Εγώ, ο φίλος μου και ένα τσιγγανάκι στο χωράφι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Η ιστορία είναι 100% αληθινή και θέλω να την μοιραστώ μαζί σας.

Περπατώντας κοντά σε απόμερη περιοχή και στεκόμενος για κατούρημα, έτυχε να σταματήσω λίγο έξω από την περιοχή της Αγίας Βαρβάρας. Ήταν γύρω στις 8. Κοντά στα μπάζα διέκρινα ένα τσιγγανάκι που όσο είχα βγάλει τον πούτσο για κατούρημα, κοιτούσε πως μου σηκωνότανε, πέφτοντάς του μπορώ να πω τα σάλια και ''σκίζοντάς'' τον με το βλέμμα. Ήταν γύρω στα 18. Αν και είναι δύσκολο να πάει κάποιος Έλληνας με τσιγγάνο για τους γνωστούς λόγους, δεν ξέρω πως την είδα εγώ εκείνη τη στιγμή και άρχισα να παίζω τη σκληρή και καυλωμένη πούτσα μου, όρθια μπροστά του.

Αμέσως προχωράει στο μέρος μου και ανοίγει διάλογο. Εγώ (Ν) και αυτός (Τσ) τσιγγανάκι.

(Τσ) Γεια, μου λέει με σπαστή γνώριμη προφορά που έχουν οι τσιγγάνοι.
(Ν) Τι κάνεις του λέω με παρατηρείς εδώ και ώρα.
(Τσ) Ναι τον έχεις πολύ μεγάλο για μένα!
(Ν) Γουστάρεις ρε πουστρίτσα; Έλα σκύψε να μου τον παίξεις και να τον αρμέξεις τουλάχιστον.

Οφείλω να πω πως στο πρόσωπο ήταν λίγο πιο ανοιχτόχρωμος αν και τσιγγάνος. Αμέσως μου πιάνει την πούτσα και την παίζει στα χέρια του.

(Ν) Παρ’ την τώρα στο στόμα μωρή πουτανίτσα!
(Τσ) Αχ την γλείφω έτσι...

και μου την παίζει πάνω κάτω, βάζοντάς τη μέσα έξω στο στόμα του.

(Ν) Περίμενε του λέω έχω έναν Φίλο. Μανώλη έλα να δεις…

του φωνάζω και έρχεται.

(Μ) Τι κάνεις εδώ τόση ώρα, μου λέει. Α τι γίνεται; πώ!

Αναφωνεί βλέποντας τον πούτσο μου καρφωμένο όλο στο στόμα του τσιγγάνου. Τον «ψήνω», βγάζει την ψωλή του έξω κι αυτός και την δίνει στο στόμα, ενώ εγώ ανοίγω διπλή καπότα και την χώνω όλη πίσω στον κώλο. Πάνω - κάτω, πάνω - κάτω, γινότανε της πουτάνας, εγώ από πίσω ο φίλος μου από μπρος.

(Μ) Αχ… Πάρτον μωρή σκύλα, ξέρω ό,τι σας αρέσει.
(Τσ) Κι άλλο, θέλω την ψωλάρα σου η πουτάνα.

Σε μια στιγμή χύνει ο φίλος μου στο λαρύγγι του, ενώ εγώ την ίδια στιγμή δεν ξέρω πως μου ήρθε, βγάζω την καπότα, τη μπήγω όλη πίσω όπως ήταν στο κωλαράκι του και του γεμίζω το έντερο με σπέρμα. Βγάζοντάς την έξω την πουτσάρα μου, άρχιζε και έσταζε όλο του το κωλαράκι με χύσια από μέσα προς τα έξω πέφτοντας στο έδαφος.

Πως το έκανα εγώ αυτό αναρωτήθηκα. Τέλος πάντων «άντε να τα λέμε» λέω στα φωναχτά ενώ το ξαναμμένο τσιγγανάκι σκούπιζε με μαντήλι τα χύσια από τον κώλο του. Αντίο Αγια Βαρβάρα λέω εγώ και ο φίλος μου και απομακρυνθήκαμε.

 

(Copyright protected OW ref: 78632)