα μου σαν γκομενίτσα έκανα, αλλά τελικά κάθισα στον καναπέ του Βασίλη. Σεμνός και σοβαρός, καθότι δεν ήξερα τι έπαιζε με αυτόν το Νίκο. Το ματς έφτανε στο ημίχρονο (Euro ήτανε και έπαιζε η εθνική τους), εκείνοι σχολιάζανε και εγώ σαν τον μαλάκα να περιμένω το φαγητό. Επιτέλους ήρθαν οι πίτσες, τους τα τακτοποίησα σε πιατάκια, φρέσκαρα τις μπυρίτσες τους και πήγα στην τουαλέτα να πλύνω τα χέρια μου. Άφησα την πόρτα μισάνοικτη και τότε ακούω τον Βασίλη.

-    Ρε μαλάκα σου το βεβαιώνω! Το καλύτερο τσιμπούκι κάνει ο πούστης μου. Δε θα το μετανιώσεις και δεν θα το μάθει κανείς!

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Ο ηλίθιος με κάλεσε για να με κάνει βιτρίνα στον ηλίθιο. Λες και του είχε βάλει στοίχημα. Ήμουν εξαγριωμένος. Αλλά συνέχισα να ακούω από το χολ και ψιλοφτιαχνόμουν. Ο δικός μου, του έδινε περιγραφή για τις πίπες μου, ενώ ακουγόταν ο σχολιαστής της μπάλας. Εντελώς σουρεάλ. Εκείνος δε, ο ξενερουά ο Νίκος, ούτε μιλιά. Επέστρεψα και κάθισα πάλι, φέρνοντας λίγο προκλητικά το καλαμάκι σουβλάκι στα χείλη μου. Σκούπιζα τα ζουμιά με την χαρτοπετσέτα και γλειφόμουν με νόημα. Ο Βασίλης πρέπει να έκλεισε το μάτι στο Νίκο, αλλά νομίζει ότι δεν τον είδα τον πανίβλακα.

-    Ημίχρονο έχει αγόρια;… τους λέω.

-    Ναι αγορίνα μου. Και είναι ισοπαλία. Θα μου κάνεις εκείνο που μου έκανες την τελευταία φορά για να μου φέρεις γούρι στην ομάδα;… μου λέει.

Ξεροκατάπια ο ξαναμμένος.

-    Τι λες βρε Βασίλη;… άσε τις μαλακίες, είναι κι ο φίλος σου μπροστά!

-    Μη ντρέπεσαι καργιόλη μου, ο Νίκος είναι φιλαράκι. Του 'χω μιλήσει. Θέλει να σε δει επί το έργο.

Ο Βασίλης μου πιάνει τη μπύρα από το χέρι και την ακουμπά στο τραπεζάκι. Αρχίζει να βγάζει τα αθλητικά του και βγάζει τη ζώνη από το παντελόνι.

-    Δεν είσαι με τα καλά σου ηλίθιε! Θα σου πάρω πίπα μπροστά σε έναν άγνωστο;

-    Δεν είμαι άγνωστος βρε πούστη, φωνάζει ο Νίκος και ψιλοταράχτηκα.

Ο Βασίλης με ηρεμεί χαϊδεύοντας τη μεσούλα μου και μου λέει ψιθυριστά …

-    έλα γλυκό μου αγοράκι, κάντο για μένα, μόνο για μένα.

Ο Νίκος το ζώον συνέχισε να τρώει και να κοιτά διαφημίσεις κι εγώ είπα δεν πάει στο διάολο. Και εκείνος και το γαμωγιούρο τους. Βγάζω το μπλουζάκι μου, πέφτω στα τέσσερα και πλησιάζω τα ανοιχτά πόδια του Βασίλη. Εκείνος την έχει βγάλει έξω και την μαλάκιζε για να του σκληρύνει.

-    Θέλω να κοιτάς τον Νίκο όταν μου τον παίρνεις. Και να βάλεις τα δυνατά σου… μου λέει.

Σπρώχνω την φόρμα του για να τον ξεγυμνώσω τελείως και αρχίζω δουλίτσα με τα χείλη μου. Μόλις που το αγγίζω το πουτσοκέφαλο, το αγόρι μου τινάζεται πίσω από την ηδονή.

-    Ναι μωρή πουστάρα, ρούφα την ψωλή μου!

Με τρέλαινε τελικά που τον έγλειφα και ήταν και κάποιος που με παρακολουθούσε. Γυρνούσα, με τον πούτσο στο στόμα μου και του έριχνα ματιές αυτού του Νίκου. Σαν να του έλεγα με νόημα, κοίτα τι χάνεις ρε χαμένε. Οι αναστεναγμοί του Βασίλη και τα ρουφήγματά μου, σίγουρα είχαν αναστατώσει τον φίλο του. Ο οποίος είχε αφήσει πλέον το φαγητό, ξεκουμπώσει το παντελόνι του και έπαιζε την πούτσα του. Τα είχα χάσει. Ήμουν τρελά καυλωμένος. Είχαν πεταχτεί οι φλέβες και των τριών μας. Πολύ ερωτική κάψα στο πουθενά, μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά.

-    Θέλω να με γαμήσεις τώρα, λέω στο Βασίλη.

Εκείνος χαμογελά πονηρά και με ανεβάζει στον καναπέ. Απέναντι στην πολυθρόνα, του Νίκου το καυλί είχε γίνει τεράστιο. Δεν το πίστευα. Ήταν μεγαλύτερο κι απ’ του δικού μου. Πολύ πάνω από 20 εκατοστά. Τον είχε ερεθίσει τελικά η φάση. Ο Βασίλης έγλειψε τα δυο δάκτυλά του και τα έχωσε στο τουρλωτό μου κωλαράκι. Ήμουν έτοιμος να με τορπιλίσει. Αλλά ήθελα να ζητήσει κι από το φίλο του να μου φέρει κι εκείνος με τη σειρά του, το καβλί του να το τσιμπουκώνω ταυτόχρονα. Δεν το ζήτησα όμως, ντράπηκα. Εκείνος ήθελε μόνο να μας βλέπει και να μαλακίζεται με το τεράστιο όργανό του. Εν τω μεταξύ, εγώ να τον βλέπω και να τον λαχταράω και ο Βασίλης να μου καρφώνει το πέος του μέσα στη σφιχτή μου τρυπίτσα.

-    Είναι τόσο γλυκό. Τόσο ωραίο το παπάρι σου, σκίσε με… του λέω.

Με γαμούσε άγρια και με έβριζε χυδαία, σαν καυλωμένο άλογο από πίσω μου, σπρώχνοντας με δύναμη.

-    Θα σε ξεσκίσω πουτάνα μου 'λεγε, θα σε τρυπήσω μωρή ψώλα.

Ο Βασίλης σκόραρε κανονικά στη στενή μου εστία. Μπαινόβγαινε λαίμαργα μέσα μου και θαρρώ πως μου το έχωνε ακόμη πιο σκληρά, απ’ ότι τις άλλες φορές. Ίσως και για να εντυπωσιάσει τον -διαιτητή για την περίσταση- φίλο του. Φαντάσου τι θα του 'χε πει. Αυτές οι παπαριές που λένε και κοκορεύονται μεταξύ τους οι πουτσαράδες. Έχυσε καυτό ποτάμι στην πλάτη μου και με αγκάλιασε σφιχτά από πίσω, φιλώντας με στο λαιμό. Κι αυτό δεν μου το ‘χε ξανακάνει. Ένιωσα ευτυχισμένος και έχυσα. Ξαφνικά κι ενώ είχα ξεχάσει για λίγο την παρουσία του Νίκου, εκείνος σηκώθηκε κι άρχισε να ραντίζει με το σπέρμα του το καθιστικό. Το μανάρι μου. Είχε αναψοκοκκινίσει από καύλα και έχυνε χύσια παντού. Στο τραπεζάκι, στο φαγητό μας, μέχρι και την οθόνη της τηλεόρασης πήραν τα σκάγια. Πόσο θα ήθελα να το είχε κάνει στο στόμα μου. Να με πνίξει με την μάνικα του.

-    Ωπα ρε μεγάλε, του λέει ο Βασίλης, έχουμε και δεύτερο ημίχρονο να δούμε και σκάμε στα γέλια.

Και τότε έκανα κάτι που τους ερέθισε τρελά. Μου ήρθε εκείνη τη στιγμή, εντελώς αυθόρμητα. Η σύνδεση είχε επανέλθει στον αγωνιστικό χώρο και εγώ καθάριζα με την γλωσσίτσα μου το σπέρμα του Νίκου από την LCD οθόνη. Ήταν νοστιμότατο! Ο Νίκος δεν θα το είχε ξαναδεί και πρέπει να ζαλίστηκε από τον τρόπο που μάζευα έτσι γυμνός τα χύσια του. Από το πάτωμα και από το τραπεζάκι, από όπου κι αν μου γυάλιζε το πηχτό του υγρό. Κάθισα στην άκρη για να τους αφήσω να απολαύσουν τη συνέχεια του αγώνα και έκανα λιγάκι υπομονή, γνωρίζοντας πως όταν θα τελειώσει θα με ξεσκίσουν στο γαμήσι και οι δυο τους. Εμένα δεν ένοιαζε ούτε ο αγώνας, ούτε το σκορ. Μου αρκούσε να τους βλέπω από το πάτωμα απέναντι, με τις μαλαπέρδες τους έξω και να μου ρίχνουν κλεφτές ματιές που και που. Στον πούστη τους. Που θα τους περίμενε, μετά το παιχνίδι.



Copyright protected OW ref: 97226