Επιτέλους με νταλικέρη

Δημοσιεύθηκε από YoungerOne
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Το κυνηγάω να μου κάτσει πάρα πολλά χρόνια. Επιτέλους συνέβη. Τα ονόματα και οι καταστάσεις έχουν τροποποιηθεί ελαφρά.

 

Γεια σας. Σχεδόν όλοι όσοι επισκεπτόμαστε αυτό το site, έχουμε κάποιες φαντασιώσεις για οδηγούς ταξί ή οδηγούς φορτηγών, δεν είναι έτσι; Δεν μπορώ να δικαιολογήσω αυτή τη τάση μας ή την αντίληψη ότι αυτοί είναι περισσότερο άντρες, ή είναι πιο καυλωμένοι ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ' έξω. Κι εγώ τους θέλω. Έψαξα, λοιπόν, διάφορα μέρη που μαζεύονται οδηγοί φορτηγών για να ξεκουραστούν ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο μπορεί να θέλουν και τα επισκέπτομαι συχνά. Για τέσσερα χρόνια δεν μου παρουσιάστηκε καμία περίπτωση. Έτυχε όμως σήμερα και ένιωσα την ανάγκη να τη γράψω μιας και μπαίνω σε αυτό το site και διαβάζω τις ιστορίες των άλλων.

Είμαι, που λέτε, σε αυτή την πιάτσα σήμερα και τον βλέπω απ' έξω από το φορτηγό του να κοιτάει δεξιά και αριστερά τον δρόμο. Ή θα περνούσε απέναντι ή περίμενε κάποιον. Πέρασα με το αυτοκίνητο και συνέχιζα να βλέπω από τον καθρέφτη, δεν έκανε τίποτα. Έ, λέω από μέσα μου, τόσο χρόνο έχω χάσει με τόσους μαλάκες, ας πάω απέναντί του να με βλέπει και ας κάνω και κάνα δυο τσιγάρα. Αν είναι θα μου κάνει ένα νόημα. Κάτι για να καταλάβω. Γυρνάω και παρκάρω απέναντι. Ανάβω τσιγάρο και το βλέμμα καρφωμένο επάνω του.

Περιγραφή: 55 στα 60 σε ηλικία, παχύς, γένια γκρι περιποιημένα, ανοιχτό πουκάμισο τρία κουμπιά ανοιχτά, κόκκινο καρό, τζιν παντελόνι, παπούτσια μποτάκια ορειβατικά μαύρα, καφέ μάτια, βέρα δεν είχε (γαμώ), αραιά στην κορυφή τα μαλλιά. Στην αρχή αδιάφορος, με είχε δει αλλά τίποτα. Εγώ επέμενα, κοίταγμα όμως μόνο. Και αρχίζει κι έρχεται προς το μέρος μου. Στέκεται στα δύο μέτρα, με κοιτάει (δε μιλάει). Κοιτάω κι εγώ (δε μιλάω) αλλά σκέφτομαι… "Σε θέλω τρελά, αλλά πως να στο πω;". Κοιτάει, κοιτάω. Δυο λεπτά περάσανε και στο τέλος μου λέει:

-    Τι με κοιτάς ρε φίλε;

Αυθόρμητα εγώ:

-    Καταρχήν δε σε ενοχλώ, σε ενοχλώ; (Δεν απαντάει – μαζεύεται). Ούτε σε προβάλλω, σε προσβάλλω;

Μαζεύεται πιο πολύ. Ώπα λέω τον χάνουμε και συνεχίζω:

-    Μ' αρέσει πάρα πολύ αυτό που βλέπω κι επειδή όπως είπα δε θέλω ούτε να σε ενοχλήσω, ούτε να σε προσβάλλω, άσε τουλάχιστον μόνο να σε βλέπω.

Εκεί τέλειωσε το τσιγάρο, το πέταξα και το λέω γιατί ήθελα κι άλλο, αλλά λέω κάτσε μη μας περάσει για τίποτα πρεζάκια.

-    Καλά κοίτα…

Απαντά και φεύγει. «Ε άντε γαμήσου ρε μαλάκα», λέω από μέσα μου και πάω να φύγω αλλά δεν έφυγα, το ξανασκέφτηκα. Αυτός απέναντι πάλι. Κοιτούσα εγώ. Μπαίνει μέσα στο φορτηγό, ένα ωραίο κόκκινο χρώμα αλλά χέστηκα για το φορτηγό. Αν ακούσω, λέω από μέσα μου, να βάζει μπροστά, θα σηκωθώ να φύγω. Δεν έβαζε όμως. Αλλά και από το σκατό-φιμέ τζάμι του δεν μπορούσα να βλέπω. Βγήκα από το αυτοκίνητο, κλείδωσα και πήγα πιο κοντά. Είχε ξαπλώσει. Α, λέω, τώρα θα τον βγάλει να τον παίξει κι εγώ θα μπω να του τον πάρω μια πίπα. Αυτά γίνονται στις τσόντες και δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Μετά σκέφτηκα να μπω από μόνος μου και να του κάνω αυτό που γίνεται στις τσόντες, αλλά έτσι παραβιάζω ιδιωτικό χώρο και μπορεί να 'χουμε θέμα. Γυρνάω στο αυτοκίνητο, παίρνω τα τσιγάρα, γυρνάω έξω από το φορτηγό, ανάβω ένα. Αυτός δεν ήταν πια ξαπλωμένος. Είχε κάτσει στο κάθισμα, είχε ακουμπήσει τον αγκώνα στο τιμόνι, τη γροθιά στο μάγουλο, σκεφτόταν και με κοιτούσε. Τι ωραίος που ήτανε. Βγαίνει έξω, βγάζει από την τσέπη του πουκαμίσου τα δικά του τσιγάρα και διαφημιστικό αναπτήρα λευκού χρώματος που δεν πρόλαβα να δω τι στο διάολο διαφήμιζε. Έρχεται κοντά.

-    Και όταν σου αρέσει κάποιος τι κάνεις;

Εγώ μαλάκας. Ναι, έχω μείνει μαλάκας. Ξεκόλλα μαλάκα, μίλα τώρα, πες του κότα, εκεί που το έπαιξα μαγκιά πριν, κότα τώρα.

-    Τι, τι κάνω, τι εννοείς;

από μέσα μου με μούντζωνα, τι ωραία απάντηση που έδωσα ο μαλάκας.

-    Μόνο κοιτάς ρε παιδί μου; Δεν κάνεις τίποτ’ άλλο;

Εδώ κατάλαβα ότι το ( ν ) είχε ένα θέμα και μάλλον ήταν από την επαρχία.

-    Δυστυχώς, αν ο άλλος δε θέλει, απλά τον κοιτάω.

Παύση και οι δύο. Εκείνη την ώρα λέω θα τον κολλήσω στο τοίχο και συνεχίζω.

-    Μαζεύω την εικόνα του καλά μες τη μνήμη μου και μετά πάω στο σπίτι και τον παίζω.

Το τσιγάρο μου έχει φτάσει στην καύτρα, αυτός έχει ακόμα το μισό. Κοιταζόμαστε, μου αρκούσε. Ήταν αρκετά έντονη η στιγμή για να πάω σπίτι και να κάνω αυτό που του δήλωσα. Κοιταζόμαστε, κοιταζόμαστε, κοιταζόμαστε, «τι να σκέφτεται άραγε», έλεγα εγώ από μέσα μου. Τέλειωσε το τσιγάρο του, το πέταξε, δεν το έσβησε και κατευθύνθηκε προς το φορτηγό ξανά. Θα τον έβλεπα να μπαίνει και μετά θα 'φευγα κι εγώ. Ανέβηκε τα σκαλοπατάκια, μπήκε μέσα και πριν κλείσει την πόρτα, γύρισε, με κοίταξε και είπε:

-    Άντε έλα μέσα να μη κρυώνεις.

Τα πρώτα σπέρματα μου έφυγαν εκείνη την ώρα. Εντάξει ρε παιδιά, Μεταφορικά το λέω. Αλλά ήταν σαν να το 'χαμε κάνει. Τώρα ήξερα ότι τον είχα, όπως και άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, ευκαιρία να το παίξω δύσκολος. Αλλά, να μπω πρώτα μέσα. Ανοίγω την πόρτα του συνοδηγού, είχε κάτι φούτερ, ένα thermos και κάτι χαρτιά στο κάθισμα, τα μάζεψε κι έκατσα. Τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Τώρα μπαίνουμε στο mode του "φέρνω τη συζήτηση σιγά-σιγά εκεί που θέλω", το ξέρετε όλοι σας το κόλπο, μη μου κρύβεστε. Στα ίδια μέρη συχνάζουμε, τις ίδιες μαλακίες λέμε. Κάνω λάθος;

-    Α, από εδώ είναι πολύ διαφορετική η οδήγηση, τα βλέπεις από πιο ψηλά.

Ασφαλώς κι έχω ξαναμπεί σε φορτηγό, αυτός γιατί να το ξέρει όμως; Έπεσε στην κατάθλιψη. Ωραία... ψυχολόγος εγώ, χιουμοράκι, το 'χω, θα το παίξω.

-    Καταρχήν, να μη βάζεις αγνώστους μέσα στο φορτηγό σου.

Ψαρώνει και φοβάται, ωχ λέω μαλάκα από μέσα μου, θα σε περάσει για κανένα ληστή.

-    Παναγιώτης (και του δίνω το χέρι μου).

-    Α… Γιάννης.

Άλλος ένας Γιάννης στη ζωή μου, έχω γεμίσει Γιάννηδες, ε μα τη μισή Ελλάδα Γιάννη την λένε. Ωραία χέρια ο Γιάννης, άγρια.

-    Γιάννη, γιατί σκοτείνιασες όταν σου είπα για το φορτηγό, ότι είναι αλλιώς από ψηλά;

Τώρα εσείς θέλετε να μάθετε πως πηδηχτήκαμε και πόσο τον είχε και τι μου έκανε, εντάξει, όλα ίδια δεν είναι; Ο τρόπος προσέγγισης αλλάζει.

-    Είναι μωρέ κωλοδουλειά.

Τοποθετώ την αριστερή μου παλάμη στο σβέρκο του και τον χαϊδεύω (μου αρέσει πολύ εκείνο το σημείο). Αντέδρασε σαν να ξαφνιάστηκε και μαζεύτηκα.

-    Καλά εντάξει, δε θα σε βιάσω κιόλας…

-    Όχι πιάσε, απλά δε το περίμενα. Είναι και ζεστά τα χέρια σου απ' ότι φαίνεται.

Μαλακίες έλεγε, τα χέρια μου εκείνη την ώρα δεν ήταν ζεστά.

-    Ποια ζεστά ρε φίλε, πλάκα μου κάνεις, που καθόμουνα έξω τόση ώρα;

-    Ε τότε να τα ζεστάνουμε…

και παίρνει το χέρι, το αριστερό, το βάζει μες τις παλάμες του και το τρίβει. Μου το ζέστανε δε λέω. Εγώ πονηρός, του δίνω και το άλλο, αλλά για να στηριχτώ έπρεπε να ακουμπήσω το αριστερό στην πλάτη του και να τοποθετήσω τη μούρη μου περισσότερο κοντά στη δική του. Με αυτό τον τρόπο κέρδισα και μια άλλη μου επιθυμία. Να τον μυρίσω. Μύριζε, άντρας ρε παιδί μου. Δε μύριζε μανούλα. Είναι αυτό το παράξενο, το λίγο της μηχανής, λίγο το καυσαέριο, λίγος ιδρώτας μασχάλης, λίγο (αρκετά) τσιγάρο, αλλά είμαι κι εγώ καπνιστής, οπότε δε μου φάνηκε υπερβολικό. Δεν έχω καταλάβει ότι με κοιτάζει έντονα, ενώ έχει σταματήσει να μου τρίβει το δεξί χέρι. Εγώ είχα μείνει ακίνητος και τον μύριζα, επομένως φανταστείτε τι έβλεπε εκείνος. Για να μη τα λέω όλα από τη δική μου τη σκοπιά.

-    Τι κάνεις τώρα;… ρώτησε.

-    Σε μυρίζω. Θέλω να θυμάμαι τα πάντα από σένα.

Κοιταζόμαστε (το είχαμε ξανακάνει και έξω, φαίνεται είμαστε πολύ καλοί σε αυτό). Παρακαλάω να με πάρει, να με φιλήσει, να ανταλλάξουμε τα σάλια μας και να πάρει το στόμα μου φωτιά. Δεν το έκανε. Κοιταζόμαστε. Τελικά μίλησε, ε, ήταν η σειρά του...

-    Και τι σου αρέσει να μυρίζεις;

Καριόλη! Θες να σου πω ότι πεθαίνω για να μυρίσω τον πούτσο σου και τ' αρχίδια σου. Και τον κώλο σου, ναι. Όλα τα κάνω ρε. Όλα, απλά να σε δω ευτυχισμένο για 10 λεπτά μαλάκα. Αλλά δε θα του το δώσω στο πιάτο. Όχι τόσο εύκολα, μαλάκα. Είπαμε θα στο παίξω δύσκολος τώρα. Εντάξει, όσο μπορώ. Μη ξεχνάτε, τον θέλω, έχω καυλώσει. Θέλω να με γαμήσει ή να τον γαμήσω, δεν έχω πρόβλημα.

-    Είμαι μια χαρά. Τα περισσότερα που ήθελα να μύρισα. Την ανάσα σου, το σώμα σου, τα μαλλιά σου. Μου είναι αρκετό. Μη σε φέρω και σε δύσκολη θέση.

-    Γιατί να με φέρεις σε δύσκολη θέση;

-    Γιατί το άλλο που θέλω να μυρίσω είναι δύσκολο.

-    Γιατί είναι δύσκολο;

Γιατί πρέπει να γδυθείς ρε μαλάκα και πολύ έχουμε αργήσει. Αλλά δε του το 'πα. Ήθελε να τ' ακούσει όμως. Με δοκίμαζε, ήθελε να δει πως θα του το πω. Αλλά δεν ξέρει με τι έχει να κάνει. Ούτε κι εσείς γιατί είναι η πρώτη ιστορία στο site.

-    Ε… γιατί είναι σε ένα δύσκολο σημείο του σώματος και πολλοί άνθρωποι έχουν taboo.

-    Ε πες το μου.

Θέλει να ακούσει βρωμόλογα. Βάζω στοίχημα ότι θέλει να ακούσει βρωμόλογα. Και θέλει να πει βρωμόλογα. Θα το διαπιστώσω αργότερα. Πάρε απάντηση τώρα (και μάθετε κι εσείς κάποια πράγματα για μένα).

-    Θέλω να μυρίσω τα πόδια σου;

-    Τα πόδια μου;…

δεν το περίμενες μαλάκα ε;

-    Ναι τα πόδια σου…

και τώρα θα παίξεις το παιχνίδι μου, όπως ξέρω εγώ.

-    Μπορώ;…

και πάει να βγάλει τα παπούτσια του. Τον σταματώ.

-    Ώπα, ώπα, ώπα. Όταν είμαι εγώ με κάποιον, αυτός ο κάποιος ποτέ δεν βγάζει τα ρούχα του μόνος του.

Θα παίξεις καριόλη το παιχνίδι μου, όπως θέλω εγώ. Θα σου δώσω ό, τι θέλεις να πάρεις από μένα, αλλά θα πάρω κι εγώ κάποια πράγματα που μου αρέσουν από εσένα.

-    Ωραία, βγάλ’ τα μου εσύ.

Τώρα μιλάς αγόρι μου! Τώρα μιλάς σωστά. Την ακούω ακόμη τη φωνή του, αυτή τη στιγμή που σας γράφω «βγάλ’ τα μου εσύ». Σε αυτό το σημείο, μόλις τράβηξα από την τράπουλα ένα πολύ καλό χαρτί και αυτό είναι το εξής. Προσπαθώντας να σηκώσει το πόδι, δεν μπορεί γιατί υπάρχει και ένα τιμόνι μπροστά του, εγώ από την άλλη πάω να βοηθήσω, να σκύψω, ευκαιρία να πάω και κοντά στο επίμαχο σημείο, μπας και πάρω και καμιά μυρωδιά από 'κει, χτυπάω κι εγώ στο τιμόνι, δήθεν, κάνω ότι πονάω, του λέω με τον τρόπο μου «δεν είναι βολικά εδώ μεγάλε». Του έκοψε, άντε να ενεργοποιούμαστε σιγά-σιγά.

-    Σήκω να πάμε πίσω που είναι πιο άνετα.

-    Γιατί πίσω τι έχει;

(Κρεβάτι έχει, σαφώς και ξέρω ότι έχει κρεβάτι, αλλά πολλές φορές πρέπει να το παίζουμε και λίγο χαζοί, τα ξέρετε τα κόλπα κι εσείς, όλοι τα κάνουμε.)

-    Έλα πάμε θα δεις…

και πάει πίσω από τα καθίσματα που είχε ένα μέρος που μάλλον κοιμάται και χωράει άνετα δύο άτομα. Πάω κι εγώ. Τι να κάνω; Να φύγω; Όπως τον είδα να πηγαίνει πίσω, εμένα σαν καυλωμένος μου φάνηκε. Κι εκεί κοιτάμε. Δεν κοιτάμε; Εκεί, λοιπόν, τον έβαλα να ξαπλώσει και εγώ κάθισα οκλαδόν στα πόδια του, τα δικά του έβαλα στα δικά μου. Ας λερωθώ κι απ' τη λάσπη του, ναι, όλα τα θέλω. Ξεκίνησα να λύνω τα κορδόνια. Αργά-αργά. Είναι μια στιγμή που μου δίνει μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Πρώτα το αριστερό πόδι. Τα χαλάρωσα κι έχωσα τα δάχτυλά μου και των δύο χεριών για να αγκαλιάσω τον αστράγαλο και να ανοίξω το παπούτσι. Ήταν ζεστά εκεί. Και κάβλα. Είδατε από το πως σας το περιγράφω το πόσο μου αρέσει. Αν υπάρχουν κι άλλοι ανάμεσά σας, να κάνουμε μια οργάνωση των οπαδών των ποδιών. Αφού τα άνοιξα, έχωσα τα δάχτυλα του δεξιού χεριού στη φτέρνα, τραβώντας το παπούτσι προς τα κάτω (μακάρι να μπορούσα να πεθάνω μέσα σε αυτό το παπούτσι ή να μου το χάριζε για να έχω κάτι) και το έβγαλα. Έπρεπε κάπου να το ακουμπήσω και του έκανα νόημα ότι το πετάω στα πόδια του συνοδηγού. Έπιασα το πόδι με τα δύο χέρια και του έκανα μαλάξεις στο πέλμα. Μη μείνουμε πολύ ώρα όμως σε αυτό. Πήγα στο άλλο παπούτσι, στο δεξί του πόδι. Στην μετάβαση έκανα ότι έξυνα τη μύτη μου για να πάρω τη μυρωδιά μέχρι τώρα. Και ήταν καλή. Η ίδια διαδικασία, αργά-αργά, τα δάχτυλα στον αστράγαλο, μετά στη φτέρνα, αφαίρεση του παπουτσιού πέταμα στο ίδιο σημείο, μαλάξεις στο πέλμα. Κάβλα μου εσύ.

Ξεκίνησα να βγάζω κάλτσες. Έχωσα τα χέρια μου μέσα στο παντελόνι, εντόπισα την άκρη της κάλτσας, ένιωσα τις τρίχες του ποδιού του, ήθελα να χύσω εκείνη τη στιγμή και με προσοχή να μη τραβήξουμε κάποια τρίχα, έβγαλα και την κάλτσα του. Τη μύρισα. Ναι τη μύρισα. Ετοιμαζόμουν να πάρω το ορεκτικό μου. Μετά στο άλλο πόδι. Ίδια κίνηση, sorry που σας πρήζω, αλλά το ευχαριστιέμαι ξανά και ξανά, τα χέρια μέσα στο παντελόνι, δέρμα, κάλτσα και απομάκρυνση του απαίσιου αυτού υφάσματος από τον τελικό μου στόχο. Κι έτσι είχα τα γυμνά του πόδια στα χέρια μου. Πήρα το δεξί, το σήκωσα και το έβαλα στο πρόσωπό μου. Το έτριψα, ακούμπησα τα χείλη μου. Κι απ' το εσωτερικό μέρος που είναι υγρά. Το ίδιο και με το άλλο πόδι. Μετά τα ένωσα και τα έβαλα και τα δύο στο πρόσωπό μου. Ήμουν ευτυχισμένος. Ωραία πόδια, βοηθούσε που φοράει κάλτσες και δεν ήταν σκασμένα, είχε ένα θέμα με τα νυχάκια του. Που να ξέρει ο άνθρωπος τι θα συναντούσε εκείνη τη μέρα, όλοι κάνουμε μαλακίες. Έτσι όπως έπαιζα με τα πόδια πάνω κάτω, άρχισε να μην τον βολεύει το τζιν.

-    Δε μας βολεύει το παντελονάκι στην κίνηση τώρα...

-    Να το βγάλω… και κάνει να ξεκουμπωθεί.

-    Τι είπαμε Γιάννη μου για τα ρουχαλάκια σου; Δε θα τα βγάλεις εσύ. Είμαι εγώ εδώ τώρα μαζί σου.

Έβαλα, λοιπόν, τα χέρια μου κάτω από την κοιλιά του, του την σήκωσα γιατί ήταν μεγάλη και αυτή, χάιδεψα τη ζώνη, βρήκα το κούμπωμα, τράβηξα τη ζώνη πιέζοντας τη κοιλιά του λίγο προς τα μέσα, πρέπει να γίνει και αυτό και επιτέλους η ζώνη ελευθερώθηκε. Το ίδιο και με το κουμπί του τζιν. Το χέρι μέσα, το άλλο έξω, σπρώχνεις με τον αντίχειρα και ακούγεται το μαγικό κλακ. Φερμουάρ, αργά-αργά, άνοιγμα, αποκάλυψη του ωραίου σημείου, παρότρυνση να κάνει λίγο προς τα πάνω για να το τραβήξω και μετά αργά-αργά για να βγει ταυτόχρονα και από τα δύο πόδια.

Φορούσε σλιπ. Δε μου αρέσει το σλιπ αλλά τι να κάνουμε τώρα. Μπλε με λευκές γραμμές. Δεν ήταν καυλωμένος, αλλά είχε ένα μεγάλο φορτίο το οποίο πρέπει να ήταν το σύνολο όρχεων και πούτσου μαζί. Θα το ανακαλύψουμε αργότερα. Δεν έδειξα να ενδιαφέρομαι τόσο με αυτό και συνέχισα με τα πόδια, τα οποία όλα τα είχα δικά μου τώρα. Γάμπες. Γόνατα. Μηρούς. Πολύ ώρα. Μέχρι που είδα κίνηση στο επίμαχο σημείο. Όλοι την ξέρετε. Αυτό του μη καυλωμένου, που πάει να καυλώσει και κάνει κάτι μικρές συσπάσεις. Όχι νόμιζε πως θα μου γλίτωνε. Αλλά δεν το έπιασα. Το άφησα να εκφραστεί κι αυτό χωρίς παρεμβολές. Αφού πήρα ότι ήθελα από τα πόδια του, τον κοίταξα και…

-    Θα μπορούσα να μυρίσω και λίγο κοιλιά;

-    Βγάλε μου το πουκάμισο.

Το 'πιασε το κόλπο, δεν το ‘βγαλε μόνος του, έτσι σε θέλω μάγκα μου. Αργά-αργά τα κουμπιά, είναι μοναδικές στιγμές αυτές, παρότρυνση να σηκώσει την πλάτη, για να το βγάλουμε, παντελόνι και πουκάμισο τα πέταξα στο κάθισμά του, ξέχασα να το πω πριν και μετά το πουκάμισο βρέθηκα να κοιτάω το στήθος, με τις τρίχες, μαύρες - λευκές, μες στην κάβλα είσαι Γιάννη και έχωσα τα μούτρα μου στην κοιλιά του. Μύρισα τα πάντα. Ο αφαλός ξέρετε ότι έχει μια περίεργη μυρωδιά, δε με νοιάζει, το θέλω. Ανέβαινα προς τα πάνω, έφτασα στα γένια, ήθελα να κάνει μια έτσι με το στόμα του προς τα κάτω και να με φιλήσει. Δεν το έκανε. Μη σας λέω ψέματα, για να το κάνω ωραίο. Δεν το έκανε. Πήγα και μύρισα το στόμα του, τη μύτη του, τα αυτιά του, τα μαλλιά του, ενώ το χέρι μου έπαιζε ταυτόχρονα στην κοιλιά του και το μάτι μου έβλεπε ότι είχε καυλώσει. Του μίλησα:

-    Να το βγάλουμε το σωβρακάκι γιατί βλέπω ότι μας στενεύει και μας περιορίζει;

Μου έκανε νεύμα "ναι" (τι έγινε, δε μιλάμε τώρα;) Συνέχισα:

-    Επέτρεψε μου να βγάλω κι εγώ τα ρούχα μου, γιατί θέλω να σε νιώθω με όλο μου το κορμί.

Και γδύθηκα. Γδύθηκα μόνος μου, αλλά χέστηκα. Και του τον έπιασα. Γιατί έτσι μου αρέσει. Θέλω να πιάνω τον πούτσο του άλλου, όταν είναι καυλωμένος και όταν δεν παρεμβάλλεται τίποτα άλλο π.χ ρούχο. Το καβλί του έκαιγε. Βέβαια, είχε την ευκαιρία να δει και το δικό μου πως είχε γίνει τόση ώρα που έπαιρνα πολλά πράγματα που με ανάβουν, να ξέρει ο μάγκας ότι καυλώνουμε κι εμείς. Τον έπιασα και του τον έπαιξα αργά-αργά.

Περιγραφή: (ξέρω ότι την θέλετε, όλοι την θέλουμε) μέτριο προς μεγάλο, θα το 'λεγα 17 προς 18, πάχος όσο το χέρι που κλείνει, δε μπορώ να το μετρήσω τώρα που γράφω, κεφάλι όχι μανιτάρι, αλλά ούτε και απ' αυτά τα μυτερά, κανονικό, ίδιο πάχος με τον κορμό. Και ευθύ, το λέω γιατί η δικιά μου είναι λίγο στραβή. Παντού τρίχες, αρχίδια, στη βάση του πούτσου του, καμία περιποίηση, μάλλον δεν ξέρει ο άνθρωπος. Κρατώντας τον, λοιπόν, στο χέρι και μαλακίζοντας τον αργά-αργά, σχεδόν ψιθυριστά τον ρώτησα:

-    Τώρα τι θέλεις να σου κάνω;

Κοιταζόμαστε, όπως ξέρουμε πολύ καλά να κάνουμε και…

-    Θέλω να μου τον πάρεις πίπα και να σε χύσω στο πρόσωπο.

Τι να του πεις τώρα; Όχι; Τα πάντα ήθελα από αυτόν. Ας είναι και τα χυσάκια του στο πρόσωπό μου. Δεν έχασα την ψυχραιμία μου:

-    Σου αρέσει να σε γλείφουν Γιάννη;

-    Πολύ.

-    Πόσο καιρό έχεις να χύσεις;

-    Δε θυμάμαι.

Μάλιστα, αυτό σημαίνει ότι θα χύσει γρήγορα.

-    Σου έχουν γλείψει τον πούτσο μόνο ή και πουθενά αλλού;

-    Που αλλού;

-    Θα δεις...

Κατέβηκα στην κοιλιά του, κοίταξα το κυρίως γεύμα μου και το έβαλα στο στόμα μου. Αργά-αργά κι αυτό. Πρώτα το κεφάλι. Μετά ολόκληρο. Και πήγαινα πάνω κάτω, μόνο με τα χείλια μου, χωρίς χέρι καθόλου, αλλά το ρούφαγα δυνατά.

-    Λίγο πριν χύσεις, θέλω να μου το πεις.

Συνέχισα, εναλλάσσοντας, πούτσο, αρχίδια, ξανά πούτσο, του έκανα μαλάξεις στο εφηβαίο (είναι καλό ιατρικά, ειδικά τη στιγμή που χύνει ο άντρας) και κάποια στιγμή μου λέει…

-    Είμαι έτοιμος…

-    Ώπα στοπ (και τον κόβω).

Δεν είμαι μουνόπανο, για τη δική του ευχαρίστηση το έκανα. Έμεινε μαλάκας και με κοιτούσε. Του ζήτησα να με εμπιστευτεί. Τον τοποθέτησα με τα γόνατα στην άκρη του κρεβατιού του με τον κώλο προς τα έξω. Ξάπλωσα εγώ ανάσκελα και έχωσα το κεφάλι μου κάτω από τα αρχίδια του.

-    Θα μου γαμήσεις το στόμα τώρα, του είπα και λίγο πριν χύσεις θα μου πάρεις τον πούτσο μου και θα τον παίξεις, να χύσουμε μαζί.

Εγώ χύνω γρήγορα, ειδικά στα ξένα χέρια, όταν τον παίζω μόνος μου, το έχω κρατήσει και μια ώρα. Ξεκινήσαμε πάλι, μου γαμούσε το στόμα, μου άρεσε. Έπαιρνα και τη μυρωδιά των αρχιδιών από κάτω και κάποια στιγμή μου πιάνει τον πούτσο. Κατάλαβα ότι ήταν έτοιμος να χύσει. Τράβηξα το καβλί του από το στόμα μου, του τον έπαιζα εγώ τον σαλιωμένο του πούτσο, του έγλυφα τα αρχίδια την ώρα που ήταν έτοιμος να χύσει, εγώ έχυσα γιατί είμαι γρήγορος, με το άλλο μου χέρι του έκανα μαλάξεις στο σημείο που σας είπα πριν και με το κούτελό μου του έτριβα τα κωλομέρια και λίγο την κωλοτρυπίδα.

Έχυσε, άλλα πήγαν επάνω του, άλλα τα άφησα να κυλήσουν στο πρόσωπό μου και άλλα να μπουν και μέσα στο στόμα μου. Το θέλω το σπέρμα, το καταπίνω, από την πρώτη πίπα που έκανα ήθελα να το κάνω και το κάνω πάντα. Είναι μια γεύση κι αυτό. Τον άφησα να ηρεμήσει. Τον έβαλα να ξαπλώσει κι εγώ ξάπλωσα ανάποδα με το πρόσωπο στα πόδια του. Πρέπει να μείναμε μια ώρα και ίσως να μας πήρε και ένας ύπνος ελαφρύς. Τον άκουσα να ροχαλίζει, είναι βέβαιο. Ξύπνησα επειδή ένιωσα ότι ήθελα κάπου να πάει. Τα ξεραμένα χύσια ήταν πάνω μου μέχρι τη στιγμή που έφτασα σπίτι και πλύθηκα. Και αυτός. Ντύθηκε και πήγε έξω να κατουρήσει. Ντύθηκα κι εγώ. Καθόμουν στου συνοδηγού. Μπήκε. Κάναμε ένα τσιγάρο. Και κοιταζόμαστε. Είναι πολύ ωραίο να σταματήσει εδώ, ευχαριστώ για το χρόνο σας.

Ο οδηγός δεν είναι ο Γιάννης, εγώ δεν είμαι ο Παναγιώτης, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις καταστάσεις, φιλιά.

(Copyright protected OW ref: 65031)