Ο Κύριος Σταύρος (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.50 (1 Vote)

Υπόθεση: Η συνέχεια και το τέλος της πρώτης μου φοράς με τον κύριο Σταύρο.

Έφυγα από το σπίτι του κυρίου Σταύρου σαν τον κλέφτη, την ώρα που ήταν στο μπάνιο και πλενόταν. Ανέβηκα στο δικό μας λες και με κυνηγούσαν, κλειδώθηκα στην κάμαρά μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι με ανάμικτα συναισθήματα. Τρελή καύλα αλλά και ντροπή. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Μου άρεσε τόσο πολύ αυτό που έγινε, μόνο που έφερνα τις εικόνες και την αίσθηση στο μυαλό μου, μου γινόταν άμεσα πέτρα. Από την άλλη το να κάνω κάτι τέτοιο με άντρα, μου είχαν μάθει ότι είναι το λιγότερο απαγορευμένο. Εάν ήμουν άντρας, δεν θα έπρεπε να μου αρέσει τόσο. Δεν θα έπρεπε να το είχα κάνει καθόλου. Ήμουν ανώμαλος; Τέτοιες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου για μέρες. Απέφευγα να κατεβαίνω όταν έβλεπα το αυτοκίνητο του κυρίου Σταύρου εκεί. Επίσης απέφευγα να σκέφτομαι, να φέρνω τις εικόνες στο μυαλό μου, γιατί παρόλη την θέλησή μου για το αντίθετο, με ερέθιζαν φοβερά. Βέβαια, δεν ήταν δυνατόν να τον αποφεύγω για πάντα.

Ένα μεσημέρι που γύριζα από θάλασσα, φορώντας το μαγιό μου, ένα φαρδύ μπλουζάκι από πάνω και σαγιονάρες, την ώρα που έφτανα στο κεφαλόσκαλο του ορόφου τους έβγαινε εκείνος από το διαμέρισμά τους. Με χαιρέτησε ένα χαμογελαστό «Καλησπέρα μικρέ, πού χάθηκες και δεν σε βλέπω πια;». Κατακοκκίνισα, και με κατεβασμένο το κεφάλι ψέλλισα ότι δεν χάθηκα, έτυχε απλώς. Κατάλαβε αμέσως. Ήρθε δίπλα μου και με πολύ χαμηλό τόνο με ρώτησε: «Δεν φαντάζομαι να με αποφεύγεις γι αυτό που έγινε την προηγούμενη φορά, ε; Απ’ ότι κατάλαβα, σου άρεσε όσο και μένα». Πίστευα ότι δεν ήταν δυνατόν να κοκκινίσω περισσότερο. Ένοιωθα το πρόσωπό μου να καίει. Έμεινα εκεί σιωπηλός, με κατεβασμένο το κεφάλι, χωρίς να ξέρω τι να πω. Με έπιασε από τους ώμους και με τράβηξε προς την πόρτα τους λέγοντας μου ότι θέλει να μου εξηγήσει κάποια πράγματα, αλλά δεν γινόταν να τα λέμε εκεί στο κεφαλόσκαλο γιατί θα μας έβλεπαν.

Δεν μπορούσα να σκεφτώ, είχα μαρμαρώσει. Τον άφησα να με οδηγήσει μέσα στο σπίτι, να με καθίσει σ’ εκείνο τον καναπέ που έγιναν όλα. Μου έφερε ένα αναψυκτικό, κάθισε δίπλα μου και άρχισε να μου μιλάει. Λες και ήξερε τι σκεφτόμουν, μου είπε να μην το σκέφτομαι σαν κάτι άσχημο. Δεν γινόταν να είναι άσχημο κάτι όταν μας αρέσει τόσο πολύ, μου είπε. «Θα πρέπει να ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσουν και τα δύο φύλα και μπορούν να δώσουν και να πάρουν πολλή ευχαρίστηση από κάτι τέτοιο. Άσχετα αν κάποιοι δεν συμφωνούν και δεν το θεωρούν σωστό, είναι δική σου απόφαση και δεν πρέπει να ντρέπεσαι καθόλου που σου άρεσε κάτι τέτοιο. Γιατί σου άρεσε και γι αυτό αισθάνεσαι έτσι, σωστά;». Μου είπε και άλλα πολλά. Ο τόνος της φωνής του, ο τρόπος που μου μιλούσε, με ηρέμησε. Με έκπληξη μου, τον άκουσα να μου εξομολογείται ότι του άρεσε κι εκείνου πολύ, ίσως περισσότερο από εμένα και κρατιόταν μακριά κι εκείνος τις προηγούμενες μέρες εσκεμμένα γιατί ήθελε κι άλλο και δεν ήθελε να με φέρει σε δύσκολη θέση. Ακόμα και τώρα μου είπε, που σε βλέπω να κάθεσαι εδώ, δεν μπορείς να φανταστείς καν τι σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου. Και αυτό ακουμπώντας το χέρι του ψηλά στο μπούτι μου και χαϊδεύοντας το απαλά, αλλά με μια ένταση που την ένοιωθα να αυξάνεται.

Δεν ξέρω γιατί, μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει, εκείνο το άγγιγμα ήταν σαν να με περνούσε ρεύμα. Ένοιωσα το πρόσωπό μου να καίει και με έκπληξη κατάλαβα ότι δεν ήταν ντροπή αλλά ερεθισμός. «Σου αρέσει, ε;» τον άκουσα να με ρωτάει, σαν μέσα σε ομίχλη, με το χέρι του να ανεβαίνει ανάμεσα στα πόδια μου, χαϊδεύοντας. Χωρίς σκέψη, άνοιξα τα πόδια μου διευκολύνοντας τον να φτάσει πιο ψηλά και να αρχίσει να μου χαϊδεύει τα αρχίδια με ένα τρόπο που με έκανε να βγάλω ένα ασυναίσθητο «μ…». Λέγοντας ένα «έλα εδώ μικρέ μου, σήμερα θα γνωρίσεις κάτι άλλο», με τράβηξε σηκώνοντάς με όρθιο μπροστά του και με την ίδια κίνηση, μου κατέβασε το μαγιό μου μέχρι το πάτωμα. Πριν προλάβω καν να μιλήσω, είχε πάρει τον καυλωμένο μου πούτσο στο στόμα του, κρατώντας μου σφιχτά τα κωλομέρια και η γλώσσα του στριφογύριζε μέσα στο στόμα του γύρω-γύρω. Έλιωσα. Δεν σκεφτόμουν, ένοιωθα μόνο. Ένοιωθα μία υπέροχη ζέστη να με κυριεύει. Τα χέρια του μάλαζαν τα κωλομέρια μου, τραβώντας τα, σφίγγοντάς τα, σπρώχνοντάς με ολόκληρο μέσα στο στόμα του, με την γλώσσα του να έχει στήσει έναν τρελό χορό γύρω από τον πούτσο μου που τον ένοιωθα έτοιμο να σπάσει.

Ήμουν παραδομένος σ’ αυτήν την υπέροχη αίσθηση, βογκώντας χωρίς σκέψη και ντροπή, όταν ένοιωσα το ένα του χέρι να περνάει απαλά ανάμεσα στα κωλομέρια μου σταματώντας πάνω στην τρύπα μου και αρχίζοντας να την χαϊδεύει κυκλικά. Δεν το περίμενα. Ενστικτωδώς, τινάχτηκα καταφέρνοντας μόνο να χωθεί όλος ο πούτσος μου μέσα στο στόμα του, χωρίς η πίεση του χεριού του πάνω στην τρύπα μου να χαλαρώσει καθόλου. Την ένοιωθα να καίει, να ανοιγοκλείνει χωρίς να μπορώ να την ελέγξω. Ήταν σκέτη τρέλα! Τράβηξε το κεφάλι του πίσω, βγάζοντάς με από το στόμα του. Το χέρι του χάιδευε την τρύπα μου όλο και πιο έντονα, το ένα του δάχτυλο άρχιζε να μπαίνει ελαφρά και να ξαναβγαίνει, να την χαϊδεύει γύρω-γύρω και μετά να ξαναμπαίνει ελαφρά. Χαμένος στην υπέροχη αυτή αίσθηση, τον άκουσα να μου λέει «Το ήξερα ότι θα σου αρέσει, είναι φτιαγμένο το κωλαράκι σου γι αυτό.» Πήγα να μιλήσω. Δεν πρόλαβα. Ένοιωσα το δάχτυλό του να χώνεται λίγο πιο μέσα, και σπρώχνοντας με προς το μέρος του με ξαναπήρε ολόκληρο στο στόμα του.

Η γλώσσα του ξανάρχισε τον υπέροχο χορό της και το δάχτυλό του, χωμένο πια ελαφρά μέσα στην τρύπα μου άρχισε να κινείται κυκλικά, ανοίγοντας την, κάνοντάς με να σπαρταράω ολόκληρος. Το ελεύθερο χέρι του ανέβηκε αργά προς τα πάνω, ξεκινώντας από τα αρχίδια μου και καθυστερώντας λίγο στο στομάχι μου κατέληξε να αρπάξει τη ρώγα μου και να αρχίσει να παίζει μαζί της, όπως ήξερε ότι με τρέλαινε. Τρίβοντας, τραβώντας και στρίβοντάς την στα όρια της ευχαρίστησης και του πόνου. Το δάχτυλο στον κώλο μου με πήγαινε μπρος-πίσω, βάζοντας και βγάζοντάς με μέσα στο στόμα του, βαθιά, με πολύ αργό ρυθμό. Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο, έπρεπε να χύσω. Ένοιωσα να τεντώνομαι μέσα στο στόμα του, την σπονδυλική μου στήλη να μουδιάζει. Με άφησε. Σαν χαμένος, άνοιξα τα μάτια μου, απορημένος για την έλλειψη του αγγίγματος. Τον είδα να γδύνεται, βιαστικά, κοιτάζοντάς με, με μάτια που έκαιγαν. Κάθισε στον καναπέ ξανά, γυμνός με εκείνο το τεράστιο καυλί του να δείχνει το ταβάνι, πετρωμένο, με τις φλέβες να πετάνε σαν ανάγλυφες.

«Έλα εδώ». Εντολή, όχι παραίνεση. Και όμως πήγα, σαν υπνωτισμένος και στάθηκα μπροστά του, περιμένοντας. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του. «Σου αρέσει, το βλέπω. Θέλω να σε ακούσω να το λες. Κάθισε πάνω μου, όπως την περασμένη φορά» Πάλι ο τόνος της εντολής. Τι είχα πάθει; Έκανα αυτό που μου έλεγε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κάθισα επάνω του, έτσι ώστε να τον στριμώξω ανάμεσα στα κωλομέρια μου, έτσι ακριβώς όπως με είχε βάλει να κάνω την περασμένη φορά. Γέρνοντας πίσω με τράβηξε να ξαπλώσω ολόκληρος επάνω του με τράβηξε κάνοντας με να χάσω το καυλί του από κάτω μου, καθίζοντάς με πάνω στο στομάχι του. Πιάνοντας την μια ρώγα μου σφιχτά με το ένα χέρι και το κωλομέρι μου με το άλλο, με τοποθέτησε όπως ήθελε εκείνος. Μετά κρατώντας με από την ρώγα με το ένα χέρι οδήγησε το καυλί του να στριμωχτεί ανάμεσα στα κωλομέρια μου. Ένοιωσα το κεφάλι καυτό, πάνω στην τρύπα μου να την σπρώχνει, πολύ ελαφρά. Κατάφερα να ψελλίσω ένα «μη, κύριε Σταύρο» για να πάρω σαν απάντηση «Μην ανησυχείς μικρέ μου. Αυτό που φοβάσαι, θα το κάνω μόνο όταν θα το ζητήσεις εσύ».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά τον πίστεψα. Ηρέμησα. Και τότε, άρχισε να κινείται από κάτω μου. Το κεφάλι να σπρώχνει την τρύπα μου τεντώνοντάς την, τα χέρια του να τρέχουν από το στήθος μου στο καυλί μου στα αρχίδια μου, μετά να μου χουφτώνουν με δύναμη τα κωλομέρια, σπρώχνοντάς με πάνω στο καυλί του και την φωνή του βραχνιασμένη να μου ψιθυρίζει στο αυτί «σήμερα όμως, θα σου την χύσω την τρυπούλα σου να το ξέρεις». Η τρυπούλα μου άρχισε να ανοιγοκλείνει, σαν να είχε δική της ζωή, ερχόταν ένα κύμα να με πάρει, βόγκηξα.. Ένα «αχ…» ήταν ο μόνος ήχος που πρόλαβα να βγάλω πριν αρχίσω να αδειάζω με σπασμούς πάνω στην κοιλιά μου, ενώ κουνιόμουν πάνω κάτω στον ρυθμό που μου έδιναν τα χέρια του. Εκείνος, έπιασε το καυλί του χώνοντας το χέρι του από κάτω μου και το έσπρωξε λίγο παραπάνω. Η τρύπα μου τεντώθηκε κι άλλο λίγο ανοιγοκλείνοντας και τότε. Μουγκρίζοντας από κάτω μου, με το κεφάλι του καυλιού του να είναι έτοιμο να χωθεί μέσα μου, άρχισε να χύνει με σπασμούς.

Τα ένοιωθα να με καίνε, να πετάγονται με σπασμούς μέσα στην τρύπα μου. Σχεδόν λιποθύμησα. Όταν ξαναβρήκα την ανάσα μου και τον ένοιωσα ακόμα σκληρό, σχεδόν χωμένο μέσα μου, τραβήχτηκα και κύλισα μπρούμυτα στον καναπέ για να σηκωθώ. Το ένα του χέρι στην μέση μου, με έσπρωξε πάνω στον καναπέ, κρατώντας με ακίνητο. Το άλλο πήγε κατευθείαν στην τρυπούλα μου, υγρή από τα χύσια του. Έβαλε τα δάχτυλο του και με την υγρασία μου τα έτριψε βάζοντας τα μέσα μου καθώς σκύβοντας στο αυτί μου, μου ψιθύρισε «από εδώ και πέρα μικρέ μου, όποτε θέλεις να ξαναγίνει αυτό, θα έρθεις και θα το ζητήσεις εσύ.». Και με αυτό, σηκώθηκε αφήνοντάς με εκεί να προσπαθώ να βρω την ανάσα μου και πήγε στο μπάνιο. Άκουγα το νερό να τρέχει, ξαπλωμένος ακόμη όπως με είχε αφήσει, να σκέφτομαι εκείνο το «θα το ζητήσεις εσύ» που μου είπε. Να ήξερε το ότι ήθελα να το ζητήσω εκείνη την ώρα. Ακόμα ένοιωθα τα χύσια του να μου καίνε την τρυπούλα μου, το πώς ήταν έτοιμος να χωθεί μέσα μου όταν έχυσε, την αίσθηση της ζέστης και του πώς ήταν έτοιμη η τρυπούλα μου να ανοίξει για να τον πάρει.

«Ακόμα έτσι είσαι;» μαζί με ένα όχι και τόσο ελαφρύ χαστούκι στο κωλομέρι, με επανέφεραν στο παρόν. Όρθιος από πάνω μου, γυμνός, μ’ εκείνο το τεράστιο καυλί του ακόμη μισοσηκωμένο ανάμεσα στα πόδια του, συνέχισε «σήκω ντύσου, γιατί αν μείνεις έτσι δεν θα τελειώσει εδώ η μέρα. Σου είπα ότι θέλω κι άλλο, μην με προκαλείς» Δεν ξέρω που βρήκα το θάρρος να πω αυτό που σκεφτόμουν. Ίσως να μην το σκέφτηκα καν. «Κι εγώ θέλω κι άλλο, μπορείτε;» Γελώντας, και λέγοντας τα παρακάτω κάθισε στον καναπέ φέρνοντας έτσι το καυλί του περίπου μπροστά στο πρόσωπό μου. «Μικρέ μου, αποκάλυψη είσαι! Τόσο πολύ σου άρεσε λοιπόν; Μισο-καύλωσα στο μπάνιο, με το να σκέφτομαι το κωλαράκι σου.» Ακουμπώντας πίσω και χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά, συνέχισε. «Εάν φέρεις το στοματάκι σου λίγο πιο κοντά, θα μπορέσω πολύ ακόμα. Έλα, σε περιμένει».

Σύρθηκα μπροστά στον καναπέ, φέρνοντας το στόμα μου μπροστά στο καυλί του. Αυτό σαν να είχε δική του ζωή, μεγάλωσε κι άλλο μπροστά στα μάτια μου. Το χέρι του μου χάιδευε τα μαλλιά, χωρίς να με πιέσει όπως περίμενα μέσα μου. Αναπνέοντας επάνω του το περιεργάστηκα για λίγο. Σκληρό, ήδη σχεδόν καυλωμένο. Οι φλέβες να το διατρέχουν. Το έπιασα, φέρνοντάς το πιο κοντά. Καυτό, μεγάλωνε ακόμα. Είχε δίκιο, ήταν πολύ μεγάλο. Ακούμπησα τα χείλη μου στην άκρη του, αποσπώντας ένα «αχ, έτσι καύλα μου» από τον κύριο Σταύρο. Πήρα το κεφάλι στο στόμα μου. Απαλό, έκαιγε. Άρχισα να το γλείφω μέσα στο στόμα μου, χαϊδεύοντας τα αρχίδια του, όπως έκανε εκείνος σ’ εμένα πριν. Ένα «έτσι, μανάρι μου, θα με τρελάνεις εσύ!» με πολύ βραχνιασμένη την φωνή του με έκανε να τριφτώ πάνω στον καναπέ ακόμα περισσότερο, καυλωμένος εντελώς πια. Για ένα διάστημα, δεν ξέρω πόσο, συνέχισα να του τον ρουφάω, να του τον γλείφω, χαμένος στην νέα αυτή αίσθηση. Μέχρι που με συνέφερε, τραβώντας με από τα μαλλιά μακριά του, λέγοντας συγχρόνως «Φτάνει καυλίτσα μου, θα με κάνεις να χύσω πάλι και δεν θέλω ακόμη. Έλα τώρα, να σου ανταποδώσω την ευχαρίστηση».

Μ’ αυτό, με σήκωσε βάζοντάς με να ακουμπήσω το κεφάλι στην πλάτη του καναπέ, γονατιστός πάνω στα μαξιλάρια. Με ένα χούφτωμα στα κωλομέρια και ένα «μ… ποίημα είναι το κωλαράκι σου έτσι στον αέρα! Μην τολμήσεις να κουνηθείς, έρχομαι» τον άκουσα να απομακρύνεται. Άκουσα ένα ντουλάπι να ανοιγοκλείνει και δευτερόλεπτα μετά, ένοιωσα το καυλί του υγρό, να χώνεται ανάμεσα στα κωλομέρια μου ακουμπώντας με το καυτό του κεφάλι την τρυπούλα μου. Μία ανατριχίλα με διαπέρασε, τινάχτηκα. Νομίζοντας ότι φοβήθηκα (που να ήξερε ότι με έλειωνε αυτή η επαφή), μου εξήγησε ότι έβαλε λιπαντικό, για να μην με πονέσει και να μην ανησυχώ. Εγώ, δεν τολμούσα να κουνηθώ. Όχι από φόβο, αλλά για να μην χάσω την επαφή με το καυλί του που ένοιωθα να πιέζεται πάνω στην τρυπούλα μου, τεντώνοντάς την. Πιάνοντας μου τον κώλο μου τον άνοιξε, κρατώντας τον σφιχτά. Βάζοντας ένα πόδι επάνω στο μαξιλάρι του καναπέ έγειρε μπροστά αυξάνοντας την πίεση πίσω μου, έπιασε το πετρωμένο μου καυλί και άρχισε να μου το παίζει αργά. Η φωνή του βραχνή. «Θα σε κάνω να με παρακαλάς γι’ αυτό μικρούλη μου, να το θυμάσαι».

Έγειρε κι άλλο μπροστά, πιάνοντας την θηλή μου σφιχτά την τράβηξε στρίβοντάς την. Την ίδια στιγμή ένοιωσα την αντίσταση της τρύπας μου να υποχωρεί και το καυλί του να χώνεται μέσα στην τρυπούλα μου. Δεν ξέρω αν το βογκητό που έβγαλα ήταν λόγω του μουδιάσματος από το τράβηγμα της θηλής μου, του χεριού του που μου έπαιζε αργά τον πούτσο ή της έκπληξης από την εισχώρηση του καυλιού του στο κωλαράκι μου, ξέρω όμως πολύ καλά ότι ήταν βογκητό καθαρής απόλαυσης κι εκείνος το κατάλαβε. Χωρίς να σταματήσει στιγμή να μου τον παίζει ή να τρίβει και να τραβάει τις θηλές μου, ακίνητος όμως μέσα στον κώλο μου, μούγκρισε: «Όντως αποκάλυψη είσαι μωρό μου! Σ’ αρέσει, ε; Πες το μου να σε ακούσω». «Τέλειο είναι κύριε Σταύρο!» κατάφερα να ψελλίσω ξέπνοα, ζαλισμένος από την καύλα. «Θέλεις κι άλλο καύλα μου; Ζήτα το». «Αχ, ναι! Κι άλλο, κύριε Σταύρο, θέλω κι άλλο!» Αυτό το τελευταίο βογκητό, με έκανε να το βγάλω όταν λέγοντας μου να του το ζητήσω, με έσπρωξε με το χέρι που μου τον έπαιζε να καρφωθώ κι άλλο πάνω στην πούτσα του, χώνοντάς την κι άλλο λίγο μέσα στο κωλαράκι μου.

«’Όσο θέλεις, καυλίτσα μου! Σκλαβάκι της πούτσας μου θα σε κάνω, τώρα που κατάλαβα τι καλή πουτανίτσα μπορείς να γίνεις!» Μαρμάρωσα. Τι ήταν αυτό; Γιατί μου μιλούσε έτσι; «Τι είναι μικρέ μου; Θέλεις να σταματήσω;» Το άκουγα το χαμόγελο στην φωνή του. Οι κινήσεις του όμως δεν σταμάτησαν ούτε δευτερόλεπτο. Έτριβε τις ρώγες μου, έπαιζε με τον πούτσο μου, και σε κάθε παίξιμο με τράβαγε και πιο πολύ πάνω στον πούτσο του που τον ένοιωθα καυτό σαν πυρωμένο σίδερο μέσα μου. «Όχι κύριε Σταύρο, αλλά…» Ένα χέρι σαν μέγγενη στον σβέρκο μου. Το άλλο, το ίδιο σφιχτά, έπιασε την μέση μου και άρχισε να κάνει πολύ ελαφρές κινήσεις μέσα μου νοιώθοντας τον να με πηγαινοφέρνει μπρος-πίσω ελαφρά πάνω στον καναπέ. Ζαλάδα, ηδονή στο έπακρο. Και η φωνή του πίσω μου, πιο βραχνή, στάζοντας καύλα. «Δεν έχει αλλά, καυλάκι μου. Είσαι μία φοβερή πουτανίτσα, και είναι κομπλιμέντο αυτό. Αν θέλεις όμως αυτό το καυλί στο κωλαράκι σου, θα πρέπει να μάθεις να φέρεσαι σαν πουτανίτσα, όταν έρχεσαι εδώ να γαμηθείς. Λοιπόν αποφάσισε. Ή μου λες ότι είσαι η πουτανίτσα μου και συνεχίζουμε, ή πάς σπίτι σου και τελειώνει εδώ αυτή σου η εμπειρία.»

Όλα αυτά, χωρίς να σταματήσει στιγμή αυτό το ελαφρό πήγαινε-έλα μέσα μου. Ένοιωθα την τρύπα μου να καίει, να ανοιγοκλείνει γύρω από την σάρκινη αυτή βέργα που έστελνε κύματα ζέστης σε όλο μου το κορμί. Δεν άντεχα άλλο, δεν πίστευα αυτά που σκεφτόμουν, αυτά που ένοιωθα. Ένοιωθα να με ερεθίζει ακόμα περισσότερο όλο αυτό που γινόταν. Ξέπνοα, ψέλλισα «εντάξει, κύριε Σταύρο». «Έτσι μπράβο, πουτανάκι μου. Πες το τώρα να σ’ ακούσω. Είμαι το πουτανάκι σας και θέλω πούτσο συνέχεια (Γελώντας). Μια-μία τις λέξεις, στον ρυθμό». Δεν το πιστεύω ακόμα, αλλά το είπα. Στον ρυθμό που κουνούσε το καυλί του μέσα έξω στην τρυπούλα μου. Και πήρα την ανταμοιβή μου. Σταμάτησε να κουνιέται μέσα μου. Με το ένα χέρι στον σβέρκο και το άλλο να κρατάει σφιχτά σαν τανάλια το κωλομέρι μου, άρχισε να με κουνάει εμένα στον ίδιο ρυθμό. «Μπράβο καυλίτσα μου, έτσι. Αργά-αργά, θα καρφωθείς επάνω στην πούτσα μου μέχρι το τέλος, όπως σου πρέπει».

Τον ένοιωθα, αργά αλλά πολύ σταθερά να με καρφώνει επάνω στο καυλί του πόντο-πόντο όλο και πιο βαθιά, ώσπου με ένα «πλοπ» (το ένοιωσα, το άκουσα, ούτε που θυμάμαι) υποχώρησε και το εσωτερικό δαχτυλίδι του κώλου μου και τον ένοιωσα να ακουμπάει πίσω μου χωμένος ολόκληρος μέσα μου. Δεν το πίστευα, είχα μέσα μου όλο εκείνο το τέρας και το μόνο που ένοιωθα, ήταν καθαρή απόλαυση. Ένα μούδιασμα σε όλο μου το κορμί, μία ζέστη να με κυριεύει, μία ζαλάδα. Και εκεί, έγινε η αποκάλυψη για μένα. Άρχισε πάλι να πηγαινοέρχεται ελαφρά μέσα στο βάθος του κώλου μου, οργώνοντάς τον, αργά, βαθιά. Δεν άντεχα άλλο. Με ένα «αχ κύριε Σταύρο» άρχισα να χύνω όπως δεν είχα χύσει ποτέ μέχρι τότε. Ένοιωθα ότι άδειαζα μέχρι το μεδούλι μου. Ο κώλος μου έκανε συσπάσεις ανεξέλεγκτες, που με έστελναν στα ύψη, κάνοντάς με να μουγκρίζω τόσο, που αναγκάστηκε να μου κλείσει το στόμα για να μην ακούγομαι.

Τραβήχτηκε από μέσα μου αφήνοντας τον κώλο μου ορθάνοιχτο, με ένα αίσθημα έλλειψης. Γύρισα και τον κοίταξα απορημένα. «Εσείς κύριε Σταύρο;». «Μπράβο πουτανίτσα μου, μου απάντησε. Έτσι πρέπει, να θέλεις να ικανοποιείς την πούτσα που σε γαμάει. Θα αργήσω όμως, και δεν έχουμε ώρα. Τώρα που ξέρεις που θα βρεις πούτσα για το κωλαράκι σου όμως, θα ξανάρθεις. Και θα είναι η δική μου σειρά τότε. Άντε πήγαινε σπίτι σου τώρα, και όποτε θέλεις εγώ εδώ είμαι». Μάζεψα τα ρούχα μου όπως-όπως και έφυγα. Ακόμη και σήμερα όμως τον θυμάμαι, καθισμένο στον καναπέ να παίζει τον πούτσο του αργά, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Είχε δίκιο, θα ξαναπήγαινα.

 

(Copyright protected OW ref: 83289)