Η κωλάρα και το κιλοτάκι της μαμάς

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Υπόθεση: Πώς η μεγάλη κωλάρα της μαμάς και το άπλυτο κιλοτάκι της με έκαναν το πιο ποθητό αγοράκι της γειτονιάς...

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, συνέβη πριν πολλά χρόνια όταν ήμουν σχεδόν 17 και καύλωνα με οτιδήποτε μπορεί κάνεις να φανταστεί. Και φυσικά και με τον κώλο της μαμάς μου. Η μαμά τότε ήταν γύρω στα 36, φυσική κοκκινομάλλα, με άσπρο δέρμα το οποίο κληρονόμησα κι εγώ, έναν τεράστιο κώλο και μια περιφέρεια που τράβαγε τα βλέμματα από χιλιόμετρο. Το υπόλοιπο σώμα της ήταν κανονικό προς το αδύνατο και τα βυζιά της μάλλον κανονικά. Αυτό έκανε την κωλάρα της να ξεχωρίζει ακόμα περισσότερο. Προσπαθούσε να μη φοράει κολλητά ρούχα αλλά όποιο παντελόνι ή φούστα και να φόραγε κόλλαγε στην κωλάρα της χωρίς να το θέλει μια και στο υπόλοιπο σώμα ήταν κανονική. Απ' ότι κατάλαβα αργότερα, όλοι οι άντρες της γειτονιάς την χαζεύανε και την σχολιάζανε όποτε πέρναγε από μπροστά τους. Φαντάζομαι το τι θα γινόταν στη δουλειά της.

Εκείνο τον καιρό το ίντερνετ ακόμα δεν είχε μπει στη ζωή μας και σε κάποια περίπτερα ακόμα πούλαγαν περιοδικά με τσόντες. Ο κύριος Κώστας, ο περιπτεράς κοντά στο σπίτι μας, στην μια μεριά του περιπτέρου, που ήταν λίγο πιο απόμερη από τις άλλες, είχε πάνω-πάνω μια σειρά με τέτοια περιοδικά και πολλές φορές μέχρι τότε προσπαθούσα να χαζέψω τα εξώφυλλα για να έχω υλικό για να την παίξω το βράδυ. Ένα μεσημέρι γυρνώντας από το σχολείο ξέροντας ότι θα είμαι μόνος στο σπίτι, μια και η μαμά θα ήταν ακόμα στη δουλειά της, αποφάσισα να σταματήσω στο περίπτερο να αγοράσω ένα περιοδικό και να πάω σπίτι να το χαζέψω και να παίξω με το πουλάκι μου. Πάω στο περίπτερο και λέω στον κύριο Κώστα να μου κατεβάσει ένα περιοδικό από αυτά.

-    Μπα μπα, μου λέει, αρχίσαμε να βλέπουμε και τσόντες Νικολάκη;

-    Ε… ναι, απάντησα αμήχανα και ντροπιασμένος.

-    Έλα, μου λέει, διάλεξε πιο θέλεις.

Του είπα να μου δώσει ένα που έδειχνε κάτι κωλάρες απ' έξω.

-    Α εσύ, μου λέει, πώς κατευθείαν στα ωραία. Το ξέρεις ότι αυτό δείχνει γυναίκες που τον παίρνουν μόνο από τον κώλο;

-    Όχι δεν το ήξερα, απάντησα δήθεν αδιάφορα εγώ.

-    Ναι, μου λέει κοίτα…

και αρχίζει να το ξεφυλλίζει και να μου δείχνει διάφορες φάσεις. Κοίτα πως τον παίρνει αυτός ο κώλος, κοίτα αυτή τι μεγάλη ψωλάρα που την γαμάει, κοίτα την άλλη πως έχει ανοίξει η σούφρα της. Σχεδόν μου έδειξε όλο το περιοδικό. Η καύλα μου είχε φτάσει στο απροχώρητο.

-    Είναι αυτό που θέλεις τελικά; με ρώτησε.

-    Ε… ναι είπα εγώ με ντροπή, θα πάρω σήμερα αυτό και ένα πιο κανονικό την άλλη φορά.

-    Α… κατάλαβα! Σου αρέσει και σένα ο κώλος, έτσι; με ρώτησε. Σου αρέσει να βλέπεις τρύπες ανοιχτές και πουτσαράδες να τις ξεσκίζουν, έτσι; Καλώς ήρθες στο κλαμπ κι εσύ μικρέ, μου είπε. Έχει 6000 δρχ.

-    Ώ! Τόσο ακριβό είναι; Απάντησα.

-    Ε… τι περίμενες; Εδώ υπάρχουν οι καλύτεροι κώλοι που γαμιούνται για πάρτη σου. Κάτσε όμως θα σε φτιάξω εγώ, είπε πονηρά κλείνοντας μου το μάτι, έχω και κάποια άλλα εδώ κάτω πιο φτηνά. Έλα όμως καλύτερα μέσα να τα δούμε, μην τα βγάλω όλα εδώ έξω και μας πάρει κάνα μάτι.

Βγαίνει από το περίπτερο και μου λέει να περάσω πρώτα εγώ μέσα. Μπαίνει κι αυτός και κλείνει την πόρτα. Είχαμε στριμωχτεί πολύ εκεί μέσα και μου λέει άσε να κάτσω εγώ στην καρέκλα και κάθεσαι εσύ στα πόδια μου και θα τα βλέπουμε μαζί ώστε να μην μας βλέπει κανένας απ΄ έξω, είναι και ντροπή! Πήρε ένα άλλο περιοδικό και άρχισε να μου δείχνει τις φωτογραφίες και να σχολιάζει. έτσι όπως γύρναγε τις σελίδες άρχισε να με τυλίγει σιγά-σιγά με τα μπράτσα του όλο και πιο πολύ ενώ έτσι που καθόμουν πάνω στα πόδια του άρχισα να αισθάνομαι ότι η πούτσα του είχε αρχίσει να φουσκώνει και να σκληραίνει. Σιγά-σιγά άρχισε να μου μιλάει ψιθυριστά και να μου λέει τι ωραία που γαμιούνται αυτές οι κωλάρες που βλέπουμε και πόσο τυχερές είναι οι γυναίκες που έχουν τέτοιες κωλάρες και που γαμιούνται από πίσω.

Όσο μου ψιθύριζε στο αυτί με είχε εγκλωβίσει μέσα στα μπράτσα του και με τα χέρια του γύρναγε τις σελίδες ενώ ταυτόχρονα με τα μπράτσα του κούναγε το σώμα μου διακριτικά μπρος πίσω, κάνοντας το κωλαράκι μου να τρίβεται πάνω στον καβάλο του παντελονιού του. Η καύλα του ήταν πλέον ολοφάνερη αφού νόμιζα ότι καθόμουν επάνω σε κάποιο παλούκι και τριβόμουν, όπως πολλές φορές έκανα όταν ήμουν μόνος μου, με την άκρη του κρεβατιού να τρίβεται ανάμεσα στα κωλομέρια μου. Όταν κατάλαβα που το πάει, αναστατώθηκα πολύ και φοβήθηκα αλλά ντρεπόμουν να του το πω και να τραβηχτώ και έτσι συνέχισα να κάθομαι στην αγκαλιά του σαν γκομενάκι και να ακούω την ψιθυριστή φωνή του και να υπομένω το τρίψιμο της καύλας του στον κώλο μου ξεφυλλίζοντας το περιοδικό.

Σε κάποια σελίδα είδαμε μια κωλάρα πραγματικά πολύ φαρδιά και πεταχτή χωρίς να είναι όμως χοντρή.

-    Πω, πω, πω! μου λέει, Αυτή είναι κωλάρα.

Πραγματική κωλάρα για ξέσκισμα και για πολλές κλωτσιές.

-    Σαν την κωλάρα της μαμάς σου!

Πάγωσα ξαφνικά και ένοιωσα πολύ αμήχανος. Αυτός το κατάλαβε και τότε με έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του και τρίβοντας ξεδιάντροπα πλέον την ψωλή του επάνω μου είπε:

-    Έλα μωρό μου τώρα, μην μου πεις ότι δεν έχεις προσέξει πως η μαμάκα σου έχει την πιο τέλεια κωλάρα που υπάρχει! Όλη η γειτονιά μιλάει γι αυτό. Μερικές φορές μάλιστα όταν περνάει από δω τη βγάζω και την παίζω χαζεύοντας τον κώλο της. Εσύ είσαι τυχερός που την έχεις μέσα στο σπίτι να τριγυρνάει και η κωλαρα να κουνιέται πέρα-δώθε. Έτσι δεν είναι μωράκι; Δε χαζεύεις την κωλάρα; Ε; Και είμαι σίγουρος ότι την παίζεις κιόλας με τον κώλο της μαμάς σου. Έπεσα διάνα έτσι;

Εγώ είχα πέσει απ' τα σύννεφα. Δεν ήξερα τι να πω. Ντρεπόμουν να πω το οτιδήποτε αλλά ντρεπόμουν ακόμα και να σηκωθώ να φύγω. Έτσι έκατσα εκεί κολλημένος στην αγκαλιά του νιώθοντας την ψωλή του να θέλει να σκίσει τα παντελόνια μας, να βγει έξω να ακουμπήσει ανάμεσα στα κωλομεράκια μου. Αυτός συνέχισε να μου λέει πόσο καύλα είναι η μαμά και πόσο θα ήθελε να μυρίσει την κωλότρυπά της και το μουνί της. Μετά από μια στιγμή ένοιωσα τον καβάλο του να χοντραίνει και να σκληραίνει ακόμα περισσότερο και με ένα παρατεταμένο «αχ…», χαλάρωσε τα χέρια του ψιθυρίζοντας στο αυτί μου:

-    Τι καύλα! Άδειασα τ' αρχίδια μου για την κωλάρα της μαμάς σου, μωράκι. Και μάλιστα με τον πιο καυλωτικό τρόπο, μωρό μου.

Εγώ, ανακουφισμένος που με άφησε από την σφιχτή αγκαλιά του, το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν πως δεν ήταν σωστό να μιλάει και να σκέφτεται έτσι αισχρά για τη μαμά μου, ενώ ταυτόχρονα με ερέθιζε που με έλεγε μωρό του.

-    Έλα βρε μωράκι μου, παραδέξου ότι την σκέφτεσαι κι εσύ…

και με ξανά έσφιξε με τα μπράτσα του.

-    Εντάξει το παραδέχομαι. ψέλλισα, αλλά πολύ σπάνια.

-    Ναι, μόνο κάθε μέρα είπε κοροϊδευτικά. Είμαι σίγουρος ότι την παίζεις για πάρτη της, για την κουνιστή κωλάρα της, έτσι;

-    Όχι, ψέλλισα εγώ.

-    ΈΤΣΙ; μου ξαναείπε επιτακτικά!

-    Εντάξει, μόνο μια φορά την έπαιξα που τριγύρναγε με το βρακί της, παραδέχτηκα εγώ, ενώ για μια φορά ακόμα ένοιωσα κάτι σκληρό να με πιέζει από πίσω αλλά ακόμα ντρεπόμουν να σηκωθώ από την αγκαλιά του.

-    Έτσι μπράβο μωράκι! μου είπε, εμείς δεν θα έχουμε μυστικά μεταξύ μας, το ξέρω ότι την παίζεις με την καύλα-κωλαρα της κι ας είναι η μαμά σου.

-    Σε παρακαλώ μην το πεις πουθενά, ψέλλισα ντροπαλά και φοβισμένα.

-    Ναι, αλλά κι εσύ θα πρέπει να κάνεις κάτι για μένα, είπε.

-    Εντάξει,

είπα, νομίζοντας ότι θα θέλει να με στείλει να κάνω κάποιο θέλημα.

-    Τι θέλεις να κάνω;

-    Να ξαναέρθεις αύριο το απόγευμα όταν θα έχει σκοτεινιάσει και να μου φέρεις ένα κυλοτάκι της μαμάκας σου. Κι όχι από το συρτάρι με τα καθαρά. Θα ψάξεις στα άπλυτα, να βρεις ένα λερωμένο, να μυρίζει από το μουνί της.

-    Σε παρακαλώ μην μιλάς έτσι για την μαμά μου, μπόρεσα να ξεστομίσω από την ντροπή που ένιωθα.

-    Είμαστε σύμφωνοι;

είπε επιτακτικά, θυμίζοντας μου ότι και εγώ έχω λερωμένη τη φωλιά μου.

-    Μα δεν μπορώ να το φέρω, είπα. Θα είναι στο σπίτι και η μαμά και ο μπαμπάς μου αυτή την ώρα. Μπορεί και να με δουν. Φοβάμαι, δε μπορώ να το φέρω.

-    Και γιατί δεν μπαίνεις στο μπάνιο, να φορέσεις εσύ το κυλοτάκι της αντί για το βρακί σου; Έτσι θα το βγάλεις από το σπίτι χωρίς να σε πάρει πρέφα κανείς. Άντε κι εγώ θα έχω κι άλλα περιοδικά για να σου δείξω. Και με κωλάρες και με κωλαράκια…

είπε και επιτέλους με έσπρωξε από την αγκαλιά του για να φύγω. Κατάφερα να βγω από το περίπτερο σαστισμένος, ντροπιασμένος για τα όσα έλεγε για τη μαμά μου αλλά και φοβισμένος για το ότι θα έπρεπε να αρπάξω το άπλυτο κυλοτάκι της μαμάς και να το φορέσω για να του το πάω.

-    Α! και πού' σαι μωρό, μου είπε σχεδόν φωναχτά! Να φορέσεις φόρμα αύριο για να είμαστε λίγο πιο άνετα, εντάξει;

-    Εντάξει…

απάντησα θολωμένος κι έτρεξα για το σπίτι, ξεχνώντας την τσάντα του σχολείου μέσα στο περίπτερο.

Συνεχίζεται…

 

(Copyright protected OW ref: 76085)