Βορειοευρωπαϊκό "κοκτέϊλ"

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Τα ονόματα έχουν αλλάξει για προφανείς λόγους. Αληθινή εν μέρει...

Ποιος είμαι; Πού βρίσκομαι; Το κεφάλι μου στριφογυρίζει ακόμα. Η ανάσα μου βρωμάει σπέρμα. Μάλλον έχω πυρετό. Αφήστε με να πιω δυο γουλιές καφέ και θα σας πω τι έγινε. Τι λέγαμε; Α, ναι για χθες βράδυ. Όλα έγιναν στο χωριό μου. Ναι, είχα πάει εκεί πριν λίγες μέρες με το μπαμπάκα για κάτι μερεμέτια στο σπίτι που έχουμε εκεί. Βαριέμαι αφάνταστα εκεί εκτός καλοκαιριού, πολλή υγρασία ρε παιδί μου. Τέλος πάντων, ενώ σκεφτόμουνα πως και πως θα περάσουν οι μέρες, άκουσα ένα αυτοκίνητο να παρκάρει έξω από το διπλανό σπίτι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Μιχάλης, ένα παιδάκι γύρω στα 11 που παίζαμε χαρτιά που και που για πλάκα. Ο Μιχάλης ζούσε από μικρός στη Γερμανία και ερχόταν τα καλοκαίρια για διακοπές. Στα ελληνικά κόμπιαζε, να φανταστείς. Το μεσημέρι λοιπόν με καλέσανε να φάω γιατί μου 'χε αδυναμία η κυρα-Β. και πίστευε ότι επηρέαζα πολύ θετικά το Μιχάλη (μη γελάς πουστράκο, αλήθεια τα λέει!). Έλα μου όμως που δεν ήταν μόνος, αλλά είχε φέρει και έναν ξάδερφο από τη Γερμανία, τον Άρη (όνομα και πράμα).

Μιλάμε για έναν καυλιάρη στο 1.90 καστανόξανθο και τεράστιο, κάτι μεταξύ γυμνασμένου και λίγο παχουλού, σώμα αρκούδας για να καταλάβεις. Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουνα από τη στιγμή που τον είδα ήταν ότι λαχτάραγα τα ζεστά του φλόκια χυμένα στο πρόσωπό μου. Αφού χαζολογήσαμε, είπαμε αστεία και μαλακίτσες, ήρθε το απόγευμα και θα πήγαινα στην πλατεία. Ο θεός να την κάνει. Ο Άρης ήθελε να έρθει και αυτός, ενώ ο Μιχάλης θα καθόταν σπίτι. Κακά τα ψέματα, δεν έπαιρνα τόση ώρα τα στραβά μου από τα παπάρια του Άρη που έκαναν το σορτς διπλάσιο και επειδή φαντάστηκα πως με κατάλαβε, του είπα να πάμε σπίτι μου να δούμε καμιά ταινία (στο χαλαρό). Αυτός όμως, από μόνος του μου είπε να πάμε στη σοφίτα. Είχαν μεγάλο σπίτι, γιατί είναι δροσερά. Τελικά ανακάλυψα ότι το παιδί ήταν 14 χρονών. Καλά τι στο διάολο τρώνε στη Γερμανία και γίνονται όλα τους σαν ψωλαροφαντάροι; Αυτό βέβαια με καύλωνε περισσότερο γιατί εγώ ήμουν 17 και έδειχνα πολύ μικρότερος από αυτόν. Ακόμα δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί με καύλωνε. Ίσως γιατί ένιωθα σαν μια αρχαία Σωκρατική γερο-τσατσά που χαϊδεύει τα ωραία νεανικά κορμιά (δεν είμαι καλά)!

Πήγαμε και αφού συζητήσαμε αδιάφορα για λίγη ώρα, μου είπε ότι την προηγούμενη μέρα είχε έρθει και ο μεγάλος του αδερφός ο Αλέξανδρος και τώρα έκανε κάτι ψώνια με το αυτοκίνητο στο κεφαλοχώρι δίπλα. Τον πήρε λοιπόν τηλέφωνο και του είπε να έρθει για να μας φέρει, όπως είπε "παγωτά". Και πράγματι ο ξάδερφος ήρθε, αλλά στη σακούλα είχε ένα κουτάκι πολύ μικρό για παγωτό. Ο δε Αλέξανδρος, ήταν 17 και ήταν επίσης 2μετρος, αλλά μαυρισμένος και γυμνασμένος. Ακόμα πιο καύλα. Περιττό να σας πω ότι το σύνδρομο της τσατσάς επιδεινώθηκε. Ειδικά αυτή η μπάσα φωνή τους που κόμπιαζε με τα ελληνικά μύριζε σπέρμα ρε παιδί μου. Αφού η αμηχανία έσπασε τέλος πάντων, αρχίσαμε να λέμε για γκόμενες (ύποπτο), και σιγά σιγά ή κουβέντα γινόταν όλο και πιο πρόστυχη. Κάποια στιγμή πέταξε ο μικρός, αν έχουμε πειραματιστεί ποτέ. Δε μίλησα. Οι δύο είπαν ναι και όλοι γελάσαμε αμήχανα. Άρχισαν να με πειράζουν, μέχρι που ο μικρός μου έστριψε τις ρώγες. Πέθανα στην καύλα και μόλις είδαν τις καυλωμένες ρώγες να προεξέχουν από το φανελάκι, ξεθάρρεψα τελείως.

Ο Άρης άρχισε να με φασώνει και ταυτόχρονα με τη χερούκλα του, χάιδευε την κοιλιά μου, ενώ ο Αλέξανδρος πήγε από πίσω και μου χάιδευε τον κώλο. Τα χέρια μου αυθόρμητα ψηλάφισαν τον πούτσο του Άρη και αυτός μου έβγαλε με βία τη μπλούζα. Μετά γδύθηκαν και αυτοί, και με έβαλαν να σκύψω. Βγάζουν, που λες, τότε και οι δυο τα μαρκούτσια τους έξω και άρχισα αμέσως να τα ''δουλεύω'' και με τα δυο χέρια. Φυσικά ακολούθησε διπλό τσιμπούκι. Έβγαζα τη μια την πούτσα και μπούκωνα την άλλη. Τώρα τα σαλιωμένα καυλιά είχαν γίνει σαν τσιμέντο, όπως και το δικό μου. Πριν πω το παραμικρό ο Αλέξανδρος πιάνει το κεφάλι μου και με τα δυο χέρια και με σηκώνει. Στήθηκε από πίσω μου, από μπροστά ο Άρης και έπεσε μάτια μου ένας πούτσος...

Εγώ γάμαγα μπρατσωμένο κωλαράκι αρκούδας, και από πίσω ο ίδιος ο ψωλαράς έκανε γεώτρηση. Το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Πριν ''τελειώσουν'', με βάλανε να σκύψω πάλι κι εγώ σαν πρόθυμη πουτανάρα, κατάπια ίσαμε δυο χούφτες γεμάτες αλμυρό και ζεστό ψωλομπούκωμα. ''Ρούφα, ρούφα'' φώναζαν με τις γαϊδουροφωνάρες τους. Στο τέλος εγώ έχυσα πάνω στα τριχωτά και γιγάντια πόδια του Αλέξανδρου. Αφού το γαμήσι τελείωσε, ανταλλάξαμε κινητά για να επαναληφθεί το σκηνικό με την πρώτη ευκαιρία. Έφυγα με ελαφρά πηδηματάκια από τη σοφίτα και πήγα σπίτι να πλυθώ ελπίζοντας ότι ο μπαμπάκας δεν θα πρόσεχε ότι ο γιος του βρώμαγε φλόκι χειρότερα κι από Τζούλια.

 

(Copyright protected OW ref: 71055)