Ο κύριος Σταύρος

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Σαν καινούργιος χρήστης, είπα να σας πω την ιστορία της πρώτης μου φοράς με άντρα, κάτι που θυμάμαι μέχρι και σήμερα με ανάμικτα συναισθήματα ντροπής και ερεθισμού.

Από μικρός ήμουν λεπτοκαμωμένος, και είχα ένα κωλαράκι που μέχρι και οι φίλες της μητέρας μου έλεγαν αστειευόμενες μεταξύ τους ότι θα ήθελαν πολύ να το έχουν εκείνες. Σφιχτό σαν πέτρα, στρογγυλό και πεταχτό. Στην πολυκατοικία που μέναμε τότε, έμενε και ένα φιλικό ζευγάρι των γονιών μου, οι οποίοι για μεγάλο διάστημα δούλευαν σε δουλειές με κυλιόμενα ωράρια και κατά συνέπεια ήταν πολύ συχνά μόνοι στο σπίτι τους, πότε εκείνος και πότε εκείνη. Εκείνη μία απλή κανονική γυναίκα χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Εκείνος ψηλός, πολύ αθλητικός στα γυμναστήρια συνεχώς, σε σημείο που τον πείραζαν οι δικοί μου μήπως σκοπεύει να λάβει μέρος σε αγώνες.

Μία μέρα στα 17 μου με έστειλε η γιαγιά μου που έμενε μαζί μας να ζητήσω κάτι από την κυρία Σούλα. Μια και ήταν δύο ορόφους πιο κάτω, πήγα φορώντας την βερμούδα μου μόνο και σαγιονάρες. Μου άνοιξε όμως ο κύριος Σταύρος, φορώντας μόνο ένα σορτσάκι, ξυπόλητος και όταν του είπα τι ήθελα μου είπε να περιμένω μισό λεπτό και πήγε στην κουζίνα να μου το φέρει. Όσο περίμενα στην πόρτα, έπεσε το μάτι μου στην τηλεόραση που ήταν με παγωμένη την εικόνα σε μία σκηνή από τσόντα με μία στα τέσσερα και έναν τύπο να την παίρνει πισωκολλητά. Καταλαβαίνετε, λόγω ηλικίας η αντίδρασή μου ήταν άμεση. Καύλωσα σε δευτερόλεπτα. Εκείνη την στιγμή, ήρθε ο κύριος Σταύρος φέρνοντας αυτό που του είχα ζητήσει και βλέποντας με αναψοκοκκινισμένο κατάλαβε αμέσως τι έγινε. Χαμογέλασε κοιτάζοντας την βερμούδα μου και με ένα πονηρό χαμόγελο με ρώτησε αν μου αρέσει, δείχνοντάς μου με το βλέμμα την τηλεόραση. Εγώ, αν ήταν δυνατόν, κοκκίνισα ακόμα περισσότερο και ψιθύρισα ένα ναι, μην μπορώντας να ξεκολλήσω τα μάτια μου από την οθόνη. Γέλασε πάλι και μου είπε…

-    σε καταλαβαίνω μικρέ, κι εγώ στην ίδια κατάσταση είμαι.

Εκεί ασυναίσθητα, κοίταξα το σορτσάκι του και είδα ένα τεράστιο φούσκωμα που μου επιβεβαίωσε τα λεγόμενά του. Πρέπει να έμεινα αρκετά δευτερόλεπτα κολλημένος στο θέαμα, γιατί όταν γέλασε και μου είπε…

-    άντε μικρέ, θα περιμένουν οι δικοί σου.

Τινάχτηκα και γύρισα να φύγω. Θυμήθηκα ότι δεν τον είχα ευχαριστήσει και όταν γυρίζοντας το κεφάλι μου πίσω να πω ευχαριστώ τον είδα να με κοιτάζει με ένα πολύ περίεργο βλέμμα. Μου απάντησε:

-    Κανένα πρόβλημα, αν θέλεις έλα να την δούμε μαζί την ταινία. Μόλις τώρα την ξεκίνησα.

Γύρισα στο σπίτι καυλωμένος, αναψοκοκκινισμένος και με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Πήγα στο δωμάτιό μου και άρχισα να τον παίζω, αλλά φοβόμουν μην μπει η γιαγιά μου. Εκεί, άρχισα να σκέφτομαι να ξανακατέβω κάτω και να τον παίξω βλέποντας την τσόντα με τον κύριο Σταύρο. Κάτι με κρατούσε όμως. Έτσι κλειδώθηκα στην τουαλέτα, τον έπαιξα και ησύχασα για λίγο. Πέρασε καμία βδομάδα και συναντήθηκα με τον κύριο Σταύρο στις σκάλες το πρωί που γύριζε από βραδινή βάρδια. Όταν τον χαιρέτησα με ρώτησε γιατί δεν πήγα και την ώρα που άνοιγα το στόμα μου να πω μια δικαιολογία, με τράβηξε πιο κοντά από τον σβέρκο και μου είπε χαμηλόφωνα στο αυτί:

-    Τον έπαιξες στο σπίτι μικρέ, με την γιαγιά σου εκεί;

Κατακοκκίνισα και κατέβασα το κεφάλι. Με έπιασε από τους ώμους, και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά πάλι, κάνοντας με να τον ακολουθήσω. Μου έλεγε να μη ντρέπομαι, ότι με πειράζει, ότι η πρόσκληση να πάω στο σπίτι τους και να δω ταινία μαζί του ισχύει ακόμα. Μου είπε μόνο να μην μου ξεφύγει τίποτε σε κανέναν γιατί η γυναίκα του θυμώνει που βλέπει τσόντες και δεν θέλει να τσακωθεί. Έφυγε με ένα…

-    άντε γεια μικρέ, σε περιμένω όποτε θέλεις. Όπως είπαμε, ε;

Για μέρες το σκεφτόμουν, το γύριζα στο μυαλό μου συνέχεια. Το έβλεπα σαν ευκαιρία να βλέπω τσόντες και να τον παίζω με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι μήπως μπει κανείς και με τσακώσει. Άλλωστε, σκεφτόμουν, κι εκείνος το ίδιο κάνει. Γιατί όχι; Πέρασα ένα μαρτυρικό Σαββατοκύριακο, με τους γονείς μου στο σπίτι. Είχα τρελές καύλες και δεν μπορούσα να τον παίξω, είχα χτυπήσει κόκκινα. Έλειπε και το αυτοκίνητο του κυρίου Σταύρου και άκουσα τους γονείς μου να λένε ότι είχαν φύγει για την Εύβοια για το Σαββατοκύριακο. Δευτέρα πρωί, είδα την κυρία Σούλα να φεύγει για δουλειά. Το αυτοκίνητο το κυρίου Σταύρου ήταν εκεί, σημάδι ότι δε δούλευε και ήταν σπίτι. Κατέβηκα λοιπόν στον όροφό τους και πήγα έξω από την πόρτα τους, στήνοντας αυτί να ακούσω αν ήταν μέσα. Ησυχία, και όπως γυρίζω να φύγω, βγαίνει στο κεφαλόσκαλο ο κύριος Σταύρος με μία σακούλα ψώνια από τον μπακάλη. Γελώντας, μου λέει:

-    Με έψαχνες, μικρέ;

Κατακοκκίνισα πάλι, εκείνος ήρθε κοντά και βάζοντας το κλειδί στην πόρτα μου λέει:

-    Πάνω στην ώρα ήρθες πάντως…

και βάζει το χέρι μέσα στην τσάντα, βγάζει μια κασέτα και μου την δείχνει.

-    Άντε αν θέλεις έλα, να τακτοποιήσω αυτά και σε κανένα τεταρτάκι εγώ ξεκινάω.

Του είπα με μισή φωνή ότι θα με ψάχνει η γιαγιά μου και μου απάντησε ότι εκείνος εκεί θα είναι αν θέλω να πάω. Μπήκε μέσα, έκλεισε και την πόρτα και έμεινα εκεί, με το μυαλό μου να δουλεύει σαν τρελό να βρει τι δικαιολογία θα πω για να φύγω από το σπίτι. Ανέβηκα επάνω, είπα ότι θα πάω μέχρι την πλατεία να δω αν ένα μαγαζί είχε φέρει κάτι που έψαχνα για το ποδήλατό μου και έφυγα σχεδόν τρέχοντας. Την ώρα που χτυπούσα το κουδούνι τους, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Δεν ήξερα τον λόγο, με ερέθιζε φοβερά όμως η σκέψη να τον παίζω μαζί με κάποιον άλλο (ίσως ακόμα περισσότερο, να ήταν η ιδέα ότι ήταν φίλος των δικών μου). Μου άνοιξε ο κύριος Σταύρος, χαμογελαστός, λέγοντας…

-    καλώς τον, έλα μόλις άρχισε.

Το φούσκωμα στο σορτσάκι του θα με είχε κάνει να το καταλάβω έτσι κι αλλιώς βέβαια. Με έπιασε από τους ώμους, με πέρασε μπροστά του και με έσπρωξε ελαφρά προς τον καναπέ.

-    Κάθισε, μου είπε. Βγάλε και το μπλουζάκι σου αν θέλεις. Πάω να πάρω κάτι να πίνω, θέλεις κάτι;

Ζήτησα μία πορτοκαλάδα, έβγαλα και το μπλουζάκι (ήταν καλοκαίρι και έκανε τρελή ζέστη) και κάθισα στον καναπέ. Σε δύο λεπτά ήταν δίπλα μου, έβαλε και το βίντεο να παίζει και κοιτάζοντας την οθόνη μου είπε…

-    μικρέ, ότι θέλεις κάνε. Ελεύθερα, σαν στο σπίτι σου. Μην με ντρέπεσαι, ok;

Ούτε που απάντησα, είχα καρφωθεί στην οθόνη που είχε αρχίσει μία φάση με δύο τύπους που χαϊδολογούσαν μια γκόμενα καύλα σκέτη. Μόνο που σκεφτόμουν το τι περίμενα να δω μου είχε γίνει πέτρα. Άρχισα να τον χαϊδεύω πάνω από την βερμούδα, και κοίταξα λοξά να δω τι έκανε εκείνος. Είχε χώσει το χέρι μέσα από το σορτσάκι και χαϊδευόταν. Καταλαβαίνοντας ότι τον κοίταζα, γύρισε και με κοίταξε και μου είπε γελώντας…

-    μικρέ, εγώ θα το βγάλω το σορτσάκι οκ; Όποτε θες γδύσου, δεν έχω πρόβλημα…

και σηκώθηκε από τον καναπέ, κατέβασε το σορτσάκι και ξανακάθισε, αρχίζοντας να παίζει το μεγαλύτερο καυλί που είχα δει στην ζωή μου. Είχα δει πολλούς συμμαθητές μου στο γυμναστήριο του σχολείου, αλλά το μεγαλύτερο που είχα δει ήταν μισό από το δικό του και σε μήκος και σε πάχος. Είχα μείνει και τον κοίταζα σαν χαζός να κοιτάζει την ταινία και να τον παίζει πολύ αργά, χαϊδεύοντας πού και πού τα αρχίδια του τα οποία ήταν κι αυτά στην ίδια αναλογία. Δεν ήξερα γιατί, αλλά το θέαμα με είχε καυλώσει αφάνταστα. Γύρισε και με κοίταξε. Είδε πού και πώς κοίταζα και χαμογελώντας μου είπε:

-    Το ξέρω είναι μεγάλος, αλλά τους αρέσει. Να δεις πώς τον κοιτάνε την πρώτη φορά που τον βλέπουν, λες και δεν το πιστεύουν. Αλλά μόλις τον πάρουν, δεν ξεκολλάνε με τίποτε…

και αλλάζοντας θέμα αμέσως, γελώντας ακόμα,

-    Άντε βγάλε το αυτό το σορτσάκι πια, θα σκιστεί σε λιγάκι έτσι που έχεις καυλώσει.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή του η συμπεριφορά με ηρέμησε. Σηκώθηκα, κατέβασα το σορτσάκι στο πάτωμα και πήγα να ξανακαθίσω. Ήρθε στην άκρη του καναπέ, με έπιασε από την μέση και μου είπε…

-    περίμενε μισό λεπτό, κάτσε να σε δω...

και πριν προλάβω να απαντήσω, με έπιασε από τους γοφούς και τον ένοιωσα να με γυρίζει με την πλάτη προς εκείνον, πολύ αργά. Μόλις με γύρισε εντελώς, ένοιωσα το ένα χέρι του να ανεβαίνει στην πίσω πλευρά του μπουτιού μου ενώ το άλλο με κρατούσε σφιχτά από τον γοφό. Συνέχισε να ανεβαίνει αργά, περνώντας πάνω από το κωλομέρι μου, μετά στην σπονδυλική μου στήλη. Ξανακατεβάζοντας το από την ίδια διαδρομή, πιο αργά όμως, μου είπε…

-    φοβερό κορμάκι έχεις κάνει με το ποδήλατο και τις γυμναστικές τελικά εσύ.

Είχα μαρμαρώσει. Ντρεπόμουν που με χάιδεψε έτσι, αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποίησα ότι ο τρόπος που το έκανε, με είχε καυλώσει κι άλλο. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη αυτά που σκεφτόμουν και ένοιωθα, κατάλαβα ότι δεν με ακουμπούσε πια. Κόκκινος σαν παντζάρι, ξανακάθισα και με καρφωμένα τα μάτια στην οθόνη, άρχισα να τον παίζω σαν τρελός, ερεθισμένος (νόμιζα) όσο δεν πάει άλλο. Τότε τον άκουσα να λέει…

-    όχι έτσι, μικρέ. Μη βιάζεσαι, απόλαυσε το. Κάνε το να κρατήσει όσο πιο πολύ μπορείς. Να κοίτα, έτσι…

και πιάνοντας μου τα χέρια, μου τα βγάζει και αρχίζει να μου τον παίζει εκείνος, αργά. Μία πάνω κάτω, μία να μου χαϊδεύει τα αρχίδια, μετά χάδι σε όλο το μήκος, μετά ξανά πάνω κάτω για λίγο. Είχα χαθεί, το απολάμβανα και δεν σκεφτόμουν τίποτε. Και εκεί, πάνω που βαριανασαίνω, ζαλισμένος από αυτό που γίνεται, νοιώθω το άλλο του χέρι να μου πιάνει την ρώγα και να την τραβάει ελαφρά, στρίβοντας την. Βόγκηξα και άνοιξα τα μάτια μου, θολωμένος. Με κοίταζε με ένα βλέμμα που έκαιγε. Έσκυψε στο αυτί μου κρατώντας τη ρώγα μου στριμμένη και μην σταματώντας στιγμή να μου τον παίζει μου είπε βραχνά…

-    είδες που στο είπα; Έτσι δεν είναι καλύτερα;

Εκεί παραδόθηκα, εντελώς. Είπα ένα βραχνιασμένο

-    μ… τρέλα είναι κύριε Σταύρο

και έγειρα πάλι το κεφάλι μου πίσω απολαμβάνοντας. Αλλά εκείνος, είχε άλλα στο μυαλό του. Τον ένοιωσα να με αφήνει, μία κίνηση στον καναπέ, τα χέρια του να με πιάνουν σφιχτά από την μέση. Μέχρι να ανοίξω τα μάτια μου και πριν προλάβω να πω λέξη, με σήκωσε και με έφερε να καθίσω στα μπούτια του με την πλάτη προς το μέρος του. Ακουμπώντας το στήθος του στην πλάτη μου, πέρασε το ένα χέρι κάτω από το δικό μου και έπιασε την άλλη μου ρώγα με το δεξί και με το αριστερό άρχισε πάλι να μου τον παίζει, πολύ αργά.

-    Κύριε Σταύρο…

πήγα να πω. Ούτε που ξέρω τι θα έλεγα, αν με άφηνε να συνεχίσω. Ήμουν τόσο ερεθισμένος, ήθελα τόσο πολύ να συνεχιστεί αυτό που ένοιωθα για πρώτη φορά, ένοιωθα να καίγομαι ολόκληρος. Όμως δεν με άφησε. Πιάνοντας με από τα μπούτια μου σφιχτά, έγειρε πίσω στον καναπέ τραβώντας κι εμένα μαζί. Μόλις με τοποθέτησε εκεί που ήθελε, έπιασε και τις δύο ρώγες μου μαζί και τις έστριψε τραβώντας τες. Βόγκηξα για δεύτερη φορά εκείνη την μέρα. Είχε βρει τι μου άρεσε. Μου τράβηξε το κεφάλι πίσω, κάνοντάς με να ξαπλώσω εντελώς πάνω του. Βραχνιασμένα μου είπε στο αυτί…

-    θα σε τρελάνω σήμερα μικρέ..Αφήσου και απόλαυσε το, μην το σκέφτεσαι…

και μ' αυτό τρίβοντας, στρίβοντας και χαϊδεύοντας τις ρώγες μου με δάγκωσε στην καρωτίδα. Εκεί, τεντώθηκα και έβγαλα τον πρώτο μου αναστεναγμό ευχαρίστησης. Μούδιασα ολόκληρος. Ακόμα έχω την εικόνα στο μυαλό μου. Καθισμένος πάνω στην κοιλιά του, να παίζει με τις ρώγες μου, να μου τον παίζει, να με δαγκώνει ελαφρά στον λαιμό και τα βογγητά μου να ανακατεύονται με τα βογγητά από την τσόντα της τηλεόρασης. Μεθυσμένος από την ηδονή που ένοιωθα, απολάμβανα. Λίγο μετά, άρχισα τον νοιώθω να τεντώνει το σώμα του. Το ένα από τα δύο χέρια του άρχιζε να χαϊδεύει και να σφίγγει τα κωλομέρια μου. Πότε το ένα, πότε το άλλο. Άρχιζα να νοιώθω ότι δεν άντεχα άλλο τόσο ερεθισμό. Κι εκεί που ένοιωθα ότι δεν πάει άλλο, ότι δεν άντεχα, ότι θα έχυνα στα χέρια του τον νοιώθω να με πιάνει σφιχτά από τον κώλο να σηκώνεται πιο πάνω στον καναπέ και να μου αλλάζει θέση.

Κατεβάζοντας με πιο χαμηλά, όπως ανασηκώθηκε στον καναπέ τον νοιώθω να με τοποθετεί ανοίγοντάς μου τα κωλομέρια πάνω στο καυλί του, τοποθετώντας το ανάμεσά τους. Νοιώθω ξανά τα χέρια του, ένα στις ρώγες μου και το άλλο να μου τον παίζει αργά, βασανιστικά. Αλλά όλη μου η αίσθηση μετακινείται ξαφνικά. Στο τεράστιο, καυτό καυλί που έχει αρχίσει να τρίβεται ανάμεσα στα κωλομέρια μου. Η φωνή του, βραχνή από την καύλα στο αυτί μου.

-    Σ' αρέσει μικρέ μου, ε; Έτσι, κουνήσου μου λίγο, να σε απολαύσω κι εγώ. Να, έτσι…

και πιάνοντας μου τα κωλομέρια, σφιχτά πια, όχι όπως πριν, αρχίζει να με κουνάει πάνω-κάτω. Τρίβοντάς με επάνω στο καυλί του, πετρωμένο μέσα στην σχισμή του κώλου μου. Για πολύ λίγο όμως. Αρχίζει πάλι το παιχνίδι με τις ρώγες μου, να μου τον παίζει και να τον χαϊδεύει, δαγκώνοντας με ελαφρά στον λαιμό. Χαμένος, νοιώθω την λεκάνη του να κινείται και καταλαβαίνω μέσα στην ζαλάδα μου ότι κουνιέμαι κι εγώ μαζί του. Τον νοιώθω καυτό από κάτω μου, έχει αρχίσει να βογκάει κι εκείνος πια. Σπρώχνω προς τα κάτω, θέλω να τον νοιώθω όσο πιο πολύ μπορώ να τρίβεται επάνω-κάτω στην τρύπα μου που έχει ανάψει. Τον νοιώθω να τεντώνεται, νοιώθω να τραβάει την ρώγα μου δυνατά, μου τον παίζει πιο γρήγορα. Ξαφνικά:

-    Σε χύνω καυλάκι μου, σε χύνω…

και τον νοιώθω να τεντώνεται από κάτω μου, νοιώθω το καυλί του να σπαρταράει πίσω μου, με παρασέρνει, χάνομαι. Αδειάζω, μέσα σε σπασμούς, βογκώντας, μουγκρίζοντας μαζί του. Μείναμε για κανένα πεντάλεπτο έτσι ξαπλωμένοι, χωρίς κουβέντα. Με σήκωσε από πάνω του και πήγε να πλυθεί. Μάζεψα τα ρούχα μου, ντύθηκα όπως-όπως και έφυγα χωρίς να του πω κουβέντα. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά, παραπατούσα, σαν ζαλισμένος. Μπήκα στο σπίτι στις μύτες, πλύθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, ξαναζώντας στο μυαλό μου ότι είχε γίνει λίγο πριν. Δεν θα ήμουν ο ίδιος ποτέ ξανά μετά από αυτό.

 

(Copyright protected OW ref: 82509)