Κάθε Τρίτη και Πέμπτη

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Έναν άντρα με στολή συναντούσε δυο φορές την εβδομάδα ο φίλος μας στο ίδιο μέρος και τον έβαλε στο μάτι. Μόλις εκείνος τον πήρε χαμπάρι, του έκανε χοντρό πέσιμο…

Η ιστορία:

Σε μια δουλειά που δούλευα φοράγαμε στολές και είχε κι αποδυτήρια κάτω για ν’ αλλάζουμε. Μια φορά κατεβαίνοντας μετά το σχόλασμα για ν’ αλλάξω, μπαίνοντας στ’ αποδυτήρια έπαθα την πλάκα μου! Ήταν ένας άντρακλας δυο μέτρα, μπρατσωμένος κι αγριόαφατσα, αραχτός σε μια πλαστική καρέκλα, μόνο με το σλιπάκι του και κάπνιζε. Στιγμιαία ψάρωσα που τον είδα, αλλά δεν φάνηκε. Γουστάρω τους άντρες αλλά δε φαίνεται στο παρουσιαστικό μου. Ανταλλάξαμε καλησπέρες και πρόσεξα ότι το σλιπάκι του υπέφερε για να χωρέσει το παλούκι του. Μιλήσαμε για λίγο για άσχετα όσο άλλαζα και μετά έφυγα. Αυτός ήτανε καινούργιος, σεκιουριτάς.

Τον επόμενο καιρό παρατήρησα ότι συμπίπταμε στο σχόλασμα κάθε Τρίτη και Πέμπτη και πάντα τον πετύχαινα εκεί στ’ αποδυτήρια αραχτό να καπνίζει μετά τη δουλειά, φορώντας μόνο το σλιπάκι του. Δικαιώματα δεν έδινα, αλλά όσο μ’ έπαιρνε κοίταζα. Όσο νόμιζα ότι μ’ έπαιρνε δηλαδή, γιατί όπως αποδείχτηκε με είχε πάρει χαμπάρι κανονικότατα ο Τάσος. Έτσι τον έλεγαν. Με τον καιρό η συμπεριφορά του γινότανε διαφορετική. Πολλές φορές είχα πιάσει με την άκρη του ματιού μου την ώρα που άλλαζα να τρίβει με τη χερούκλα του τον πούτσο του. Άλλες φάσεις εκεί που τα λέγαμε ξαφνικά πέρναγε το χέρι μες στο σλιπάκι του ξύνοντας τα παπάρια του σαν να μην τρέχει τίποτα.

-    «Άντρες είμαστε» έλεγε κι εγώ το έπαιζα άνετος.

Ένα βράδυ, που ήμουνα και πτώμα στην κούραση, Τρίτη ήτανε, μπήκα πάλι στ’ αποδυτήρια και τον είδα αραχτό στην καρέκλα στη γνωστή του θέση με το τσιγάρο. Χαιρετηθήκαμε κι άρχισα να γδύνομαι. Όταν ξεκίνησα να ντύνομαι τον ακούω να μου λέει:

-    «Μη ντύνεσαι ντε ακόμα. Βιάζεσαι;»

Γυρνάω να τον κοιτάξω, και είχε πετάξει το σλιπάκι του αφήνοντας την ψωλάρα και τα παπάρια του χύμα μπροστά μου. Ψάρωσα εντελώς.

-    «Έλα μικρέ. Σ’ έχω δει πως ζαχαρώνεις. Πέσε και ρούφα!», μου είπε.

Είχα μείνει κόκκαλο. Στεκόμουνα μπροστά του κατακόκκινος, εντελώς ακίνητος. Εκείνος έκανε άνετα το τσιγάρο του σαν να μην τρέχει τίποτα.

-    «Έλα μωρή πούστρα» μου είπε χαμογελαστά μ’ όλη του την άνεση. «Έλα να μπουκώσεις».

Δεν είχε νόημα να προσπαθήσω να παραστήσω τον άντρα πια. Πλησίασα και γονάτισα δειλά μπροστά του. Άπλωσε το χέρι του και κλείδωσε την πόρτα στ’ αποδυτήρια. Μόλις τα χείλια μου άγγιξαν το κοντάρι του, σηκώθηκε τελείως και γούρλωσα τα μάτια μου απ’ το μέγεθος.

-    «22 πόντοι για να σου στρώσουν το λαρύγγι», μου είπε γελώντας και άναψε τσιγάρο οδηγώντας με το χέρι του το κεφάλι μου.

Εγώ πάλευα να ρουφήξω το κοντάρι του χωρίς να πνιγώ κι εκείνος με μπινελίκωνε και κάθε τόσο μ’ έφτυνε στο κεφάλι.

-    «Ρούφα μωρή αδελφάρα να σου χορτάσω το πουστρόστομα πούτσα!», μου έλεγε, κουμαντάροντας το κεφάλι μου μέχρι που άρχισα να νιώθω τις αρχιδάρες του να κοπανιούνται στο σαγόνι μου. «Έτσι, έτσι, γαμιόλη, με τρώνε τ’ αρχίδια μου. Ξύστα με το σαγόνι σου!» μου είπε.

Με μπούκωσε βαριά μ’ όλη την πούτσα τέρμα μέσα και σηκώθηκε όρθιος με μένα να κρέμομαι κυριολεκτικά ανάμεσα στα μπούτια του μπουκωμένος και κατακόκκινος. Στεκόταν στο κέντρο του δωματίου και με κράταγε έτσι μπουκώνοντάς με και γεμίζοντάς με φτυσίδια, μέχρι που κατάλαβε ότι δεν άντεχα άλλο μπούκωμα και μ’ άφησε. Σωριάστηκα στο πάτωμα μ’ εκείνον όρθιο μπροστά μου.

-    «Έλα στην πούτσα πάλι», μου είπε. «Αρκετά ξεκουράστηκες».

Με σήκωσε και μ’ έβαλε με το κεφάλι μου στην καρέκλα που καθόταν. Ήρθε επάνω μου κι αφού μ’ έφτυσε μέσα στο στόμα ξεκίνησε να μου γαμάει βαριά και με σταθερές κινήσεις το στόμα. Σιγά - σιγά συνήθιζα την ψωλάρα του και περίμενα ανυπόμονα να με ξαναμπουκώσει και να νιώσω τα παπάρια του να τρίβονται πάνω μου. Τραβήχτηκε πάνω κι άρχισε να βαράει τον πούτσο του.

-    «Σε χύνω μωρή ψώλα. Σε ποτίζω ψωλόχυμα αδελφάρα!» μου είπε κι άρχισε να αδειάζει παντού καυτό χύσι που τιναζόταν πάνω μου, στην καρέκλα και στο πάτωμα.

Άραξε ιδρωμένος στο πάτωμα και μου έκανε νόημα να πάω πλάι του. Ακούμπησα με το κεφάλι μου στο μπούτι του και κάναμε τσιγάρο. Εκείνος σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται. Πήγα κι εγώ να ντυθώ.

-    «Επ, τι έγινε; Μισές δουλειές θα κάνεις;», μου είπε.

Εγώ τον κοίταξα απορημένα. Πήρε με το χέρι του το χύσι απ’ το πρόσωπό μου και μου το έφερε στο στόμα. Μου έδειξε με το βλέμμα του την καρέκλα. Βρέθηκα στα τέσσερα, αφοσιωμένος να γλείφω την καρέκλα παίρνοντας το ψωλόχυμα του Τάσου μέσα μου όσο εκείνος ντυνόταν. Έφερε στην πλάτη μου τα πόδια του για να δέσει τα κορδόνια του. Έλεγξε την καρέκλα ότι τα έχω πάρει όλα και μου είπε να ντυθώ κι εγώ.

Από εκείνη την ημέρα κάθε Τρίτη και Πέμπτη μετά τη δουλειά αφοσιωνόμουν στη βαριά ψωλάρα του Τάσου μέχρι να καταπιώ και την τελευταία σταγόνα απ’ το χύσι του.

(Copyright protected OW ref: 54518)