Ο κύριος Σταύρος (3ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Σύνδεση με το προηγούμενο μέρος: Από τη στιγμή που γύρισα σπίτι μου, άρχισα να σκέφτομαι πότε θα καταφέρω να ξαναπετύχω μόνο του τον κύριο Σταύρο στο σπίτι του. Για κακή μου τύχη όμως έπεσα σε ένα δεκαήμερο που οι βάρδιες που δούλευε η γυναίκα του ταίριαζαν με τις δικές του και έτσι ή έλειπαν και οι δύο, ή ήταν η γυναίκα του στο σπίτι, οπότε δεν θα μπορούσα να πάρω αυτό που ήθελα. Τι ήταν αυτό;

Προηγούμενο μέρος: Ο κύριος Σταύρος (2ο μέρος)

 

Πέρναγα ώρες κάθε μέρα ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου την αίσθησή του μέσα μου, αυτό το βασανιστικό πήγαινε-έλα που με έκανε να μουδιάζω ολόκληρος ακόμα και που το σκεφτόμουν. Αλλά πιο πολύ απ’ όλα έφερνα στο μυαλό μου την αίσθηση της τρυπούλας μου να συσπάται γύρω από το καυλί του την ώρα που με είχε κάνει να χύσω. Τις δύο φορές που τους πέτυχα στις σκάλες και χαιρετηθήκαμε, ο κύριος Σταύρος είχε ένα περίεργο χαμόγελο όταν με κοίταζε και μ’ έκανε να αναρωτιέμαι αν ήξερε ή φανταζόταν την αναστάτωσή που μου είχε δημιουργήσει όλες αυτές τις μέρες.

Συνέχισα να βασανίζομαι έτσι μόνος μου, μέχρι που ένα απόγευμα ήρθε η κυρία Σούλα στο σπίτι μας και μιλώντας με τους γονείς μου τους ζήτησε σαν χάρη αν θα μπορούσα να πάω με τον κύριο Σταύρο στο εξοχικό τους να τον βοηθήσω να καθαρίσει από τα άχρηστα που είχαν μαζευτεί στον κήπο. Ο λόγος που τους ρώτησε, ήταν ότι θα έπρεπε να μείνουμε σχεδόν όλη μέρα εκεί, αλλά οι γονείς μου είπαν ότι αφού θα ήμουν μαζί του και θα γυρίζαμε μαζί, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Τρελάθηκα από την χαρά μου! Όλες τις μέρες που έμεναν, έφτιαχνα σενάρια για το τι θα γινόταν και ήμουν μόνιμα καυλωμένος. Ήμουν σίγουρος ότι ο κύριος Σταύρος δεν θα άφηνε τέτοια ευκαιρία να χαθεί. Ήρθε και με πήρε από το σπίτι ντυμένος με ένα σορτσάκι, ένα μακό και αθλητικά. Εγώ με την βερμούδα μου και ένα μακουδάκι, πού είδα ότι του άρεσε από τον τρόπο που με κοίταξε όταν άνοιξα την πόρτα. Μου είπε να πάρω και το μαγιό μου μαζί, μήπως και προλάβουμε να κάνουμε καμιά βουτιά πριν γυρίσουμε.

Στο δρόμο, όσο οδηγούσε, ενώ περίμενα να αρχίσει να μου λέει διάφορα, ήταν πολύ νορμάλ λες και δεν είχε συμβεί ποτέ τίποτε. Έβλεπα όμως το βλέμμα του και ήμουν σίγουρος ότι κάτι είχε στο μυαλό του. Η αντίθεση αυτή με έκανε να αναρωτιέμαι. Όταν φτάσαμε και κλείδωνε το αμάξι ήρθε πίσω μου έσκυψε στο αυτί μου και μου τα εξήγησε:

-    Σήμερα όλη μέρα, θα κάνεις αυτό που σου έχω πει. Θα παρακαλέσεις γι’ αυτό που ξέρω ότι θέλεις, αλλιώς όπως ήρθαμε, έτσι θα φύγουμε. Κατάλαβες πουτανίτσα μου;

Μαρμάρωσα και πρέπει να έγινα κόκκινος σαν παντζάρι. Γέλασε και χουφτώνοντάς μου το κωλομέρι μου είπε:

-    Άντε, προχώρα μπροστά, να βλέπω το κωλαράκι σου καυλίτσα…

και με έσπρωξε ελαφρά να προχωρήσω. Όσο άνοιγε το σπίτι και τα παράθυρα, εκείνος δεν μιλούσε κι εμένα το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς. Σκεφτόμουν τι και πώς να το κάνω, χωρίς καμία αμφιβολία ότι θα το έκανα, πράγμα που είχε αρχίσει ήδη να με καυλώνει τρελά. Είχα μείνει σα χαμένος, όρθιος στο κέντρο του υποτυπώδους σαλονιού με σκέψεις, εικόνες και προτάσεις που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω για να τον κάνω να με ξανακάνει να αισθανθώ όπως την προηγούμενη φορά. Από τις σκέψεις με έβγαλε η φωνή του, βραχνιασμένη να μου λέει:

-    Μπορείς να ξεκινήσεις, λέγοντας μου… τι σκέφτεσαι τώρα;

Γύρισα να τον κοιτάξω και κοκάλωσα. Καθόταν ολόγυμνος στην πολυθρόνα, με ένα τσιγάρο στο χέρι, κοιτάζοντάς με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που με αναστάτωνε. Πήγα να πλησιάσω και μου είπε…

-    όχι μικρέ, από εκεί θα μου τα πεις, όρθιος και θα με κοιτάζεις. Μου αρέσει πολύ όταν κοκκινίζεις έτσι. Άντε, ξεκίνα!

Ξαναμμένος και κατακόκκινος, όρθιος χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, του απάντησα ότι σκεφτόμουν πώς θα τον κάνω να με ξανακάνει να νοιώσω όπως την τελευταία φορά στο σπίτι του. Η απάντηση με ξάφνιασε και με καύλωσε ταυτόχρονα.

-    Θέλεις να πεις, πώς θα με κάνεις να σου ανοίξω πάλι το κωλαράκι και να σε κάνω να βογκάς σαν πουτανάκι και να μου ζητάς κι άλλο και ότι γι΄ αυτό ήρθες εδώ; Πες το έτσι, γιατί αυτό είναι που θέλεις! Και μετά που θα το πεις, έλα κάτσε εδώ στο πάτωμα στα πόδια μου, και θα σου πω τι πρέπει να κάνεις και πώς.

Ακόμα θυμάμαι την κάθε λέξη που είπα, χωρίς καν δεύτερη σκέψη, με τα μάτια καρφωμένα στο καυλί του που άρχιζε να μεγαλώνει σιγά-σιγά κρεμασμένο ανάμεσα στα ανοιχτά του πόδια.

-    Αφού το ξέρετε ότι γι αυτό ήρθα κύριε Σταύρο. Θέλω να μου ανοίξετε το κωλαράκι σαν την προηγούμενη φορά και να σας ζητάω κι άλλο.

-    Ακόμα δεν μπορείς να το πεις, έ; Είμαι ένα πουτανάκι που παρακαλάει για την πούτσα σας κύριε Σταύρο. Πες το!

Χριστέ μου, τι ήταν αυτό; Μου μίλαγε έτσι, κι εγώ ντρεπόμουν και ερεθιζόμουν ταυτόχρονα. Κι έτσι, με το πρόσωπό μου να καίει, το είπα λέξη προς λέξη, όπως το ήθελε. Γέλασε, και μου έκανε νόημα να πάω κοντά. Πήγα, σχεδόν τρέχοντας, και κάθισα στο πάτωμα ανάμεσα στα ανοιχτά του πόδια όπως μου είχε πει. Μου έπιασε το χέρι και μου το έβαλε πάνω στο καυλί του, λέγοντάς μου να του το παίζω αργά και κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Όταν ξεκίνησα να το κάνω, άρχισε να μου μιλάει.

-    Άκου λοιπόν πουτανίτσα μου. Το σημερινό, το κανονίζω μέρες τώρα. Έχω στείλει και έναν εργάτη χθες να κάνει αυτά που υποτίθεται ότι θα με βοηθήσεις να κάνω, για να έχω όλη την μέρα να ασχοληθώ μαζί σου. Έχω πάρει και ένα χάπι που θα με έχει καυλωμένο όλη μέρα, για να μπορέσω να σε ευχαριστηθώ. Εσύ, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να καταλάβεις ότι σήμερα είναι η δικιά μου μέρα και θα με ευχαριστήσεις εσύ. Θα μου κουνιέσαι, θα μου τον παίζεις, θα με παρακαλάς όσο πιο πρόστυχα μπορείς να σε πηδήξω και θα κάνεις ότι σου λέω, όταν και όπως ακριβώς σου το λέω χωρίς αντιρρήσεις. Εάν τα κάνεις αυτά όπως πρέπει, θα το ευχαριστηθείς και με το παραπάνω. Αν όχι, θα το ευχαριστηθώ μόνο εγώ. Συνεννοηθήκαμε;

Τον άκουγα σαν υπνωτισμένος χαϊδεύοντας το καυλί του που είχε γίνει εν τω μεταξύ πέτρα μέσα στο χέρι μου. Δεν ήξερα τι μπορεί να είχε στο μυαλό του, αυτό που ήξερα όμως, ήταν ότι ήθελα να νοιώσω την έκσταση της προηγούμενης φοράς. Κι αν αυτό που έπρεπε να κάνω για να το πετύχω ήταν να κάνω αυτά που μου έλεγε, θα τα έκανα όλα, κι ακόμα περισσότερα ίσως. Δεν του τα είπα αυτά όμως, δεν μπορούσα σχεδόν να μιλήσω από την καύλα που ένοιωθα. Ψέλλισα μόνο ένα «ναι, κύριε Σταύρο, ότι θέλετε» κοιτάζοντάς τον στα μάτια και συγκρατώντας τον εαυτό μου να μην κοιτάξω το καυλί αυτό που ήθελα τόσο πολύ.

-    Έτσι μπράβο πουτανίτσα μου! Κάτσε στα τέσσερα τώρα, βάλε μόνο το κεφάλι στο στόμα και γλείφε το γύρω-γύρω με την γλωσσίτσα σου. Ά, και τέντωσε το κωλαράκι σου να το βλέπω που μου αρέσει!

Έχοντας την άδεια που ήθελα, τα έκανα αμέσως. Μόνο που τον έβαλα σχεδόν μέχρι την μέση στο στόμα μου, σαν πεινασμένος. Άκουσα ένα «αχ», ένοιωσα να με πιάνει από τα μαλλιά τραβώντας μου το κεφάλι προς τα πάνω. Θέλει να τον κοιτάζω σκέφτηκα, και όπως σήκωνα το βλέμμα ένα χαστούκι στο μάγουλο με ξάφνιασε τόσο, που βόγκηξα μπουκωμένος. Κρατώντας με ακίνητο, έσκυψε μπροστά, χώνοντάς τον μέχρι τον λαιμό μου, και μου είπε με πολύ έντονο τόνο.

-    Μόνο το κεφάλι σου είπα, ξέκωλο! Μην τολμήσεις και κουνηθείς, μείνε έτσι όπως είσαι.

Σηκώθηκε, ήρθε όρθιος πίσω μου και άρχισε να με χτυπάει δυνατά στα κωλομέρια, στον ρυθμό που μιλούσε.

-    Θα κάνεις αυτό που σου λέω, αλλιώς θα σου το μαυρίσω το κωλαράκι σου πουτανάκι.

Όταν ήρθε να ξανακάτσει μπροστά μου, μου έπιασε τα μαλλιά και με οδήγησε να τον ξαναπάρω στο στόμα. Άρχισα αμέσως να γλείφω όπως μου είχε πει.

-    Έτσι μπράβο πουτανάκι! Μου αρέσει πολύ να σε βλέπω έτσι, με δακρυσμένα τα μάτια σου να μου τον γλείφεις. Όπου ξεφεύγεις από αυτά που σου λέω, αυτό θα γίνεται, οπότε πρόσεχε καλά!

Αφού με άφησε να γλείφω έτσι για λίγο, με έβαλε να κουνιέμαι σαν εκκρεμές μπρος-πίσω παίρνοντας το καυλί του μέχρι τον λαιμό και ξαναβγάζοντάς το σχεδόν όλο έξω. Έκανα ότι μπορούσα να το κάνω όσο το δυνατόν καλύτερα, με ανταμοιβή τα βογγητά του να γίνονται όλο και πιο έντονα, και το χέρι του να με τραβάει όλο και πιο έντονα προς το μέρος του, χώνοντάς τον μου βαθειά στον λαιμό. Ώσπου, γέρνοντας μπροστά, χουφτώνοντας το κωλομέρι μου με το ένα χέρι και κρατώντας με από τα μαλλιά με το άλλο, μου είπε βραχνά στο αυτί:

-    Μάθημα πρώτον για σήμερα, καυλάκι. Πώς καταπίνουμε τα πάντα στην πίπα…

και με αυτό, με το ένα χέρι σφιχτά στο κωλομέρι και με το άλλο τραβώντας τα μαλλιά μου, με κόλλησε επάνω στην πούτσα του γεμίζοντας τον λαιμό μου. Πνιγόμουν, αλλά με κράταγε ακίνητο. Άρχισα να αναπνέω από την μύτη την στιγμή που με ένα βραχνό…

-    τώρα πουτάνα, πιες τα όλα! Σταγόνα μη σου φύγει…

ένοιωσα τις συσπάσεις στον λαιμό μου και άρχισε να μουγκρίζει, χύνοντας βαθιά μέσα. Κατάπινα σαν τρελός, προσπαθώντας να μην πνιγώ. Το κατάφερα, συγχρονίζοντας την αναπνοή μου με τις συσπάσεις του, μέχρι που έγειρε πίσω, χωρίς να αφήσει τα μαλλιά μου κρατώντας με κολλημένο πάνω στο καυλί του.

-    Αχ, μπράβο, το χρειαζόμουν αυτό! Τώρα καθάρισέ τον μου καλά. Σταγόνα δεν θέλω να αφήσεις. Όλη την εβδομάδα σκεφτόμουν να σου χύσω το λαιμουδάκι σου έτσι.

Με κούνησε για λίγο μπρός-πίσω, δείχνοντας μου τον ρυθμό και μετά με άφησε να συνεχίσω μόνος μου. Συνέχισα απολαμβάνοντας την αίσθηση και την γεύση στο στόμα μου. Μόλις βεβαιώθηκα ότι δεν είχε μείνει τίποτε, τον έπιασα και συνεχίζοντας να του τον παίζω αργά, του είπα:

-    Καλά ακόμα σκληρός είναι, είναι από το χάπι που μου είπες;

Γέλασε και μου είπε…

-    ναι, καυλίτσα μου, θα σε ρημάξω σήμερα να είσαι σίγουρος. Από την περασμένη βδομάδα το σχεδιάζω αυτό.

Μου άρεσε. Όχι με τρέλαινε! Μόλις συνειδητοποίησα ότι τόση ώρα ήμουν καυλωμένος, τόσο με είχε απορροφήσει η αίσθηση της πούτσας του στο στόμα μου. Και τότε, το αποφάσισα. Θα έκανα ότι πέρναγε από το χέρι μου να την ευχαριστηθώ αυτή την μέρα. Ποιος ξέρει πότε θα είχα πάλι την ευκαιρία να περάσω μία ολόκληρη μέρα μαζί του; Χαμογέλασα λοιπόν παίζοντας τον πούτσο του ελαφρά και ρώτησα κοιτάζοντάς τον κατάματα:

-    Καλά, τόσο πολύ το θέλατε κύριε Σταύρο; Γιατί;

-    Αν θέλεις να μάθεις, βάλτο ξανά στο στοματάκι σου για να σου πω. Ξέρεις εσύ πώς.

Δεν χρειαζόταν να μου το πει δεύτερη φορά. Πήρα στο στόμα το κεφάλι του και άρχισα να του το γλείφω, βάζοντας τα χέρια μου πίσω από τον κώλο του, χρησιμοποιώντας μόνο τα χείλια μου και την γλώσσα. Στήθηκα και βολεύτηκα στα γόνατα, τεντώνοντας το κωλαράκι μου έτσι όπως ήξερα ότι του άρεσε και κοιτάζοντας τον στα μάτια, έβγαλα ένα ερωτηματικό «μ…;». Αμέσως, έγειρε πίσω βγάζοντας ένα βογγητό, βολεύτηκε στην πολυθρόνα και βάζοντας το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου άρχισε να μου μιλάει, βραχνά, στάζοντας καύλα.

-    Μ… έτσι πουτανίτσα! Γλείφε το καλά να το ετοιμάσεις για το κωλαράκι σου. Το βλέπω, σε καυλώνει και μόνο που το σκέφτεσαι. Το ήξερα από την αρχή του καλοκαιριού ότι αν σε κατάφερνα, θα τρελαινόσουν για πούτσα και πόσο δίκιο είχα. Που λες μικρέ μου, όλα σχεδιασμένα ήτανε. Και η ταινία που έπαιζε την πρώτη φορά που ήρθες, και η πρόσκληση και όλα τα υπόλοιπα. Και ξέρεις γιατί; Για τη φορά που μου είπε η Σούλα ότι είναι κρίμα να έχει αγόρι τέτοιο κώλο και να μην τον έχει εκείνη. Αυτό μ’ έκανε να προσέξω το κωλαράκι σου, κι απ’ την στιγμή που το είδα το έβαλα σκοπό να σου το ανοίξω. Και μετά, όταν είδα πόσο σου άρεσε η πούτσα μου, έβαλα σκοπό μου να σε κάνω να τη θέλεις σαν τρελός. Και αυτό θα κάνω σήμερα. Αν και, απ’ ότι βλέπω, δεν θα χρειαστεί να προσπαθήσω και πολύ, έτσι δεν είναι;

Με το καυλί του στο στόμα, γλείφοντας και ρουφώντας τον άκουγα σαν μαγεμένος. Είχε δίκιο. Μου άρεσε και θα έκανα ότι μου έλεγε για να μου τον βάζει βαθιά μέσα μου, να με ανοίγει έτσι όπως ήξερε, καταλάβαινε ότι το θέλω. Αισθανόμουν ότι θα έκανα τα πάντα για να μπορώ να τον γλείφω, να τον ρουφάω να με χύνει στο στόμα, στον κώλο και όπου αλλού ήθελε εκείνος. Με τρέλαινε αυτή η αίσθηση της υποταγής, αλλά συγχρόνως απολάμβανα την αίσθηση ότι μπορούσα να τον καυλώνω τόσο πολύ. Ένοιωσα το χέρι του να σφίγγει στα μαλλιά μου και ένα χαστούκι με επανέφερε.

-    Σε ρώτησα κάτι και όταν σε ρωτάω, θα μου απαντάς!

Χωρίς καμία σκέψη, ούτε ντροπή απάντησα σ’ αυτό που με ρώτησε, με τον τρόπο που ήξερα ότι ήθελε να το ακούσει:

-    Δίκιο έχετε κύριε Σταύρο, την θέλω πολύ! Όποτε θέλετε, όπου θέλετε εσείς.

-    Μπράβο μικρούλη μου! Έτσι σε θέλω! Μου αρέσεις έτσι, υπάκουο. Πήγαινε τώρα απέναντι στον καναπέ και στήσε μου το κωλαράκι σου για το δεύτερο μάθημα σου σήμερα. Πρέπει να μάθεις πώς να την παίρνεις μόνος σου και πώς πρέπει να κουνιέσαι όταν σου πηδάει κάποιος το κωλαράκι.

Σχεδόν έτρεξα. Γονατίζοντας στον καναπέ, ακούμπησα τα χέρια μου στη ράχη, λύγισα τη μέση μου τεντώνοντας το κωλαράκι μου και περίμενα. Τον άκουσα να κινείται, να σηκώνεται από την πολυθρόνα και να έρχεται πίσω μου.

-    Μικρέ μου, σήμερα θα βάλω πολύ λίγη αλοιφή, θέλω να τον νοιώθεις καλά στο κωλί σου. Να δούμε πόσο θα σου αρέσει έτσι. Εμένα πάντως θα μου αρέσει πολύ. Αλλά είπες ότι θέλω πριν, ε;

και μαζί με ένα χαστούκι (δυνατό) στον κώλο μου, ήρθε η αίσθηση που τόση ώρα περίμενα. Το κεφάλι της πούτσας του να ακουμπάει στην τρύπα μου, πιέζοντας ελαφρά, τεντώνοντας την. Ούτε που κατάλαβα πώς άλλαξα στάση για να τον νοιώθω καλύτερα, ούτε πώς βγήκε το βογκητό ευχαρίστησης από το στόμα μου.

-    Δεν κρατιέσαι, ε τσουλάκι; Τόσο πολύ τη θέλεις; Πες το μου να το ακούσω, ζήτα τη, παρακάλεσε με να σου τη δώσω.

Ότι χρειάζεται, σκέφτηκα μέσα μου. Χριστέ μου πότε θα μου την βάλει; Πώς μπορεί και κρατιέται; Και δυνατά (και με μάλλον παρακλητικό τόνο)…

-    Σας παρακαλώ κύριε Σταύρο, βάλτε μου τη λίγο. Την θέλω τόσο πολύ.

-    Έτσι μπράβο καυλάκι μου, μαθαίνεις γρήγορα. Μόνο που δε θα σου την βάλω εγώ. Μόνος σου θα την πάρεις. Αργά-αργά, λίγο-λίγο. Δείξε μου πόσο πολύ τη θέλεις, κάνε τον γαμιά σου να βογκάει από ευχαρίστηση. Από σένα θα εξαρτηθεί αν θα σε ξαναφέρω εδώ. Θέλω να την ευχαριστήσεις την πούτσα μου πολύ αυτή τη φορά. Θυμήσου, προτεραιότητα έχει η δική μου ευχαρίστηση τώρα, μετά η δική σου. Άνοιξε με τα χέρια σου το κωλαράκι σου, άντε…

και με αυτό, έσκασε άλλο ένα χαστούκι στο κωλαράκι μου πιο δυνατό από πριν. Μα ήταν δυνατόν να μου αρέσει τόσο πολύ να με χτυπάει; Κι όμως, με καύλωνε τόσο πολύ. Έκανα όπως μου είπε. Έπιασα με τα δύο μου χέρια τα κωλομέρια, τα άνοιξα και ένοιωσα την τρύπα μου να τεντώνεται γύρω από το κεφάλι της πούτσας του. Άλλο ένα βογκητό βγήκε χωρίς να το καταλάβω. Τέτοια ευχαρίστηση! Άρχισα να κουνιέμαι ελαφρά μπρος πίσω απολαμβάνοντας το καυτό άγγιγμα στον κώλο μου, νοιώθοντας ότι λίγο παραπάνω να κουνιόμουν προς τα πίσω θα γλιστρούσε μέσα μου..Μου άρεσε τόσο όμως αυτή η αίσθηση, που ήθελα να την απολαύσω λίγο ακόμα, κι έτσι συνέχισα το ελαφρό μπρος πίσω, ακούγοντας τον να βαριανασαίνει πίσω μου, χωρίς να με ακουμπά πουθενά. Ένοιωθα την τρύπα μου να πάλλεται να ανοιγοκλείνει από μόνη της, να ανοίγει σε κάθε κίνηση και λίγο περισσότερο όλο και πιο πολύ πρόθυμη να τον υποδεχτεί μέσα της.

Ώσπου, σε μία από τις κινήσεις μου, τον ένοιωσα να μπαίνει μέσα μου, η τρύπα μου να ανοίγει σαν λάστιχο να τον υποδεχτεί και να ξανακλείνει γύρω από το καυλί του αγκαλιάζοντας το. Έβγαλα χωρίς να το θέλω ένα μακρόσυρτο «αχ…» καθαρής ευχαρίστησης, νοιώθοντας τον επιτέλους να με ανοίγει να με καίει μέσα μου πια. Δεν τον άκουγα όμως. Γύρισα να τον κοιτάξω, θολωμένος, χαμένος μέσα στην καύλα που ένοιωθα, με τα χέρια στην πλάτη του καναπέ πάλι τεντωμένος, ορθάνοιχτος πια. Τον είδα να με κοιτάζει με ένα μισό χαμόγελο που μέχρι σήμερα το μόνο με το οποίο μπορώ να το παρομοιάσω είναι με μία γάτα που γλείφει ευχαριστημένη το γάλα από τα μουστάκια της.

-    Μια χαρά τα πάς πουτανάκι! Συνέχισε, άνοιξε μόνος σου το κωλί σου πάνω στην καυλάρα που σε γαμάει! Μίλα μου, άσε την καύλα σου να την ακούω! Άντε, μην κάθεσαι έτσι.

(αυτό το τελευταίο, με μία ακόμη σφαλιάρα στο κωλομέρι μου, κάνοντας την τρύπα μου να σφιχτεί στιγμιαία, στέλνοντάς με ακόμα βαθύτερα μέσα στην θάλασσα της καύλας που με έκανε να νοιώθω). Άρχισα να κουνιέμαι αργά, μία μπρός μία πίσω. Μου άρεσε τόσο πολύ που μπορούσα να ελέγχω αυτή την ευχαρίστηση. Για λίγη ώρα, πειραματιζόμουν, δοκιμάζοντας ποια κίνηση τον κάνει να καυλώνει περισσότερο. Όταν το κατάλαβα, ακούμπησα τα χέρια μου ξανά στην πλάτη του καναπέ και άρχισα να κουνιέμαι μόνο έτσι, σφίγγοντας ελαφρά την τρύπα μου για να τον νοιώθω καλύτερα. Βογκούσε και αναστέναζε πίσω μου, χωρίς να με αγγίζει, αφήνοντάς με να τον ευχαριστώ εγώ όπως μου είχε πει. Όχι για πολύ όμως. Ένοιωσα ξαφνικά το ένα του χέρι στον σβέρκο μου, το άλλο να μου χουφτώνει σφιχτά το κωλομέρι και το ένα πόδι του να ακουμπάει στον καναπέ δίπλα μου φέρνοντάς τον πολύ κοντά με όλο το καυλί του χωμένο βαθειά μέσα μου. Βραχνά, μου είπε:

-    Τέτοιο κούνημα, πρέπει να το ανταμείψω πουτανάκι μου…

Και μ΄ αυτό, άρχισε να κουνιέται αργά μέσα στο βάθος του κώλου μου, χωρίς να τραβιέται. Αργά στην αρχή, όλο και πιο γρήγορα όσο περνούσε η ώρα. Και πέρασε πολλή ώρα γαμώντας με έτσι. Πότε αργά, πότε πιο γρήγορα. Πότε βαθειά, πότε έξω-έξω, κάνοντας την τρυπούλα μου να ανοιγοκλείνει. Χάθηκα στην αίσθηση. Είχα χάσει τον κόσμο, τα πάντα ήταν συγκεντρωμένα στην καυτή σάρκα που με άνοιγε, με έκαιγε, με έκανε να σπαράζω επάνω της. Φώναζα, το συνειδητοποίησα όταν το χέρι του από τον σβέρκο μου πήγε στο στόμα μου κλείνοντας το. Πράγμα περίεργο, αυτό με έστειλε ακόμα πιο βαθειά στον ωκεανό της καύλας που ήδη ένοιωθα. Ήταν σαν να με βίαζε και να μου κράταγε το στόμα να μην φωνάζω, τουλάχιστον έτσι ένοιωθα μέσα στη ζαλάδα μου. Και εκεί ένοιωσα τα χέρια του να με σφίγγουν τραβώντας με πάνω του κρατώντας με ακίνητο. Το καυλί του να πετρώνει μέσα μου. «Χριστέ μου θα με χύσει!» ήταν το μόνο που πρόλαβα να σκεφτώ. Ένοιωσα το πρώτο τίναγμα βαθιά μέσα μου, καυτό σπέρμα να τινάζεται στο βάθος του κώλου μου. Με το δεύτερο, άρχισα να χύνω εγώ. Βογκούσε, μούγκριζε ακατάληπτα, χτυπώντας τον κώλο μου με μανία. Προσπαθούσα να φωνάξω, αλλά δεν μπορούσα. Ένοιωθα να αδειάζω, να χάνομαι. Δε θυμάμαι πώς και πότε βγήκε από μέσα μου. Το επόμενο που θυμάμαι είναι να είμαι ξαπλωμένος στον καναπέ, ακούγοντας τον να κάνει ντους μέσα, νοιώθοντας ένα κενό πίσω μου αλλά συγχρόνως τόσο γεμάτος και ευχαριστημένος που δεν το πίστευα.

 

(Copyright protected OW ref: 86710)