Ο παίδαρος θείος

Δημοσιεύθηκε από los
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.75 (4 Votes)
Ζω με τους γονείς μου, αλλά σε ξεχωριστά σπίτι πάνω εγώ κάτω εκείνοι, όποτε έχω την άνεση να φέρνω γκόμενους στο σπίτι για να πηδηχτούμε κατά καιρούς. Όλα ξεκίνησαν το Δεκέμβριο, εκεί κοντά στα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, όταν ένας μακρινός συγγενής, δεύτερος ξάδερφος του πατέρα μου ήρθε στην πόλη μας για λίγες μέρες για κάτι δουλειές και όπως ήταν αναμενόμενο θα τον φιλοξενούσαμε εμείς, μιας κι εγώ είχα ανεκμετάλλευτο ένα ολόκληρο σπίτι ο πατέρας μου πρότεινε να μείνει σε μένα. Στην Αρχή έφερα τρομερές αντιστάσεις γιατί τον συγκεκριμένο συγγενή είχα να τον δω από τότε που πήγαινα δημοτικό και δεν ένιωθα άνετα να είμαι σε ένα χώρο μονός μου μαζί με κάποιον που δε  θα έχω τι να πω. Ο πατέρας μου επέμενε πως έπρεπε να γίνει έτσι γιατί εκείνος και η μάνα μου θα φεύγανε σε δυο μέρες για ένα συνέδριο που είχε για τη δουλεία του στο εξωτερικό  με αποτέλεσμα να έμενα στην κυριολεξία μόνος. Τι να έκανα όμως, ήταν τρομερή αγένεια να του πω να πάει σε ξενοδοχείο. Με βαριά καρδιά δέχτηκα. Ο «θείος» έτσι θα τον λέω  Ερχόταν από ώρα σε ώρα  την ίδια μέρα.

Είχε μεσημεριάσει αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό, βγήκα στο μπαλκόνι να  πάρω ξύλα  για το τζάκι και με την άκρη του ματιού μου είδα ένα μαύρο τζιπ να πλησιάζει στο σπίτι μου, είχα ξεχάσει εντελώς ότι περιμέναμε μουσαφίρη. Το πελώριο αμάξι έστριψε και σταμάτησε στην μπροστινή αυλή, οι γονείς μου  πετάχτηκαν να καλωσορίσουν το «θείο», ενώ εγώ συνέχισα να απτόητος να μαζεύω κούτσουρα ρίχνοντας κλεφτές ματιές. Η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε και από μέσα βγήκε ένας τύπος γύρω στα σαράντα μελαχρινός και ελαφρός γκριζαρισμένος με περιποιημένο μούσι ψηλός και με ένα κορμί που θα ζήλευε και αθλητής, αν και ντυμένος βαριά, το καταλάβαινε κανείς από το σουλούπι. Αγκάλιασε τους γονείς μου τους φίλησε κοιτώντας προς το μέρος μου και χαμογελώντας με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο που θα καθήλωνε τον καθένα.

-    Τι κάνεις είσαι καλά; Μου φώναξε.

-    Μια χαρά εσύ; Έρχομαι…

Του απάντησα ενώ πήγαινα βιαστικά τα ξύλα μέσα. Τα ακούμπησα όπως-όπως σε μια μεριά, έτρεξα στη βρύση να πλύνω τα χέρια μου και να κατέβω και εγώ κάτω να τον χαιρετήσω. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, παρατηρούσα το αμάξι και πονηρές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Πως θα ήταν να κάνεις σεξ μέσα εκεί και άλλα τέτοια. Έφτασα στην πόρτα των γονιών μου, φωνές και γέλια έφταναν μέχρι έξω, έστριψα το κλειδί και μπήκα μέσα. Το βλέμμα του έπεσε αμέσως πάνω μου, χαμογέλασε και σηκώθηκε.

-    Πόσα χρόνια έχω να σε δω εσένα μικρέ;

Μου είπε, με έσφιξε στην αγκαλιά του, χαμογέλασα και τοΥ έκανα χιούμορ. Ήταν τόσο αντράκλας και από κοντά πολύ πιο όμορφος, φορούσε και ένα άρωμα από εκείνα που ταιριάζουν στα γνήσια αρσενικά. Πιάσαμε κουβέντα όλοι μαζί, ενώ η μάνα μου έστρωνε το τραπέζι να φάμε ταυτόχρονα. Τότε ο θείος σαν να έπαθε αναλαμπή είπε:

-    Ξέχασα τα γλυκά στο αυτοκίνητο. Γιώργο θα πας να τα φέρεις;…

μου είπε κ άπλωσε το χέρι του να μ δώσει τα κλειδιά. Πήρα τα κλειδιά και πήγα στο αμάξι, το άνοιξα, πήρα τις δύο τσάντες που είχε τοποθετημένες στο πίσω κάθισμα και όπως πήγα να κλείσω την πόρτα το μάτι μου έπεσε σε ένα κουτί καπότες που είχε στο χειρόφρενο, άπλωσα το χέρι μου και έπιασα το κουτί, το κοίταξα και ξαφνικά ακούω από πίσω μου μια φωνή να λέει με χιουμοριστικό ύφος

-    Προφυλακτικά είναι, δεν έχεις ξαναδεί;

-    Φυσικά…

απάντησα αμέσως προσπαθώντας να κρύψω την ντροπή που ένιωθα εκείνη τη στιγμή, γυρνώντας προς το μέρος του θείου και χαμογελώντας σαν ηλίθιος.

-    Κάνουν και οι ηλικιωμένοι σεξ…

συνέχισε γελώντας πάντα με περιπαικτικό λόγο.

-    Ε… όχι και ηλικιωμένος του λέω. Ούτε 15 χρόνια δε με περνάς.

Μου έριξε μία ματιά όλο υποσχέσεις και αφού είπαμε κι άλλα αδιάφορα, ύστερα από λίγα λεπτά πήγαμε ξανά μέσα. Καθίσαμε, φάγαμε και μας πήρε το απόγευμα με κουβέντες και ιστορίες από τα παιδικά χρόνια του πατέρα μου και του θείου μου στο χωριό. Μέσα σε όλα ο πατέρας μου ανέφερε και το ότι ο θείος θα έμενε πάνω σε μένα, βρίσκοντας απόλυτα σύμφωνο το θείο που με κοίταζε συνεχώς. Εγώ, δήθεν από ντροπή, έστρεφα το βλέμμα μου αλλού, οι καύλες μου όμως κάτω από το τραπέζι είχαν χτυπήσει κόκκινο. Ήθελα απελπισμένα να πάω σπίτι μου να τον παίξω ή ακόμα καλύτερα να μου τον παίξει εκείνος. Είχα χαθεί στις σκέψεις μου, μέχρι που η φωνή της μάνας μου με έφερε στην πραγματικότητα. Μου είπε να πάμε πάνω, να ξεκουραστεί κι ο θείος και θα τα λέγαμε αργότερα. Έτσι κι έγινε. Ξεφορτώσαμε τις βαλίτσες του, τις πήγαμε πάνω στο σπίτι μου και αράξαμε στους καναπέδες μπροστά στο τζάκι.

-    Μικρέ.

-    Τι είναι, απαντώ.

-    Θέλω να κάνω ένα μπανάκι.

-    Έχει ζεστό νερό, μισό να σου δώσω και μία πετσέτα

Σηκώθηκα, πήγα στο μέσα δωμάτιο και επέστρεψα με την πετσέτα, του την έδωσα με ευχαρίστησε και πήγε στο μπάνιο. Εγώ έμεινα στον καναπέ να παίζω με το κινητό μου έχοντας απλώσει τα πόδια μου κοντά στη φωτιά να ζεσταίνονται. Οι καύλες όμως και η περιέργεια δεν με άφηναν ήσυχο. Αυτόν τον άντρα τον ήθελα μέσα μου. Και να φανταστεί κανείς ότι δεν ήθελα καν να τον φιλοξενήσω. Γούσταρα μεν, αλλά είχα και αναστολές. Ξάδερφος του πατέρα μου σκεφτόμουν και προσπαθούσα να το χωνέψω. Από την άλλη θα ναι straight και θα γίνω ξευτίλα σκέφτηκα. Με έπιασε ανησυχία και υπερένταση. Σηκώθηκα από τον καναπέ και περπατώντας στις μύτες έφτασα έξω από την πόρτα του μπάνιου. Μέσα ακουγόταν το νερό που έπεφτε. Έσκυψα και κρυφοκοίταξα από την κλειδαρότρυπα, η καρδιά μου κόντευε να βγει έξω από το στήθος μου. Τον είδα γυμνό από πίσω, ότι είχα στο μυαλό μου για αυτόν, όλα στον υπερθετικό βαθμό, φαρδιές πλάτες, κώλος πεταχτός, γυμνασμένος, εντελώς άτριχος και μπούτια πρησμένα από τη γυμναστική.

Καύλωσα τόσο πολύ που πήγα στην κουζίνα, πήρα μια χαρτοπετσέτα κι άρχισα να τον παίζω στα γρήγορα να ξαλαφρώσω. Δεν άργησα καθόλου να χύσω. Εκτόξευσα μια τεράστια ποσότητα σπέρματος πάνω στο χαρτί με αποτέλεσμα να το τρυπήσω και αρκετό σπέρμα να καταλήξει στο χαλί. Σκουπίστηκα γρήγορα-γρήγορα, ενώ άκουσα την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει. Με σπασμωδικές κινήσεις πήρα κι άλλο χαρτί και προσπαθούσα να εντοπίσω τους λεκέδες από τα χύσια μου στο χαλί να τα σκουπίσω. Ο θείος εμφανίστηκε μπροστά μου με την πετσέτα τυλιγμένη γύρω του. Κόντεψε να μου πέσει το σαγόνι στο πάτωμα το κορμί του ήταν ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ. Γεμάτο μύες, με μπράτσα και κοιλιακούς. Πήγε στο τζάκι λέγοντάς μου ότι ήθελε να ζεσταθεί λίγο. Δεν έχασα την ευκαιρία και του έκανα ένα κομπλιμέντο για το σώμα του έτσι να ρίξω και τη σπόντα μου, με ευχαρίστησε ατάραχος και συνέχισε να μου λέει για το πόσες ώρες γυμνάζεται και άλλα τέτοια. Αδιαφορούσα εντελώς όμως για το τι μου έλεγε. Το βλέμμα μου, όσο διακριτικά μπορούσα, τον παρατηρούσε από πάνω μέχρι κάτω. Ένα ελαφρύ φούσκωμα ξεχώριζε από την πετσέτα. Δεν ήταν καυλωμένος, αν και το έμπειρο μάτι μου έκοψε ότι ήταν προικισμένος. Όσο μου μιλούσε με πλησίαζε κιόλας, εγώ μέσα μου έλεγα να δεις έρχεται για πέσιμο, αλλά μάταια. Ήρθε δίπλα μου και άρχισε να ανοίγει τα ντουλάπια προσπαθώντας να βρει ποτήρι. Όσο περιφερόταν στην κουζίνα πατούσε το χαλί με γυμνά πόδια.

-    Γιατί είναι βρεγμένο το χαλί;

-    Μου έπεσε λίγο νερό, είπα με ψυχραιμία.

-    Νερό ε; Καλά…

είπε και γέλασε. Δεν υπήρχε λόγος να τον πείσω για το αντίθετο, με βόλευε κιόλας. Πήγε στο δωμάτιο και ντύθηκε. Αργότερα βγήκαμε με τους γονείς μου όλοι μαζί και ο θείος για καφέ μέχρι αργά το βράδυ. Το βλέμμα του όμως ήταν πάλι περίεργο, ήταν το ίδιο βλέμμα που είχε το μεσημέρι στο τραπέζι κι ενώ μείναμε μόνοι μας ήταν πολύ κομπλέ. Η μάνα μου ξεκίνησε μια κουβέντα περί παντρειάς και ρωτούσε το θείο γιατί δεν παντρεύτηκε ακόμα και τα χρόνια περνούν κλπ, κλπ. Εκείνος είπε ότι είχε μια σχέση που τελείωσε πρόσφατα αλλά τίποτα το σοβαρό. Κάπου εκεί εγώ όπως καταλαβαίνετε πείστηκα ότι γαμάει γκόμενες και καθόμουν ξενερωμένος. Είχα σχέδιο παρόλα αυτά. Ο θείος από τα ποτά είχε κάνει κεφάλι. Όταν γυρνούσαμε σπίτι είχα σκοπό να τον μεθύσω για τα καλά και να τον εκμεταλλευτώ.

Κάποιες ώρες αργότερα επιστρέψαμε σπίτι, ο Θείος εμφανώς ζαλισμένος, παραπατούσε, σωριάστηκε στον καναπέ κάνοντας χαβαλέ. Του πρότεινα να πιούμε κανένα τελευταίο πριν πάμε για ύπνο. Μου το έπαιξε λίγο δύσκολος, αλλά δε χρειάστηκε και πολύ να τον πείσω. Έτσι πήγα στην κουζίνα και πήρα ένα μπουκάλι κρασί πολύ γλυκό, από αυτά που πίνεις ένα ποτήρι και σε χτυπάνε στο δόξα πατρί. Το άνοιξα, έβαλα σε εκείνον έβαλα & σε μένα (που ήμουν εντελώς νηφάλιος) και του το προσέφερα. Εκείνος έπινε κι εγώ έκανα πως έπινα μέχρι που το μπουκάλι το φτάσαμε στον πάτο με το Θείο να μου λέει συνεχώς χαϊδεύοντας με στο πόδι «με μέθυσες ανιψιέ». Ήταν τόσο τύφλα που κόντευε να κοιμηθεί στον καναπέ, έτσι με λίγο ζόρι τον σήκωσα και τον πήγα στο δωμάτιο. Κρατώντας τον από το τεράστιο μπράτσο, τον ξάπλωσα στο κρεβάτι, ενώ εκείνος μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του «δε θέλω να κοιμηθώ με τα ρούχα». Άλλο που δεν ήθελα εγώ. Του έβγαλα πρώτα τα παπούτσια και τις κάλτσες, ύστερα τη μπλούζα και στη συνέχεια τη φανέλα. Άφησα για το τέλος το παντελόνι.

Η καύλα μου ήταν απερίγραπτη, είπα η τώρα η ποτέ, του έβγαλα το παντελόνι και τον άφησα με το εσώρουχο. Φορούσε όπως το φανταζόμουν, μαύρο σλιπάκι που κολάκευε τόσο πολύ το καλογυμνασμένο του κορμί. Τον ρώτησα μια φορά σε αρκετά έντονο τόνο αν ήταν εντάξει, αλλά απάντηση δεν πήρα. Ήταν στουπί και είχε αποκοιμηθεί. Άπλωσα διστακτικά το χέρι μου πάνω στο σλιπάκι του και πάνω από το εσώρουχο του χάιδεψα απαλά τον πούτσο, είχα αρχίσει να ιδρώνω από καύλα Δεκέμβρη μήνα. Με απαλές κινήσεις έπιασα με τα δύο μου χέρια να του βγάλω το σλιπάκι, πάντα με το φόβο μη σηκωθεί και μου σπάσει τα μούτρα, του το κατέβασα μέχρι τα γόνατα. Ο πούτσος του αν και πεσμένος ήταν μεγάλος, τριμαρισμένος, τα αρχίδια του ήταν τόσο μεγάλα σα λεμόνια και φρεσκοξυρισμένα. Πλησίασα το πρόσωπό μου να τα μυρίσω ενώ το δεξί μου του χάιδευε την ψωλή που ανταποκρινόταν στα χάδια μου. Μύριζε αντρίλα. Κατέβασα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα το παντελόνι μου και έπαιζα με το αριστερό μου χέρι τον δικό μου πούτσο.

Θα τον τσιμπουκώσω σκέφτηκα, άνοιξα το στόμα μου κι έγλειψα το πουτσοκέφαλο του και σιγά-σιγά το κατάπινα. Ο πούτσος του ήταν μισοκαυλωμένος. Συνέχιζα να τον ρουφάω μέχρι που του σηκώθηκε εντελώς. Τον έβγαλα από το στόμα μου, το έπιασα με το χέρι μου για να το δω. Μια πούτσα υπέροχη, πρησμένη, με φλέβες, γύρω στους 19 πόντους, χοντρή και κυρίως πεντανόστιμη. Ο Θείος δεν είχε πάρει χαμπάρι, εκεί εγώ αναθάρρεψα και άρχισα να τον ρουφάω πιο δυνατά. Είχα γίνει τόσο τούρμπο που ξερόχυνε το καυλί μου. Του έκανα βαθύ τσιμπούκι φτάνοντας την ψωλάρα του στον λάρυγγα μου για λίγα δευτερόλεπτα. Εκεί αναστέναξε για πρώτη φορά. Αυτός του ο αναστεναγμός με έκανε κι έχυσα πάνω μου μια γενναία ποσότητα. Δε με ένοιαζε καθόλου, είχα εκστασιαστεί και με λύσσα του έπαιρνα τέτοια πίπα, που νομίζω πρώτη φορά το γούσταρα τόσο πολύ. Μετά από πέντε λεπτά άρχισε να βογκάει έντονα. Θα έχυνε, ήταν κάτι που το ήθελα τόσο πολύ. Άρχισα να του τον παίζω πιο έντονα, μέχρι που ο πούτσος του άρχισε να συσπάται στη χούφτα μου και να εκτοξεύει χύσια παντού, με πέτυχε και μία ρίψη μέσα στο μάτι. Αφού τα έχυσε όλα, από περιέργεια, με το δάχτυλό μου, πήρα ένα δειγματάκι που είχε τρέξει στο μάγουλό μου και το ακούμπησα στη γλώσσα μου να δω τη γεύση είχε. Καταπληκτικό, παρόλο που είχε πιεί τόσο αλκοόλ, τα χύσια του ήταν νόστιμα.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκα να πάω να φέρω χαρτί να τον σκουπίσω να του φορέσω το εσώρουχο και να τον σκεπάσω για να κοιμηθεί. Γυρνώντας από την κουζίνα βλέπω είχε γυρίσει και κοιμόταν μπρούμυτα. Τον γύρισα στα πλάγια με το φόβο μην πάθει αναρρόφηση, τον σκέπασα καλά και πήγα στο δωμάτιο μου να κοιμηθώ. Έπεσα στο κρεβάτι με μια ψυχολογία τρομερή, είχα πάρει αυτό που ήθελα από τη μία και από την άλλη μου φαινόταν πραγματικά απίστευτο. Κατά τις έξι το πρωί πετάχτηκα από τον ύπνο μου και θυμήθηκα ότι δεν του είχα φορέσει το σλιπ αλλά και ούτε τον είχα σκουπίσει.

Συνεχίζεται…

Αν σας άρεσε η ιστορία μου αφήστε σχόλια από κάτω για να τη συνεχίσω.



Copyright protected OW ref: 96114