Αναμνήσεις από το χωριό

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Τα γεγονότα είναι αληθινά. Τα περιέγραψα όσο καλύτερα μπορούσα...

Είναι η πρώτη φορά που μιλάω για αυτά τα πράγματα. Από πολλά δεν έχω καθαρές αναμνήσεις. Κάποια μάλλον έχει επιλέξει το μυαλό να τα θάψει. Από αυτά που θυμάμαι λοιπόν…

Ήμουν γύρω στα 12, ήταν καλοκαίρι και όπως όλα τα παιδιά που μεγάλωσαν σε χωριά είχα άπειρο χώρο για παιχνίδια, χίλια μέρη να εξερευνήσω και συνήθως οι μανάδες μας, μας έψαχναν μόνο το μεσημέρι για φαγητό και το βράδυ που μας μάζευαν για ύπνο. Στην γειτονιά υπήρχαν πολλά πιτσιρίκια, άλλα συνομήλικά μου, άλλα λίγο μεγαλύτερα ή μικρότερα. Μέσα σε όλο το πιτσιρικομάνι ήταν και ο ξάδελφός μου ο Γιώργος. Ήταν 16 χρονών, είχε ήδη μείνει την πρώτη χρονιά στο Γυμνάσιο, ήταν συνέχεια μπλεγμένος σε φασαρίες και πολλές φορές μας άρχιζε στις κλωτσιές και στις φάπες μόνο και μόνο για να σπάσει πλάκα. Εμένα με είχε ακόμη μεγαλύτερο άχτι γιατί νομίζω με ζήλευε.

Η οικογένειά μου είχε πιο πολλά χρήματα, ήμουν πάντα καθαρός και με ωραία ρούχα, στο σχολείο ήμουν ο καλύτερος της τάξης, ενώ αυτός ζούσε σε μια οικογένεια με αρκετά προβλήματα και ασχολιόταν με τα ζώα. Είχαν ένα κοπάδι κατσίκια και μερικές γελάδες και ζούσαν ουσιαστικά από αυτά με αρκετές στερήσεις. Κάποια μέρα θυμάμαι ήμουν μόνος μου και αποφάσισα να πάω να εξερευνήσω λίγο τον στάβλο που είχαν τις αγελάδες. Μπήκα σιγά-σιγά μέσα γιατί ήταν από τα μέρη που δεν μας άφηναν να πάμε και προχώρησα στο διάδρομο χαζεύοντας τα ζώα. Μόλις έφτασα στο τελευταίο χώρισμα είδα τον ξάδελφό μου να είναι γονατιστός πάνω σε κάτι άχυρα, με τα παντελόνια κατεβασμένα να βαράει σαν τρελός μαλακία, ενώ χάζευε ένα περιοδικό που είχε δίπλα του. Κάθε τόσο άλλαζε σελίδες με το ένα χέρι ενώ με το άλλο συνέχιζε να τρομπάρει την ψωλή του. Ήταν πρώτη φορά που έβλεπα κάτι τέτοιο και έμεινα ακίνητος να βλέπω. Κατ’ αρχήν μου φαινόταν τεράστιο το καβλί του ξαδέλφου μου, και κατακόκκινο σε σχέση με το δικό μου πουλάκι που μόλις πρόσφατα είχα αρχίσει κι εγώ να χαϊδεύω και να απολαμβάνω την αίσθηση χωρίς καλά-καλά να ξέρω τι κάνω.

Ξαφνικά ο Γιώργος σήκωσε τα μάτια του από το περιοδικό, γύρισε προς το μέρος που στεκόμουν και με είδε. Πάγωσε το αίμα μου. Ήμουν σίγουρος ότι θα τις έτρωγα για τα καλά. Φαινόταν έξαλλος. Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να ανεβάσει το παντελόνι του αλλά με την ψωλή του όρθια σαν κοντάρι δεν τα κατάφερε.

-    Τι κάνεις εκεί ρε μαλακισμένο

-    Εγώ τι κάνω ή εσύ; Θα τα πω όλα στην μάνα σου και θα σε μαυρίσει στο ξύλο.

Δεν ξέρω γιατί το είπα. Μάλλον νόμιζα ότι επιτέλους θα μπορούσα να τον εκδικηθώ για όλα όσα μου είχε κάνει. Γύρισα γρήγορα και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο του στάβλου ενώ μέσα στο μυαλό μου φανταζόμουν ήδη ότι είχα βρει την μάνα του Γιώργου και της έλεγα αυτά που είχα δει. Φυσικά ο Γιώργος με έφτασε πριν καν διασχίσω την μισή απόσταση ως την πόρτα. Ένιωσα το βαρύ του χέρι να πέφτει στον ώμο μου ενώ με το άλλο με είχε ήδη πιάσει από τα μαλλιά. Έτσι όπως με είχε ακινητοποιήσει και ενώ προσπαθούσα να μην βάλω τα κλάματα από τον πόνο που ένιωθα ήρθε και κόλλησε πίσω μου. Θυμάμαι ότι ένιωσα το καβλί του σκληρό σαν πέτρα να με ακουμπάει στο κωλαράκι πάνω από το σορτσάκι που φορούσα.

-    Πού νομίζεις ότι πας ρε τσογλάνι; Τι θα πεις στην μάνα μου ρε μουνί; Θα σε λιώσω.

Και όπως με κράταγε με το κεφάλι προς τα πίσω από τα μαλλιά που χώνει 2 χαστούκια γερά στο πρόσωπο. Έχασα το φως μου. Με πιάσανε τα κλάματα και προσπαθούσα με λυγμούς να του πω ότι δεν το εννοούσα, ότι δεν θα πω τίποτε σε κανέναν και τον παρακάλαγα να με αφήσει. Αυτός χωρίς να αφήσει τα μαλλιά μου με σπρώχνει να προχωρήσω προς το τέλος του στάβλου ενώ ταυτόχρονα μου έριχνε και καμιά κλωτσιά ενώ με έβριζε. Η αλήθεια είναι ότι ο Γιώργος έβριζε σαν λιμενεργάτης. Όσο πιο πολύ έβριζε τότε κάποιος τόσο πιο μάγκας θεωρούνταν. Μόλις φτάσαμε εκεί που τον είχα πιάσει στα πράσα με γυρνάει ξαφνικά προς το μέρος του και με σπρώχνει προς τα πίσω. Έπεσα με τον κώλο προς τα πίσω και πριν προλάβω να αντιδράσω ο Γιώργος ανέβηκε πάνω μου, έκατσε πάνω στο στήθος μου ενώ με τα 2 του πόδια ακινητοποίησε τα χέρια μου προς τα κάτω παράλληλα με τα πλευρά μου. Μου την είχε ξανακάνει αυτή την λαβή. Ήξερα ότι ήταν μάταιο να προσπαθήσω να ξεφύγω. Του άρεσε να μας ακινητοποιεί έτσι και να μας αρχίζει στα χαστούκια ή να μας φτύνει στα μούτρα και να μας βρίζει όταν ήθελε να πειράξει κάποιον.

Η μόνη διαφορά ήταν ότι τώρα σε απόσταση εκατοστών από το πρόσωπό μου βρισκόταν μια τεράστια ψωλάρα που τόση ώρα είχα ξεχάσει από τον φόβο μου αλλά ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου.

-    Βλέπω σου αρέσει η πούτσα μου μαλακισμένο. Μην στεναχωριέσαι από εδώ και πέρα θα την βλέπεις συχνά, θα γίνετε οι καλύτεροι φίλοι. Άνοιξε τώρα σαν καλό πουτανάκι το στοματάκι σου να την ρουφήξεις.

Και μόνο η ιδέα με πανικόβαλε. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσω ούτε καν να το πλησιάσει στο στόμα μου. Από εκεί κατουρούσαμε δεν μπορώ να το βάλω στο στόμα μου είναι βρώμικο. Μόλις κατάλαβε ότι είπα όχι εξαγριώθηκε. Με άρχισε στα χαστούκια, στα μπινελίκια ενώ με έφτυνε κάθε τόσο. Σχεδόν αμέσως με πιάσανε πάλι τα κλάματα αλλά συνέχισα να κρατάω το στόμα μου κλειστό. Με έπιασε με το ένα χέρι από τα μαλλιά και σήκωσε το κεφάλι μου μέχρι που η ψωλή του ακούμπησε πάνω στα χείλη μου, στα μάγουλα και ένιωσα την υγρασία και το παχύρευστο υγρό που κόλλαγε πάνω μου. Σύντομα την έτριβε πάνω στα στο πρόσωπό μου ενώ εξακολουθούσε να προσπαθεί να τον βάλει στο στόμα μου. Εγώ ήμουν με κλειστά τα μάτια και έκλαιγα μουσκεύοντας έτσι και την ψωλή του με τα δάκρυά μου. Ξαφνικά τον ένιωσα με το ένα χέρι να μου κλείνει την μύτη. Πανικοβλήθηκα. Σε λίγο αναγκαστικά άνοιξα το στόμα μου να ανασάνω και ο Γιώργος βρήκε την ευκαιρία να χώσει την ψωλή του μέσα στο στόμα μου. Δεν το πίστευα. Κόντεψε να με πνίξει καθώς μου τον έχωσε μέσα στον λαιμό. Προσπάθησα να τραβηχτώ αλλά ήταν αδύνατο. Λίγο πριν ξεράσω τραβήχτηκε λίγο προς τα έξω και άρχισα να βήχω ενώ γέμισα σάλια.

-    Αν δεν θέλεις να σε πνίξω μαλακισμένο και να σε δέρνω μέχρι αύριο άνοιξε καλά το στοματάκι σου και ρούφα την ψωλή μου. Ήδη τον πήρες μια φορά και δεν έπαθες τίποτε. Κατάλαβες ρε καριόλα;

-    Ναι Γιώργο, μόνο μην με βαράς άλλο σε παρακαλώ. Θα κάνω ότι μου πεις.

Είχα παραδοθεί. Συνέχιζα να κλαίω και με μια έκφραση σιχαμάρας άνοιξα το στόμα μου και περίμενα. Δεν άντεχα άλλο πόνο. Ο Γιώργος μόλις κατάλαβε ότι δεν θα του δημιουργούσα άλλο πρόβλημα σταμάτησε να με πονάει. Βολεύτηκε καλύτερα πάνω μου, έφερε το τσοντοπεριοδικό που έβλεπε δίπλα στο κεφάλι μου για να βλέπει ενώ με το άλλο χέρι του με έπιασε από τον σβέρκο και μου έχωσε την ψωλή του στο στόμα μου. Κάθε τόσο άλλαζε σελίδες στο περιοδικό και συνέχιζε να χρησιμοποιεί το στόμα μου απλά σαν ένα μέσο για να βαρέσει μαλακία. Μου έδινε οδηγίες αλλά εγώ δεν συμμετείχα καθόλου. Απλά καθόμουν με ανοιχτό το στόμα, με την ψωλή του ξαδέλφου να μπαινοβγαίνει και αναρωτιόμουν πότε θα τελειώσει το μαρτύριό μου.

-    Σφίξε τα χείλη σου πουστράκι, σφίξε την πούτσα μου, έτσι πουτανάκι, μπράβο, δεν ήταν δύσκολο είδες; Γλείψε λίγο και με την γλώσσα σου από κάτω. Αλλιώς θα σε ξαναρχίσω στις φάπες γαμιόλα, γλείψε μου και τα αρχίδια. Μ… έτσι μπράβο. Θα μάθεις σιγά-σιγά.

Ξαφνικά τον ένιωσα να λαχανιάζει και να μου γαμάει τα μούτρα με πιο έντονες κινήσεις μέχρι που τραβήχτηκε έξω και άρχισε να βαράει μαλακία πάνω στα μούτρα μου. Ξανα-έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα.

-    Άνοιξε καλά το στοματάκι σου τώρα ψωλαρπάχτρα και βγάλε την γλώσσα σου έξω. Θα σε ταΐσω ψωλόχυμα τώρα πουτάνα και από εδώ και πέρα θα έρχεσαι όποτε σου λέω και θα σε ταΐζω χύσια. Κατάλαβες καργιολίτσα; Σε χύνω, σε χύνω πουτάνα άνοιξε καλά το στόμα σου και πάρ’ τα, πάρ’ τα χύσια μου πουτάνα… παρ’ τα…

Ένιωσα καυτά χύσια να πέφτουν δυνατά πάνω μου. Ριπές στα μάτια, στη μύτη στο ανοιχτό στόμα, στα μάγουλα και πριν προλάβω να αντιδράσω ο Γιώργος ξανα-έχωσε την ψωλάρα του την ώρα που έχυνε μέσα στο στόμα μου και με τάισε απευθείας κάμποσο χύσι. Μετά μάζεψε με την ψωλή του όλα τα χύσια από το πρόσωπό μου και με τάισε, ενώ στο τέλος με έβαλε να του καθαρίσω και την πούτσα με το στόμα μου.

-    Αυτά είναι τα χύσια πουτανάκι και από εδώ και πέρα θα τρως μπόλικα. Και αν τολμήσεις και πεις κάτι σε κανέναν θα του πω ότι εσύ με παρακάλεσες να μου γλείψεις την πούτσα γιατί είσαι πουστράκι. Κατάλαβες;

Θυμάμαι ότι αισθανόμουν απαίσια. Ήμουν πασαλειμμένος με σάλια, χύσια και δάκρυα και αισθανόμουν τρομερές ενοχές σαν να έφταιγα εγώ για ότι έγινε. Οι επόμενες σκηνές που θυμάμαι είναι εγώ με τον ξάδελφό μου σε μέρη που δεν μπορούσε να μας βρει κανείς. Αυτός να μου δείχνει το τσοντοπεριοδικό και να με βάζει να παίρνω τις στάσεις που έβλεπε στις ζωγραφιές ότι έπαιρναν οι γκόμενες, μόνο που αντί να με γαμάει (νομίζω ότι φοβόταν να με γαμήσει επειδή ήμουν πολύ μικρός), σφήνωνε την ψωλή του ανάμεσα στα μπούτια μου, μου ζήταγε να τα σφίξω όσο μπορώ και αυτός πηγαινοερχόταν μέχρι να χύσει πάνω μου. Όση ώρα κρατούσαν αυτά τα παιχνίδια ήμουν τελείως γυμνός και με υποχρέωνε να έχω το πουλάκι μου ανάμεσα στα πόδια για να μην φαίνεται καθόλου, οπότε ανάμεσα στα πόδια σχηματιζόταν ένα τριγωνάκι σαν να ήταν μουνάκι.

Κάποια στιγμή θυμάμαι που με είχε ανάσκελα και έτριβε την πούτσα του πάνω στο πουλάκι μου, ένιωσα πρώτη φορά να χύνω. Βέβαια ήμουν πολύ μικρός και δεν έβγαλα καθόλου υγρά, ωστόσο η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη για μένα. Όταν κατάλαβε τι έγινε με ξεφτίλισε κι άλλο γιατί για αυτόν ήταν απόδειξη ότι μου άρεσε ότι γινόταν και για αυτό δεν πρέπει να διαμαρτύρομαι. Μπορεί και είχε δίκιο. Από τότε με έκανε να τελειώνω κάθε φορά (αφού φυσικά πρώτα έχυνε αυτός) είτε χαϊδεύοντας με πάνω ακριβώς από το καβλί μου, είτε βάζοντάς με να το παίζω με τα μπούτια μου. Γενικά μου απαγόρευε να το ακουμπάω με τα χέρια μου και με έβαζε να το τρίβω πάνω σε πράγματα (στο πάτωμα, στο παπούτσι του, στον τοίχο κλπ) μέχρι που τελείωνα κι εγώ. Σιγά-σιγά άρχισα να συνηθίζω την ρουτίνα και πολλές φορές αισθανόμουν και ανυπομονησία για το ιδιαίτερο παιχνίδι μας και του ζητούσα εγώ να πάμε να «παίξουμε». Συνήθως γινόταν η φάση όταν παίζαμε κρυφτό. Του έλεγα εγώ που θα βρισκόμουν και τον περίμενα εκεί γυμνός μέχρι να έρθει και να ικανοποιήσουμε τις καύλες μας. Μια φορά θυμάμαι ενώ τον περίμενα γυμνός σε μια αποθήκη άνοιξε η πόρτα και μπήκε αυτός με άλλους 2 φίλους του. Ευτυχώς δεν ήταν από την γειτονιά μας αλλά εγώ κόντεψα να πεθάνω από ντροπή. Ο ένας από τους φίλους του θυμάμαι ότι δεν με πείραξε καθόλου. Μάλλον με λυπόταν αλλά ο άλλος με χρησιμοποίησε κανονικά. Θυμάμαι να είμαι γονατιστός μπροστά τους και να τους γλείφω εναλλάξ μέχρι να με χύσουν, ή να είμαι στα 4, να γλείφω τον έναν και άλλος από πίσω να έχει χώσει την ψωλή του ανάμεσα στα μπούτια μου και να κάνει ότι με γαμάει.

Θυμάμαι ότι το καλοκαίρι που δεν είχα σχολείο με έπαιρνε μαζί ο ξάδελφός μου να βοσκήσουμε τα κατσίκια. Συνήθως ήταν 3-4 παιδιά ακόμη. Μόλις απομακρυνόμασταν από το χωριό, με έβαζε να βγάλω τα ρούχα μου, τα έβαζε στον σάκο του και με είχαν όλη την ημέρα ξεβράκωτο και διαθέσιμο για παιχνίδια. Τα ρούχα μου τα έδινε πίσω το απόγευμα και πάντα μετά από πολλά παρακάλια, ενώ εγώ αγχωνόμουν ότι δεν θα μου τα δώσει και θα αναγκαστώ να γυρίσω σπίτι ολόγυμνος. Συνήθως μετά από μια τελευταία πίπα τον έπειθα. Αυτό κράτησε 2.5 χρόνια περίπου μέχρι που ο ξάδελφος έφυγε από το χωριό. Εγώ ήμουν γύρω στα 12, έπαιζα το πουλάκι μου κάθε μέρα (τρίβοντάς το όπου μπορούσα όπως μου είχαν μάθει) και είχα πλέον αποκτήσει εξάρτηση στην πούτσα και στο ψωλόχυμα.

Θυμάμαι για παράδειγμα τον εαυτό μου να πηγαίνω με το ποδήλατό μου στον περιφερειακό του χωριού το σούρουπο, να βγάζω το παντελονάκι και το βρακί και να τα βάζω στο καλάθι και να κάνω ποδήλατο γυμνός από κάτω, φορώντας μόνο μια μακριά μπλούζα. Ήθελα να περάσει κάποιος άγνωστος και να με δει γυμνό. Δεν έτυχε ποτέ να σταματήσει κανείς. Κάποια στιγμή προφανώς δεν άντεξα και ρίχτηκα και στα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς για να πάρω την δόση μου. Θυμάμαι ένα σκηνικό στο σπίτι 3 αδελφών, ο ένας συμμαθητής μου, ο άλλος ένα χρόνο μεγαλύτερος και ο τρίτος 2 χρόνια μικρότερος. Ήταν και οι 3 γυμνοί μέσα στο μπάνιο του σπιτιού τους όρθιοι και έπαιζαν τα πουλάκια τους κι εγώ φορώντας μια νυχτικιά της αδελφής τους που έλλειπε, ήμουν γονατιστός έξω από την μπανιέρα και έπαιρνα πίπα και στους 3. Μόνο ο μεγαλύτερος έχυνε.

Ή κάποια άλλη φάση που ήμουν εγώ με τον μικρότερο από τα αδέλφια μέσα σε ένα αυτοκίνητο που ήταν παρατημένο σε ένα υπόγειο ενός μισοτελειωμένου σπιτιού, να του δίνω τον καλύτερο βόλο μου και το χαρτζιλίκι μου (5 δραχμές), με αντάλλαγμα να με αφήσει να του πάρω μια πίπα. Κάποια στιγμή (προφανώς για να κάνω το παιχνίδι πιο ελκυστικό για τα αγοράκια) είχα παρασύρει κι ένα κοριτσάκι από την γειτονιά. Θυμάμαι να είμαστε εγώ, η κοπελίτσα και ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέλφια σε μια οικοδομή. Το κοριτσάκι να κρατάει σηκωμένη την φουστίτσα της και το βρακάκι της κατεβασμένο στους αστραγάλους, το άλλο παιδί να της χαϊδεύει το μουνάκι και το κωλαράκι κι εγώ γονατιστός ανάμεσά τους να του παίρνω μια βαθιά πίπα μέχρι να χύσει πάνω στα κωλομέρια της. Μετά να τα γλείφω από εκεί. Τα παιχνίδια γινόταν όλο και πιο τολμηρά μέχρι που μας έκανε κάποια στιγμή τσακωτούς ο πατέρας της κοπέλας και από τότε κόπηκαν μαχαίρι όλα.

Στο χωριό δεν ξανα-έκανα τίποτε και σιγά-σιγά ξεχάστηκε η φάση. Προχθές είδα το κοριτσάκι που παίζαμε μαζί. Είναι πλέον παντρεμένη με 2 παιδάκια. Νομίζω θα θυμάται κι αυτή ακόμη τα παιχνίδια μας.

 

(Copyright protected OW ref: 71271)