Ο κύριος Σταύρος (6ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.83 (3 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Ο κύριος Σταύρος (5ο μέρος)

Έμεινε για λίγο πάνω μου, μέσα μου, βαριανασαίνοντας. Το ένα χέρι του με κρατούσε ακόμη από τον σβέρκο, το άλλο χούφτωνε το κωλομέρι μου, αργά, χαϊδεύοντας, χουφτώνοντας. Τραβήχτηκε αργά από μέσα μου, και πήγε και κάθισε στην απέναντι καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, ακουμπώντας πίσω εξαντλημένος. Είχε όμως ένα χαμόγελο ικανοποίησης, καθώς ξεκίνησε να μιλάει με τον κύριο Σταύρο.

-    Πω, πω ρε φίλε, πού το είχες κρυμμένο; Ούτε με γκόμενα δεν έχω ξεφύγει έτσι. Και μ’ άρεσε που μου έλεγες δε θα θέλει και θα ντρέπεται. Αυτό είναι φτιαγμένο για να γαμιέται, πουτανάκι σωστό!

-    Κι εγώ το ίδιο έπαθα την πρώτη φορά που του τον έβαλα στο κωλαράκι του. Να το άκουγες πώς έκανε. Κι εκείνο το "θέλω κι άλλο κύριε Σταύρο", όταν μου το είπε, να τον έβλεπες πώς κοίταζε την πούτσα μου. Σαν πεινασμένος που βρήκε φαγητό, το ξεκωλάκι.

Συνέχισαν έτσι για λίγη ώρα, να μιλάνε για μένα σαν να μην ήμουν μπροστά. Συνειδητοποίησα πάλι πόσο με ερέθιζε αυτό το είδος συμπεριφοράς. Ο κύριος Σταύρος του είπε με όλες τις λεπτομέρειες το πώς με παρέσυρε να του κάτσω, τι μου έκανε, πώς μου το έκανε, τι έκανα εγώ και πώς αντιδρούσα. Τα πάντα. Κι εγώ, καθόμουν και τα άκουγα και ήταν σαν να τα έβλεπα σε επανάληψη. Αισθανόμουν εξαντλημένος, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, ήθελα κι άλλο. Κάποια στιγμή, σα να με είχε μόλις αντιληφθεί, ο κύριος Σάκης γύρισε προς το μέρος μου χαμογελώντας.

-    Άντε μικρέ, τι κάθεσαι και μας κοιτάς; Πήγαινε φτιάξε δύο καφεδάκια να πιούμε. Μας ξεζούμισες καλά-καλά, περιποιήσου μας λίγο!

Αισθάνθηκα να γίνομαι κατακόκκινος. Και κοκκίνισα ακόμα περισσότερο όταν ο κύριος Σταύρος γέλασε και απάντησε.

-    Κοίτα πώς πετάχτηκε πάνω. Αυτό με καυλώνει πιο πολύ απ’ όλα. Είναι τόσο υπάκουο, σκλαβάκι σκέτο.

Εκεί συνειδητοποίησα ότι πράγματι, με το που μου το είπαν είχα ήδη σηκωθεί και το μόνο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να ρωτήσω πώς τον πίνουν. Τι είχα πάθει; Τι ήταν αυτό που με έκανε να μου αρέσει αυτή τους η συμπεριφορά; Δεν είχα χρόνο για σκέψεις όμως. Ο κύριος Σταύρος συνέχισε ακάθεκτος, χαϊδεύοντας ελαφρά το καυλί του που είχε ήδη αρχίσει να μεγαλώνει πάλι.

-    Κάτσε να δούμε. Έλα εδώ στα τέσσερα μικρέ και γλείψε μου την πούτσα λίγο πριν πάς για τους καφέδες. Πέσε στα τέσσερα και έλα μπουσουλώντας εδώ. Κοίτα τι σου έχω…

και μ’ αυτό έπιασε την πούτσα του και άρχισε να την κουνάει κοιτάζοντας με στα μάτια. Δεν το πίστευα! Κατακοκκίνισα μεν, αλλά γονάτισα και πήγα στα τέσσερα εκεί που καθόταν, ενώ τον έβλεπα να βολεύεται καλύτερα στην πολυθρόνα, να ανοίγει τα πόδια του και να ετοιμάζεται να μου τον δώσει στο στόμα. Μόλις έφτασα κοντά του, με έπιασε από τα μαλλιά κρατώντας με έτσι που ίσα-ίσα να έχω την άκρη της πούτσας του μπροστά μου. Κρατώντας τη με το ένα του χέρι, με τράβηξε από τα μαλλιά με το άλλο βάζοντάς μου το κεφάλι μόνο στο στόμα.

-    Έτσι πουτανάκι! Τέντωσε το λαιμουδάκι σου όσο μπορείς. Αλλά τόσο θα πάρεις μόνο στο στόμα, το υπόλοιπο μετά τον καφέ. Άντε ρούφα τη, τι περιμένεις;

Αυτό το τελευταίο, συνοδεύτηκε με ένα αρκετά δυνατό χαστούκι στο μάγουλο. Ένοιωσα το μάγουλό μου να καίει, αλλά ούτε που σκέφτηκα να σταματήσω αυτό που έκανα, τόσο πολύ με συνέπαιρνε η αίσθηση να τον νοιώθω να μεγαλώνει μέσα στο στόμα μου.

-    Πού πήγε ρε συ αυτό το "οι γονείς του είναι γείτονές μας" που μου έλεγες πριν; Πάει, το ξέχασες;

Του είπε γελώντας ο κύριος Σάκης και συνέχισε…

-    Κοίτα να δεις πόσο του αρέσει αυτό. Ψιλοκαύλωσε πάλι. Δωσ' του άλλο ένα να δω.

-    Ένα; Θα το ζαλίσω στα χαστούκια να ξεχάσει που βρίσκεται!

Και άρχισε να με χαστουκίζει, πότε στο ένα μάγουλο πότε στο άλλο, με ρυθμό. Όσο με χαστούκιζε, τον ένοιωθα να μεγαλώνει μέσα στο στόμα μου. Του άρεσε να με χρησιμοποιεί έτσι. Εμένα; Με τρέλαινε! Ένοιωθα να χάνω την αίσθηση του χώρου. Το μόνο που ένοιωθα, ήταν τα μάγουλά μου να καίνε και το στόμα μου να γεμίζει με καυτή σάρκα.

-    Είδες; Δίκιο είχα! Κοίτα τον, πέτρα του έχει γίνει. Τρέλα σκέτη είναι το μικρό! Άκου, έχω μια ιδέα. Άντε ασ' τον να φτιάξει τους καφέδες, εγώ πάω δίπλα δύο λεπτά και ξανάρχομαι. Γλυκό με γάλα για μένα μικρέ…

και με ένα χτύπημα στον κώλο μου, έφυγε. Ο κύριος Σταύρος, τραβώντας με από τα μαλλιά πάλι με ξεκόλλησε από την πούτσα του και γελώντας με έστειλε να φτιάξω τους καφέδες. Όσο ήμουν στην κουζίνα, άκουσα τον κύριο Σάκη να γυρίζει. Τους άκουσα να μιλάνε χαμηλόφωνα και να μισογελάνε, αλλά όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να ακούσω τι έλεγαν. Όταν βγήκα από την κουζίνα με τους καφέδες, τους πήγα και τους άφησα μπροστά τους, πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Πήγα να γυρίσω να καθίσω στον καναπέ απέναντί τους, αλλά ο κύριος Σταύρος με φώναξε να σταθώ όρθιος μπροστά τους. Με έβαλαν να γυρίσω γύρω από τον εαυτό μου πολύ αργά, με κοίταζαν, με χούφτωναν, μου τσιμπούσαν τις ρώγες και συζητούσαν μεταξύ τους γελώντας. Μετά από λίγο μου είπαν να σταματήσω όρθιος πάλι μπροστά τους και να κλείσω τα μάτια μου, λέγοντάς μου ότι αν τολμούσα να τα ανοίξω πριν μου πουν, θα με έκαναν μαύρο στο ξύλο. Τους ένοιωθα να με τριγυρίζουν. Τριβόντουσαν στον κώλο μου. Με χούφτωναν, μου τραβούσαν τις ρώγες, μου χαστούκιζαν τα κωλομέρια.  Ένοιωσα να περνάνε κάτι πάνω από το κεφάλι μου και να το κατεβάζουν στην μέση μου. Ένοιωσα να μου φοράνε ένα μπλουζάκι, και να το στρώνουν επάνω μου.

Ήταν κοντό, πάνω από τον αφαλό μου και είχε… τιράντες; Άνοιξα τα μάτια μου ξαφνιασμένος και τους είδα να με κοιτάζουν σαν αρπακτικά. Κατέβασα τα μάτια και κοίταξα τον εαυτό μου. Μου είχαν φορέσει ένα μακό κοντό μπουστάκι με τιραντάκια και μία κοντή λινή μαύρη φουστίτσα, που έφτανε ίσα-ίσα στο πάνω μέρος του μπουτιού μου. Κατακόκκινος, σαν παντζάρι, ψιθύρισα ένα "κύριε Σταύρο…", μου απάντησε όμως ο κύριος Σάκης κολλημένος πίσω μου, με την πούτσα σαν πέτρα να τρίβεται στα κωλομέρια μου.

-    Τίποτε, μικρέ! Κιχ δε θα βγάλεις. Αυτά είναι της ανιψιάς μου, αλλά είσαι πολύ καλύτερος εσύ. Πουτανάκι με τα όλα του είσαι τώρα και έτσι θα σε πηδήξουμε. Να μπεις στο πετσί του ρόλου σου. Και τώρα, για την τελευταία πινελιά, πήγαινε και βάλε τις γόβες σου, εκεί είναι.

Τι έκλαψα, τι παρακάλεσα και τι δεν τους είπα. Ανένδοτοι. Μου φόρεσαν με το ζόρι τις γόβες και συνέχιζαν να με χαϊδεύουν και να με χουφτώνουν ασταμάτητα. Ερεθιζόμουν, το ένοιωθα. Αλλά ντρεπόμουν, αφόρητα. Μετά από λίγο όμως κατάλαβα και κάτι άλλο, ότι όσο τους παρακαλούσα και δάκρυζα και κοκκίνιζα, τόσο πιο πολύ τους ερέθιζε αυτό. Λίγο μετά, με πήρε στα πόδια του ο κύριος Σάκης και άρχισε να μου μιλάει στο αυτί ανοίγοντας μου τα πόδια και χαϊδεύοντας το εσωτερικό των μηρών μου. Ένοιωθα το καυλί του να τρίβεται στον κώλο μου, ενώ με το άλλο του χέρι με κρατούσε αγκαλιά και έπαιζε με την ρώγα μου.

-    Έλα καυλίτσα μου, αφού το βλέπω ότι σου αρέσει. Αφού μου το τρίβεις το κωλαράκι σου τόσην ώρα, γιατί μου κάνεις την δύσκολη; Πουτανάκι είσαι και σαν πουτανάκι σε ντύσαμε, τι σε πειράζει λοιπόν; Βλέπεις πώς μας έχεις καυλώσει και τους δύο; Άντε πήγαινε στα τέσσερα όπως πριν στην πούτσα του Σταύρου και θα έρθω κι εγώ να σου γλυκάνω το κωλαράκι σου, αυτό δεν θέλεις; Πες μου καυλάκι μου, το θέλεις, ή όχι;

Ο συνδυασμός ήταν απίστευτος! Η φωνή του βραχνιασμένη από την καύλα, τα χάδια του παντού, η ανάσα του στον λαιμό μου. Και ο κύριος Σταύρος απέναντι μου να χαϊδεύει αργά το καυλί του κοιτάζοντάς μας. Δεν άντεξα άλλο.

-    Θέλω κύριε Σάκη, αλλά…

-    Χωρίς αλλά, πουτανάκι! Θέλεις πούτσα και θα κάνεις ότι μπορείς για να την πάρεις. Το ξέρω, το βλέπω και με καυλώνει. Πήγαινε στον Σταύρο όπως πριν και πες του τι θέλεις. Παρακάλεσε τον να σου δώσει αυτό που θέλεις. Χωρίς άλλες κουβέντες!

Κι έτσι, ξεκίνησε. Πήγα στα τέσσερα στον κύριο Σταύρο, τον κοίταξα στα μάτια και του είπα:

-    Κύριε Σταύρο, θα με αφήσετε να σας γλείψω; Σας παρακαλώ.

Αντί απάντησης, με άρπαξε από τα μαλλιά και τραβώντας με προς το μέρος του μου τον έβαλε όλο μέσα στο στόμα, πνίγοντάς με. Κρατώντας με σταθερά, ακίνητο, μούγκρισε:

-    Όχι πουτανάκι μου, τώρα θα σου γεμίσω εγώ το λαιμουδάκι σου να μάθεις να μην κάνεις νάζια…

και άρχισε να μου πηγαινοφέρνει το κεφάλι πάνω στην πούτσα του, χώνοντάς μου τον όλο στον λαιμό μουγκρίζοντας από ευχαρίστηση. Προσπαθούσα να μην πνιγώ, τα σάλια μου είχαν γεμίσει τον πούτσο και τα αρχίδια του. Λίγο μετά, τραβώντας με από τα μαλλιά, με έβαλε να καθίσω επάνω του με την πλάτη μου προς το μέρος του και κρατώντας με από τα κωλομέρια σφιχτά, με κάθισε επάνω του, αφήνοντάς με αργά να καρφωθώ με το βάρος μου επάνω του. Κρατώντας με από τη μέση, άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα μου μουγκρίζοντας.

-    Έτσι, έτσι σου πρέπει! Θυμάσαι την πρώτη σου φορά; Καλύτερα δεν είναι τώρα; Αχ, καύλα σκέτη είναι η τρυπούλα σου. Καλύτερα από γκομενάκι είσαι!

Και να ήθελα να μιλήσω, δεν θα μπορούσα. Καρφωμένος επάνω του, κουνιόμουν βογκώντας, απολαμβάνοντας με κλειστά μάτια. Όταν μετά από λίγο ένοιωσα τον κύριο Σάκη να μου τον ακουμπάει στα χείλια μου, απλά άνοιξα το στόμα μου και τον άφησα να κάνει ότι θέλει στον λαιμό μου. Αυτό που με αποτελείωσε, ήταν όταν το χέρι του κυρίου Σταύρου ήρθε μπροστά ανάμεσα στα πόδια μου και άρχισε να μου τον παίζει ενώ χωνόταν σαν τρελός στον κώλο μου λες και ήθελε να με σουβλίσει. Έχυσα φωνάζοντας μπουκωμένος με τον κύριο Σάκη, την ώρα που έχυνε ο κύριος Σταύρος στα βάθη του κώλου μου γεμίζοντας με. Την ώρα που έτρεμα ακόμα ολόκληρος, ο κύριος Σάκης τραβώντας με από τα μαλλιά με ανάγκασε να σηκωθώ, με πήγε και με ξάπλωσε πάνω στον καναπέ και μπαίνοντας ανάμεσα στα πόδια μου, μου είπε βραχνά:

-    Ξέρεις τι μου αρέσει, πουτανίτσα. Έλα, άνοιξε μου τα μπουτάκια σου.

Μόλις τα άνοιξα, έπεσε επάνω μου, μου σήκωσε τα πόδια και χώθηκε μέσα μου αργά, με ένα μακρόσυρτο "έτσι…"  και άρχισε να μου οργώνει το κωλαράκι μου. Βαθιά, αργά στην αρχή και μετά όλο και πιο έντονα σαν να με κάρφωνε πάνω στον καναπέ. Η αίσθηση ότι τον έφερνα σε τέτοιο σημείο ερεθισμού, με συνεπήρε. Όπως την προηγούμενη φορά, τον έπιασα από τον κώλο, έδεσα τα πόδια μου πίσω του και άρχισα να κουνιέμαι στον ρυθμό του τραβώντας τον μέσα μου σε κάθε σπρώξιμό του. Τον ένοιωσα να σκληραίνει μέσα μου. Πιάνοντας με από τους ώμους, χώθηκε όλος μέσα μου και άρχισε να χύνει μουγκρίζοντας ακατάληπτα. Μόλις τελείωσε, έπεσε επάνω μου και μου είπε βραχνά στο αυτί:

-    Καύλα είσαι μωρό μου! Τέτοιο πήδημα, ούτε η καλύτερη πουτάνα δεν το κάνει.

Γέλασα εκείνη την στιγμή, μου φάνηκε αστείο, όταν όμως την ώρα που φεύγαμε μου έδωσαν από ένα πεντοχίλιαρο ο καθένας κατάλαβα πόσο το εννοούσαν. Το είχα κερδίσει με την αξία μου. Ακολούθησαν πολλά τέτοια μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Πότε με τον κύριο Σταύρο μόνο, πότε και με τους δύο τους, μέχρι που έφυγα το Σεπτέμβριο από την Αθήνα για σπουδές. Αυτό το ξεκίνημά μου όμως στον κόσμο του σεξ μεταξύ ανδρών, θα μου μείνει αξέχαστο.



(Copyright protected OW ref: 90140)