Οι άγριοι αγρότες

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Υπόθεση: Οι καύλες του ήρωα χτύπησαν κόκκινο και αναζητώντας την τύχη του σε γκέι τσατ έπεσε πάνω σε δύο άγριους αγρότες...

Το καλοκαίρι που πέρασε, γύρισα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου (φανταστείτε επαρχιακή αλλά καυλιάρικη πόλη της ηπειρωτικής Ελλάδας) κι ως συνήθως είχα καύλες. Δεν έχω κάνει λίγα. Αντιθέτως, είμαι μόλις 24 κι έχω πάρει άτομα που συνολικά ανέρχονται στο διπλάσιο της ηλικίας μου. Άλλους τους πήρα σε σχέση κι άλλους εκτός. Γι’ άλλους νιώθω περήφανος, γι’ άλλους σήμερα θα αρκούμουν σε ένα «είχα μάλλον πάλι καύλες» για να εξηγήσω πώς προέκυψαν.


Στο σημείο αυτό να σημειώσω πως προτιμώ το παθητικό, αν και ούτε το στυλάκι μου (παραείμαι τυπάκι), ούτε η μουτσουνίτσα μου που έχει σκλαβώσει κόσμο και κοσμάκη δεν με άφησαν να μην εξερευνήσω και τον ενεργητικό ρόλο ουκ ολίγες φορές.

Που λέτε, λοιπόν, η ώρα ήταν 11μιση τη νύχτα. Εγώ στο site και να σου, ένας τυπάκος στα 35 κωλομπαράς, μαγκάκος, όχι ιδιαίτερα όμορφος, αλλά κόρμαρος και με αδρά αντρικά χαρακτηριστικά. Σε νορμάλ συνθήκες, δεν θα τον είχα προσέξει εκείνο το βράδυ. Έλα όμως που είπε στην πρώτη κιόλας πρόταση (γρύλισμα θα ήθελα να γράψω, όχι για τα κακά ελληνικά του, αλλά για το πρωτόγονο που απέπνεε το κτήνος), τις μαγικές λέξεις: εγώ κι ένας φίλος. «Αυτός κι ένας φίλος» ψάχνανε παθητικό να πηδήξουν. Εγώ δεν το είχα ξανακάνει. Ναι, το είχα φαντασιωθεί, αλλά όχι, δεν το είχα ξανακάνει. Κανονίσαμε και σε μισή ώρα (εγώ με βερμούδα και μπλουζάκι να τρέχω σε κάτι στενά μες στις καύλες), τους συνάντησα εκεί που με περίμεναν με το αμάξι.

Από κοντά ήταν χειρότεροι απ’ ότι θα περίμενα. Σκέφτηκα να φύγω. Μύριζαν και περίεργα. Όχι βρωμιά, κάτι απλώς μουχλιασμένο. Αναγούλιασα, αλλά οι καύλες μου με πέταξαν κανονικά στη θέση του συνοδηγού. Το ότι μου χαμογέλασαν και είπαν κι άλλες μαγικές λεξούλες, ξέρετε από κείνες που σε χαλαρώνουν (όμορφος, θα περάσουμε καλά, άντρες είμαστε, είσαι καύλας, τι χαμόγελο είναι αυτό), μ’ έκανε να ξεχάσω αυτό που με είχε ενοχλήσει αρχικά και για το πότε βρεθήκαμε σε ένα ερημικό ξέφωτο ούτε που το κατάλαβα. Έμαθα, να φανταστείτε, ότι είναι αγρότες με αφορμή το διπλανό χωράφι που φώτιζαν τα φώτα του αυτοκινήτου, μέχρι που τα σβήσαμε κι αυτά. Κι αυτοί γδύθηκαν με τη μια. Με τράβηξαν στο πίσω κάθισμα και στο απόλυτο σκοτάδι εγώ αφέθηκα στην περιποίησή τους. Στα δεξιά μου με φιλούσε ο πιο αδύνατος, όχι αυτός που μου είχε στείλει, ο οποίος ήδη έπαιζε με τον 17άποντο πούτσο του, ενώ ο άλλος μου έγλειφε τη ρώγα και τράβαγε το χέρι μου στον δικό του χοντρό 18άποντο. Δεν άντεξα. Έσκυψα στα δεξιά μου και τον ρούφηξα όλον, ενώ ο πιο αδύνατος δεν έχασε καθόλου χρόνο κι άρχισε να τρίβεται με τον δικό του στην τρύπα μου. Πίπα-κώλο θα πήγαινε, το έβλεπα. Ήθελα να ξεσκιστώ σαν σκυλί.

Με τη μια, έβαλε καπότα αυτός που τριβόταν και με άνοιξε χωρίς προειδοποίηση ή σάλιο. Μάτωσα νομίζω, αλλά είχα πιει λίγο κρασί νωρίτερα και την είχε κάνει τη δουλειά του. Δεν άργησα να αρχίσω να τον απολαμβάνω μέσα μου. Το κτήνος ο άλλος με είχε πάρει στην αγκαλιά του, μ’ έφτυνε μες στο στόμα και με χάιδευε όσο έβγαζα κοφτές κραυγές κάθε που ο άλλος έμπαινε πιο βαθιά, μέχρι που οι συνθήκες πάλι άλλαξαν. Το γαμήσι έγινε βίαιο. Πιστολιές άγριες, κοφτές και μέσα μου. Με έσκιζε και πόναγα. «Γαμήσου, πουστράκι» έλεγαν ψιθυριστά κι οι δύο κι εγώ δεν είχα ανάσα για να πω κουβέντα. Μόνο αναστέναζα. Βγήκαμε από το αμάξι. Ο αδύνατος δεν είχε χύσει, αλλά έβγαλε την καπότα η οποία ήταν μες στο αίμα και την πέταξε στα χόρτα. Το κτήνος με έστησε στο αμάξι, μου έσπρωξε το κεφάλι στον πούτσο του αδύνατου, του οποίου το κεφάλι ήταν υπέροχο, ζουμερό και τεράστιο. Έβαλε καπότα και μπήκε απότομα μέσα μου, κάνοντας με να ουρλιάξω. Ναι, ξέρω να τον παίρνω, αλλά όταν ο άλλος είναι άγαρμπος, ουρλιάζεις κάτι ψιλά. Με γάμαγε άγρια, αλλά συγχρόνως με χάιδευε στους γλουτούς και στη μέση. Με πήδαγε να με υποτάξει και συγχρόνως με προστάτευε από κάποιο αόρατο κακό. Ξαφνικά, άρχισε να επιταχύνει και ξαφνικά επιβράδυνε, χωρίς κανένα ήχο. Έβγαλα τον πούτσο του άλλου από το στόμα και ρώτησα αν έχυσε. Μου είπε, ναι κι ότι τόσο τον είχα καυλώσει που δεν άντεξε. Αυτό με τρέλανε και, πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω, με έχυνε βαθιά στο λαρύγγι κι ο αδύνατος. Τα χύσια του πρέπει να ήταν πάνω από 3 κουταλιές γεμάτες.

Είπε ένα «είχα να χύσω 6 μέρες», χαζογέλασε και με κράτησε καρφωμένο στον πούτσο του για να τα καταπιώ. Μου άρεσαν και τα κατάπια. Ο άλλος βγήκε από μέσα μου προσεκτικά, έβγαλε την καπότα και την αναποδογύρισε χωρίς να τον καταλάβω στην τρύπα μου και μου έβαλε με δάχτυλο τα χύσια του μέσα μου. Έγινα έξαλλος, νευρίασα, έβρισα. Αλλά γέλασαν. Κι οι δυο. «Πουτάνα», είπαν. Με πέταξαν κάτω, με πάτησαν με τα πόδια στο έδαφος, κοιτάχτηκαν λίγο μεταξύ τους κι έκαναν αυτό που φοβήθηκα. Άρχισαν να με κατουράνε. Τα καυτά τους κάτουρα, όσο εξευτελιστική κι αν ήταν σαν συνέχεια, με έκαναν να χύσω χωρίς να αγγιχτώ καν. Μου πέταξαν τα ρούχα στη μούρη, μ’ έχυσαν άλλη μια ακάποτα στον κώλο και μ’ άφησαν μες στην ερημιά.

(Copyright protected OW ref: 66764)