Ο φίλος του γιου μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 1.50 (1 Vote)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Η ιστορια είναι πέρα για πέρα αληθινή (εκτός από τα ονόματα φυσικά). Αν και 57 ετών, πέρασα σούπερ με το φίλο του γιου μου. Τελικα το να παθαίνεις βλάβη με το αμάξι, μπορεί να βγει και σε καλό...

Γεια σας. Είμαι ο Θανάσης και είμαι 57 ετών, τυπικός οικογενειάρχης και ζω σε ένα χωριό της στερεάς Ελλάδας. Είμαι 1.75 και 80 κιλά περίπου. Είμαι από τους παραδοσιακούς ανθρώπους (μουστάκι, τα μαλλιά στο πλάι, γκρίζα τα περισσότερα). Ο γιος μου ο μεγάλος είναι 30 ετών και έχει αρκετούς φίλους, ένας από αυτούς είναι και ο Αποστόλης. Εδώ αρχίζουν όλα.

Ο Αποστόλης είναι και αυτός 30, ψήλος 1.87 και περίπου, 100 κιλά, αλλά γεροδεμένος και μένει μόνιμα στη πόλη, ενώ εδώ (στο χωριό) μένουν οι γονείς του και έρχεται συχνά και τους επισκέπτεται. Πολλές φορές έχουμε κάνει παρέα και έχουμε βγει αλλά μέχρι εκεί. Πρόσφατα πήγα στην πόλη για δουλείες και ψώνια και έπαθα ζημία με το αυτοκίνητο. Αφού το πήγα σε ένα συνεργείο, μου λέει ο μάστορας ότι θα το έχει έτοιμο αύριο το μεσημέρι, όποτε λέω στην γυναίκα μου να φύγει με το λεωφορείο κι εγώ να μείνω μέχρι αύριο για να το πάρω. Κάνοντας μια βόλτα για να βρω ξενοδοχείο να σου μπροστά μου ο Αποστόλης.

-    Βρε του λέω τι κανείς;

-    Επ! Θανάση μου λέει, καλά είμαι, μόλις σχόλασα από τη δουλεία και πάω για το σπίτι. Εσυ;

-    Άστα, του λέω. Έπαθα ζημιά με το αυτοκίνητο και γάμησε τα, το έχω στο συνεργείο.

-    Κρίμα ρε γαμώτο, μου λέει. Και τώρα τι θα γίνει; Θες να σε πάω στο χωριό; Με τι θα φύγεις;

-    Α, δε φεύγω σήμερα και αυτό κάνω τώρα, ψάχνω να βρω ξενοδοχείο.

-    Τι ξενοδοχείο μωρέ, μου λέει σαστισμένος, θα έρθεις να μείνεις σε έμενα.

-    Πώς να έρθω, μην σε φέρνω σε δύσκολη θέση.

-    Μη το συζητάς, μου λέει, θα με προσβάλεις.

-    Καλά…

του λέω εγώ και άρχισε να φουντώνει μέσα μου ένα πάθος που είχα ξεχάσει. Αφού πέρασε όλο το απόγευμα με καφέ και φαγητό, ήρθε η ώρα να πάμε στο σπίτι.

-    Τσίπουρο πίνεις;

με ρωτάει ο Αποστόλης.

-    Μην κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις…

του λέω εγώ και αμέσως βάζει τα πρώτα. Μετά από σχεδόν ένα λίτρο τσίπουρο και αφού έχουμε και οι δυο χαλαρώσει αρκετά (σχεδόν μεθυσμένοι), του λέω ότι έχουμε ένα πρόβλημα.

-    Πρόβλημα; Τι πρόβλημα;

-    Δεν έχω αλλά ρούχα μαζί μου.

-    Ε και; Κοιμήσου ξεβράκωτος, αλλά αν θες μπορώ να σου δώσω από τα δικά μου γι’ απόψε.

-    Ρε Αποστόλη, του λέω, δεν έχω πρόβλημα. Το μόνο που θέλω είναι να κάνω ένα μπάνιο και αν μπορείς να μου δανείσεις ένα εσώρουχο ρε συ, γιατί όλη μέρα μες στον ιδρώτα είμαι.

-    Ναι βρε Θανάση, και το ρωτάς; Τι φοράς; Σλιπάκι η μποξεράκι;

-    Καλυτέρα σλιπάκι…

του λέω μιας και φοράω τα κλασικά τα λεύκα. Μπήκε πρώτα ο Αποστόλης για μπάνιο και είμαι σίγουρος ότι δεν είχε ιδέα από ότι θα ακλουθούσε. Όση ώρα αυτός πλενόταν, εμένα το πάθος άρχισε να θεριεύει και να γίνεται ανεξέλεγκτο, όταν ανακάλυψα ότι στο σπίτι υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι. Δεν του είπα τίποτα όμως και το άφησα για τελευταία στιγμή.

-    Βρε καλώς τον πάλι…

του λέω μόλις βγήκε από το μπάνιο και φορούσε μόνο την πετσέτα. Με κοίταξε, χαμογέλασε και μου λέει…

-    Μπες, έχει αρκετό ζεστό νερό και θα σου φέρω τα ρούχα.

Πράγματι ήρθε και μου έφερε ένα σλιπάκι, μια φανέλα και μια πετσέτα, ενώ αυτός φορούσε φόρμα και φανέλα. Αφού τελείωσα κι εγώ το μπάνιο μου, βγήκα με τα εσώρουχα και πήγα εκεί που ήταν. Με το που με είδε άρχισε να γελάει και ένοιωσα λίγο άβολα.

-    Γιατί γελάς; Βλέπεις τίποτα αστείο;
-    Χα, χα… πρώτη φορά σε βλέπω έτσι, μου λέει.

-    Τώρα αυτό είναι κάλο ή κακό, τον ρωτώ.

-    Μια χαρά είναι…

μου λέει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχαμε μείνει για περίπου 2 λεπτά να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, ενώ εγώ άρχισα να διακρίνω το φούσκωμα που είχε στην φόρμα του. Ήμασταν μεθυσμένοι και έκτος εαυτού όταν σηκώθηκε ξαφνικά από την πολυθρόνα του και μου λέει…

-    λοιπόν ύπνο τώρα.

-    Ναι… του λέω και πολύ κάτσαμε. Που θα κοιμηθώ;

Έμεινε με γουρλωμένα τα μάτια να με κοιτάζει.

-    Δεν ξέρω, μόνο το κρεβάτι υπάρχει και ο καναπές, αλλά δε βολεύει. Γι’ αυτό θα κοιμηθείς εσύ στο κρεβάτι και θα βολευτώ εγώ στον καναπέ.

-    Α… όλα κι όλα, του λέω. Δεν ήρθα εγώ να σε βγάλω απ’ το κρεβάτι σου. Καλύτερα να πάω σε ξενοδοχείο.

-    Κάτσε ρε Θανάση, μου λέει, θα τη βρούμε τη λύση.

-    Ναι θα κοιμηθώ εγώ στον καναπέ και εσύ στο κρεβάτι σου.

-    Το κρεβάτι είναι μεγάλο… μπορούμε να κοιμηθούμε και οι δυο εκεί.

-    Κι αυτό γίνεται, του λέω εγώ.

Αφού καπνίσαμε ένα τελευταίο τσιγάρο, πήγαμε στο δωμάτιο και καθόμασταν στο κρεβάτι. Ξάπλωσε ο Αποστόλης πρώτος και όπως καθόμουν του λέω…

-    ρε συ αυτό το σλιπάκι πολύ μεγάλο είναι, δεν έχεις κανένα μικρότερο; Αυτό θα μου πέσει.

-    Δεν έχω ρε Θανάση μικρότερο, μου λέει. Όλα σαν αυτό είναι. Αν βλέπεις και δε σου κάνει, βγαλ’ το, κοιμήσου γυμνός. Κι εγώ πολλές φορές γυμνός κοιμάμαι.

-    Να σου πω, αν δεν υπάρχει πρόβλημα, πιο άνετα θα είμαι.

Με μια κίνηση, βγάζω το σλιπάκι και στέκομαι μπροστά του ολόγυμνος με την πούτσα μου μισοκαυλωμένη και τα αρχίδια μου πρησμένα.

-    Είδες τι κάνει το τσίπουρο, μου λέει, σου σηκώνει την πούτσα για πλάκα.

-    Έλα ρε Αποστόλη, με κάνεις και ντρέπομαι. Εγώ είμαι γυμνός και εσύ με κοροϊδεύεις.

-    Και τι να κάνω για να μην ντρέπεσαι; Να τα βγάλω κι εγώ;

-    Χα, χα και δε τα βγάζεις;

Αυτό ήταν. Σηκώνεται από το κρεβάτι, κατεβάζει τη φόρμα του μαζί με το εσώρουχο του και βγάζει και τη φανέλα του. Τώρα εγώ έβλεπα το ολόγυμνο του σώμα και πράγματι ήταν γεροδεμένος σε όλα του. Ξαπλώσαμε και ξαφνικά με άγγιξε με το γόνατο του. Δεν αντέδρασε και γούσταρε. Έκανα πως κοιμάμαι όταν κατάλαβα ένα χέρι να με χαϊδεύει στα βυζιά μου, ενώ έκανε κι αυτός τον κοιμισμένο. Γύρισα ανάσκελα και άπλωσα το χέρι μου δήθεν τυχαία πάνω στην πούτσα του. Δεν έχω ξαναπιάσει τέτοια πούτσα στη ζωή μου. Χοντρή και μέτρια σε μήκος. Άρχισα σιγά-σιγά να του την παίζω μέχρι που άρχισαν να βγαίνουν τα πρώτα υγρά. Αυτό ήταν και το πράσινο φως για μένα.

Τώρα κατάλαβα πως ότι γίνει θα το θέλουμε και οι δυο. Μιας και δεν είμαι καλός στην περιγραφή, θα την αφήσω για κάποια άλλη φορά. Εν ολίγης θα σας πω ότι με γάμησε τόσο υπέροχα και με τόση τρυφερότητα που ένοιωθα λες και είμαι από βελούδο και φοβόταν μην του σπάσω. Όταν λοιπόν καύλωσε για τα καλά του πήρα ένα ωραίο τσιμπούκι και γρήγορα έκατσα πάνω του αφού με είχε σαλιώσει καλά. Από τότε έχουμε βρεθεί 5-6 φορές πάλι και κάθε φορά ήταν υπέροχα. Στην επόμενη ιστορία θα σας πω λεπτομέρειες.

 

(Copyright protected OW ref: 78348)