Στο μάστορα μου

Δημοσιεύθηκε από saliaris
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.00 (1 Vote)
Μου είχε καεί το πίσω φλασάκι στο αμάξι και αποφάσισα Δευτέρα πρωί, πριν από τη δουλειά, να περάσω από τον κο Γιώργο. Ο κος Γιώργος, γνωστός του πατέρα μου, διατηρούσε ένα συνεργείο μαζί με το γιό του (φρεσκοπαντρεμένος εκείνος). Μια ποντικότρυπα, στο Περιστέρι. Έφτασα γύρω στις οκτώ παρά τέταρτο, σίγουρος ότι ανοίγει το μαγαζί από τις επτάμισι. Θα ξεμπέρδευα γρήγορα, ήλπιζα. Ένα λαμπάκι ήταν, πέντε λεπτά δουλειά. Βάζω κατευθείαν με τη μούρη το αυτοκίνητο και μου ήρθε γρήγορα μυρωδιά από τα ανταλλακτικά και τα λάδια στα ράφια. Από το βάθος ξεπρόβαλε ο κος Γιώργος με την φόρμα εργασίας. Γεροδεμένος, γύρω στα 60, με καράφλα και με μια μικρή κοιλίτσα, πολύ ταιριαστή με την ηλικία του. Γενικά, σου δίνει την εντύπωση του πολύ ώριμου άντρα και του πολύ άγριου στο βλέμμα, αλλά δεν το ‘χε δύσκολο να σου χαμογελά και το βρίσκω πολύ καυλωτικό να μου προσφέρουν τρυφερές ματιές, σκληρά αρσενικά. Εμένα βέβαια με γνώριζε και νομίζω με συμπαθούσε από πιτσιρίκο, οπότε δεν ήταν ποτέ απότομος μαζί μου. Τον είχα πετύχει βέβαια να σκυλοβρίζει άγρια πελάτες του. Και στο γιο του μιλούσε άσχημα.

-    Καλημέρα κε Γιώργο, καλή εβδομάδα.

-    Γεια σου… όμορφε!

Δεν θυμάται το όνομα μου σκέφτηκα. Ένιωσα τη ντροπή στο πρόσωπό του, καθώς σκούπιζε τον ιδρώτα του στο μέτωπο, με ένα πανί, αλλά δεν έδωσα σημασία.

-    Καιρό έχεις να μας έρθεις, μου λέει.

-    Είδες κε Γιώργο, καινούργιο αμάξι, λιγότερες συντηρήσεις προς το παρόν… και γέλασα. Ο γιός σου που είναι, την σκαπούλαρε πάλι;… συμπλήρωσα έτσι για να σπάσω τον πάγο.

-    Διακοπές μου λέει με την γυναίκα του. Να σου παραγγείλω καφεδάκι;

-    Όχι κε Γιώργο, το φλασάκι μου κάηκε, δεν θα κάτσω πολύ.

Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, σαν να γνωρίζει ότι βιάζομαι και πηγαίνει προς το αμάξι. Καθώς άλλαζε το λαμπάκι, με ρώτησε για τον πατέρα μου και πώς πάω στη δουλειά. Τον παρατηρούσα, το πόσο φρέσκος ήταν, παρά το πρωινό της ώρας και τον ρώτησα τι ώρα ξυπνάει.

-    Από τη ζέστη δε μπορώ, μου λέει, αγορίνα μου (!), ξυπνώ από τις πέντε τα ξημερώματα.

Δεν περίμενα να με αποκαλέσει έτσι. Νομίζω δεν το έχει ξανακάνει ο κος Γιώργος. Πέρασε για λίγο από δίπλα μου και αισθάνθηκα μια ωραία μυρωδιά αντρίλας. Εκείνος όμως με αποστόμωσε.

-    Μυρίζεις πολύ ωραία. Φοράς κολόνια στο γραφείο; μου λέει.

-    Όχι… λίγο αποσμητικό του λέω και χαμογελώ.

-    Θα σου βρωμάει εδώ μέσα.

-    Μην το λες κε Γιώργο, το ξέρεις πως πάντα μου άρεσαν τα εργαλεία και αυτή η δουλειά.

-    Σε θυμάμαι που ερχόσουν εδώ και μου τα πείραζες, είπε και χαμογελάμε κι οι δυο.

-    Σου τα πείραζα ε;… ρώτησα και χαμογέλασα με πονηριά.

Έτριψε για λίγο τον καβάλο του και γύρισε ξανά προς το μέρος μου.

-    Λοιπόν κε Γιώργο, σε ευχαριστώ, τι σου χρωστάω;

Κάνω να βγάλω το πορτοφόλι από την κωλότσεπη.

-    Όχι μαναράκι μου (!), σε παρακαλώ, έλα τώρα…

-    Μα κε Γιώργο, με έχετε εξυπηρετήσει τόσες φορές, του λέω.

-    Θα τα βρούμε άλλη φορά, μη σε νοιάζει μου λέει και μου πιάνει την χούφτα μου πιέζοντάς την προς την τσέπη μου.

-    Βαλ’ το εκεί που το πήρες…

σπρώχνοντας το πορτοφόλι ξανά πίσω στην κωλότσεπη μου. Το τζιν μου ήταν στενό και χαμηλοκάβαλο. Ένιωσα την δύναμή του να με πιέζει, σαν να με χούφτωνε. Κολλημένος πάνω του, τον άφησα να μου το βάλει στην τσέπη εκείνος, καθοδηγώντας τελικά τη χούφτα του. Ένιωσα να μου χαμογελά. Σαν να είχα καυλώσει κι εκείνος φαντάζομαι το ίδιο. Δε μπορούσα να τον κοιτάξω χαμηλά γιατί ντρεπόμουν. Κάποιος όμως πρέπει να κάνει την πρώτη κίνηση. Πήρα το θάρρος και αναστέναξα μέσα στο πρόσωπό του, έλιωνα από καύλα. Σχεδόν ήμασταν αγκαλιά και με επεξεργαζόταν με τα μάτια του καρφωμένα στα χείλη μου. Η παλάμη του δεν είχε φύγει από το κώλο μου και πίεζε με τα χοντρά του μαστορικά δάκτυλα τα κωλομέρια μου. Του έδειχνα ότι θα παραδοθώ, αφού δεν αντιστεκόμουν και εκείνος, με μια γρήγορη κίνηση, πατάει με ένα μπουτόν την ηλεκτρική γκαραζόπορτα και την κλείνει.

Ο χώρος μας πλέον, είχε γίνει ιδιωτικός, με μένα και τον μαστρο-Γιώργο, έτοιμους για όλα. Ένιωσα το βλέμμα του σκοτεινιασμένο, λίγο πιο αγριεμένο από πριν. Προφανώς ήταν κυριευμένος από πόθο. Με έσφιγγε και τα στήθη μας ήταν κολλητά. Ναι, ένιωσα τον πούτσο του, να πρήζεται μέσα από την μπλε του φόρμα. Το δικό μου το πουλάκι, έτοιμο να εκραγεί μέσα στο σλιπάκι. Μούγκρισε και μου έδωσε ένα αχόρταγο φιλί στο στόμα. Ήταν υπέροχο. Είχε το πάνω χέρι, ήταν ο δυνατός.

-    Κε Γιώργο, πόσα χρόνια ήθελα να το κάνουμε αυτό, του λέω ναζιάρικα.

Δε μίλησε καθόλου, με πίεζε με το ένα χέρι του στο κωλομέρι μου και με το άλλο μου έσπρωχνε από πίσω το κεφάλι, πνίγοντάς με στα φιλιά. Έβγαλε την γλώσσα του και μου έγλειψε παθιάρικα το αυτάκι μου. Με είχε κυριεύσει μια απίστευτη ανατριχίλα. Δεν πίστευα ότι θα ένιωθα έτσι για έναν 60χρονο και μάλιστα σχετικά γνωστό μου. Συνέχισα να μιλάω παθιάρικα, αλλά εκείνος μούγκα. Άγριο αρσενικό που ξέρει ακριβώς τι μου χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. Του ξεκουμπώνω τα πρώτα κουμπιά της φόρμας του και αντικρίζω τις κατσαρές τρίχες στο στήθος του. Σαλιώνω με νόημα τα χείλη μου και νομίζω του δείχνω τι θέλω να του κάνω.

-    Θέλω να σε ξεπληρώσω για τις υπηρεσίες σου κε Γιώργο. Που μου έχεις φερθεί τόσο καλά, τόσα χρόνια.

-    Σκάσε πουτανάκι (!)…

μου λέει και με τραντάζει. Με πιάνει από τα μαλλιά και ομολογώ δεν το περίμενα. Η φωνή του είχε αλλάξει κι μου θύμισε τον κο Γιώργο που είχα δει κι έβριζε. Τον αγριεμένο. Με έφτυσε στα μούτρα και έγλειψε τα σάλια του από το μάγουλό μου. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο και τρομακτικό να τον βλέπω έτσι, αλλά ειλικρινά είχα φτιαχτεί απίστευτα. Μα πώς μεταλλάσσεται έτσι ο άνθρωπος μέσα στην καύλα του; Απωθημένο το είχε, να με γαμήσει τόσο καιρό; Πήγα να τον φιλήσω και με σταμάτησε με δύναμη.

-    Θα μου τον γλείψεις πούστη…

μου λέει και με ρίχνει στα γόνατα. Η βαρβατίλα του, και οι προστυχιές του με καύλωσαν. Κατεβάζει τιράντες από τη φόρμα, το καρό του μπόξερ και εμφανίζεται μπροστά μου το θηρίο. Ένας παχύς, τεράστιος πούτσος. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα σαν μια διψασμένη πουτάνα και τον έχωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα στο στόμα μου. Πίπωνα με τις χειλάρες μου το πουτσοκέφαλο του και τον κοίταζα ψηλά που με αγριοκοίταζε.

-    Παρ’ το καριόλη πούστη, όλο μέσα, μου φώναζε και με πίεζε με τα χέρια του στα μαλλιά μου.

Ένιωθα απίστευτη ηδονή και ο αγνώριστος κος Γιώργος, μούγκριζε σαν κτήνος. Το παπάρι του ήταν πολύ χοντρό για το μικρό μου στοματάκι και φοβόμουν ότι θα μου ξέσκιζε τα μάγουλα έτσι όπως με πίεζε να του το τσιμπουκώσω. Σπρώχνω λίγο έξω και με τη γλώσσα μου άρχισα να επεξεργάζομαι τις αρχιδάρες του. Τώρα μάλιστα! Εδώ το έχουμε καλύτερα. Τις ρούφαγα με λαιμαργία και ήταν νοστιμότατες. Οι πολλές τρίχες, το έκαναν και πιο ενδιαφέρον, αφού μου γαργαλούσαν το δέρμα μου. Τον κοιτάζω και είχε ιδρώσει ποτάμι. Το απολάμβανε, όπως κι εγώ. Ήταν απίστευτος, παρά την ηλικία του. Ένα αληθινό κτήνος του σεξ. Ξεθάρρεψα λοιπόν και είπα να πάρω επιτέλους το πάνω χέρι. Να του δείξω ότι έχω εμπειρία με άντρες και να του δώσω να καταλάβει, ότι δεν ήμουν κάποιο τυχαίο αγοράκι που έτυχε να γαμήσει.

-    Θέλω να χύσεις μέσα μου, να με γεμίσεις με τα υγρά σου μέσα στο στόμα μου, του λέω. Σίγουρα δεν το περίμενε.   

Πήρα μια ανάσα και άρχισα να του πιπιλάω το πετσάκι και να πιέζω τα αρχίδια του. Είχε σκληρύνει πολύ ο κος Γιώργος. Γλιστρούσα με την γλώσσα μου πάνω κάτω και τον επεξεργαζόμουν πλέον καλύτερα. Το πάχος του εφάρμοσε τελικά κομπλέ στο στοματάκι μου. Ήταν θέμα συνήθειας. Το έκανα τέλεια και το κατάλαβα, γιατί γύρισα και τον κοίταξα και ήταν απορημένος με το πόσο αισθησιακά τον πίπωνα.

-    Παλιόπαιδο θα σε χύσω…

άρχισε να μου λέει και ένιωθα να τρέμει ολόκληρος. Ήταν έτοιμος για ολοκλήρωση. Το στόμα μου ήταν ήδη υγρό από τα σάλια μου, αλλά άρχισα να νιώθω την αλμυρή πλημμύρα του σπέρματός του. Δε σταματούσα να τον τρομπάρω με λαιμαργία. Θέλω να συνεχίσει να μου γαμάει στο κεφάλι. Τα χείλη μου έσφιγγαν τον πούτσο του και δεν ήθελα να βγει ούτε σταγόνα χύσι έξω από αυτά. Το ήθελα όλο μέσα μου. Εκείνος μούγκριζε σαν τέρας. Αν ήταν πελάτης απ’ έξω από το μαγαζί, σίγουρα θα τον άκουγε. Τα κατάπινα με μεγάλη ευκολία και δεν το πίστευε, είχε μείνει άφωνος. Προφανώς δεν του είχε συμβεί τέτοιο τσιμπούκι του ανθρώπου. Του τον βγάζω τον στραγγίζω με την γλωσσίτσα μου και τον ξαναπαίρνω μέσα για ένα τελευταίο γλείψιμο.

-    Όρίστε και το γυάλισμα/κέρωμα κε Γιώργο…

του λέω χαμογελώντας και εκείνος τίγκα ιδρωμένος με κοίταζε αποσβολωμένος. Με σηκώνει και με χαϊδεύει. Δεν θα με φιλήσει, φαντάζομαι. Δεν του το’ χω. Κι όμως. Με πιάνει με βία και μου δίνει ξανά ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο, από τα καλύτερα που είχα ποτέ. Ήθελε να γευτεί την μυρωδιά των υγρών του στο στόμα μου. Ήταν υπέροχος. Όλο το σκηνικό κράτησε γύρω στο τέταρτο κι όμως με καύλωσε τόσο πολύ, τώρα που το σκέφτομαι, που νιώθω πως ήταν το καλύτερο στοματικό που είχα στη ζωή μου. Με τον κο Γιώργο αποχαιρετιστήκαμε εκείνο το πρωί και να σας πω την πικρία μου, δεν ξαναπέρασα τον τελευταίο μήνα. Θέλω όμως να το ξανακάνω. Και αυτή τη φορά, να δοκιμάσω, να του δώσω το κωλαράκι μου. Πιστεύω, θα γαμάει με την ίδια, ίσως και περισσότερη δύναμη. Θα το προγραμματίσω να τον πετύχω πάλι μόνο, ένα πρωινό και θα μοιραστώ την εμπειρία μου μαζί σας.



Copyright protected OW ref: 97118