Το μακρύ πινέλο του μπογιατζή

Δημοσιεύθηκε από addy
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η πρώτη φορά του φίλου μας θα είναι χωρίς τη θέληση του αλλά και τόσο οδυνηρή που δε θα την ξεχάσει ποτέ.

Η ιστορία:

Το περιστατικό που ακολουθεί είναι πραγματικό και συνέβη πριν από χρόνια, τέλη Αυγούστου, στο νησί του πατέρα όπου παραθερίζαμε τα καλοκαίρια -στο παλιό, πατρικό, πέτρινο σπίτι. Τα ρούχα μας ήταν ήδη τακτοποιημένα (όσα θα έμεναν στο σπίτι, στα ερμάρια, καθαρά και διπλωμένα ενώ τα υπόλοιπα στις δύο βαλίτσες και το ένα σακ-βουαγιάζ) και δεν απέμενε παρά να αναχωρήσουμε την επόμενη ή το αργότερο, την μεθεπόμενη μέρα. Πίεζα κι εγώ από την πλευρά μου για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αναχώρηση. Ήμουν αρκετά μικρός και η επικείμενη φοίτηση μου σε σχολή, με έκανε να κάθομαι κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα. Ένας άλλος, καινούργιος κόσμος με περίμενε κι εγώ βέβαια ανυπομονούσα να πάω κοντά του.

Αυτό που ακόμα μας κρατούσε στο νησί, ήταν κάποιες δουλειές που έπρεπε να γίνουν ενόψει του χειμώνα κι είχαν κατά κάποιο τρόπο, δρομολογηθεί ήδη. Ο ελαιοχρωματιστής είχε ήδη βρεθεί (ήταν ένας συνταξιούχος ναυτικός, παλιός φίλος του πατέρα) ενώ με τον υδραυλικό βρίσκονταν ακόμη σε διαβούλευση, που όμως εκτιμούσα, βρισκόταν στο τέλος της.

-    «Αυτός ο φίλος σου ο μπογιατζής», σχολίασε κάποια στιγμή η μητέρα μου απευθυνόμενη στον πατέρα, «είναι φοβερά ασχημάντρας. Και είμαι σίγουρη», συνέχισε, «πως αν τον δει κάποιος βράδυ και ξαφνικά, θα κλάσει μέντες».

Αυτό το σχόλιο μας έκανε όλους να ξεραθούμε στα γέλια αν και την επομένη, εμένα θα μου έβγαινε ξινό μια κι όντως θα έκλανα και μάλιστα πάρα πολύ ηχηρά. Η ζημιά που είχα υποστεί από το όργανο του ελαιοχρωματιστή - μαστρο-Νικολο τον αποκαλούσε ο πατέρας - ήταν τόσο μεγάλη, που έμελλε να με ακολουθήσει και στην Αθήνα και να με ταλαιπωρεί για πάνω από μήνα. Όλα έγιναν ένα μεσημέρι που γύρισα από τη θάλασσα νωρίτερα χωρίς τους γονείς μου, που προτίμησαν να ξεροψηθούν λίγο παραπάνω κάτω από τον ήλιο. Ο μαστρο-Νικολός, ψηλός, άτριχος και τρομερά οστεώδης -θύμιζε στέκα- έβαφε το μικρό διάδρομο του πάνω ορόφου με προσήλωση. Γδύθηκα, έβαλα μια πετσέτα γύρω από την μέση μου και πέρασα αναγκαστικά από μπροστά του πηγαίνοντας προς το μπάνιο για το καθιερωμένο μου ντους. Δεν ξέρω πως και γιατί -πρέπει για κάποιο λόγο να τον καύλωσα τρομερά- μα την στιγμή που έβγαινα από το μπάνιο, με άρπαξε και με κόλλησε πάνω του με απίστευτη δύναμη.

-    «Κύριε Νίκο, τι κάνετε;» ήταν το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω κι έπειτα το στόμα του κόλλησε στο δικό μου.

Το φιλί του ήταν βαθύ και παθιασμένο, με μια πελώρια γλώσσα να σαρώνει το στόμα μου και να το γεμίζει με παχύ σάλιο. Έκπληκτος ένιωσα μια ξαφνική κι επώδυνη στύση, μια στιγμιαία παράλυση στα πόδια και μια απίστευτη ζεστασιά σε όλο μου το κορμί. Τα επόμενα δευτερόλεπτα η πετσέτα που με σκέπαζε πετάχτηκε στο πλάι και δύο τραχιά, σκληρά, χέρια άρχισαν να μαλάσουν τα πισινά μου με αγριότητα.

-    «Πάμε εκεί στο παράθυρο», υπέδειξε. «Θα μπορούμε έτσι να έχουμε το νου μας και στο δρόμο για τους γονείς σου».

Υπάκουσα σαν υπνωτισμένος μια και πλέον κάθε μου αντίσταση είχε χαθεί. Το κάλεσμα του κορμιού μου τότε, σε εκείνη την ηλικία ήταν δυνατότερο από οτιδήποτε άλλο και κάθε είδους αναστολή, ακυρωνόταν εν τη γεννέσει της. Πήγα αργά και στάθηκα μπροστά στο παράθυρο περιμένοντας.

-    «Όχι έτσι, μουρμούρισε ανυπόμονα. Ανέβα και γονάτισε πάνω στο μάρμαρο. Μόνο έτσι θα μπορείς να κοιτάς προς το δρόμο».

Υπάκουσα και πάλι πειθήνια. Ανέβηκα πάνω στο πρεβάζι που λόγω των χοντρών, παλαιών, τοίχων ήταν κι αυτό φαρδύ κι ευρύχωρο και γονάτισα με τον πισινό μου εκτεθειμένο προς το μέρος του και το κεφάλι μου έξω, προς τη πλευρά του παλακόστρωτου, μικρού δρόμου.
Στάθηκε για λίγο ακόμα πίσω μου θαυμάζοντας και μαλάζοντας τα δύο σάρκινα ημισφαίρια.

-    «Τι κωλάρα είναι αυτή μωρό μου» ψιθύρισε. «Γεμάτη και άτριχη όπως μου αρέσει. Μπορεί και να σε γκαστρώσω απόψε, τόσο πολύ θα σε χύσω», συμπλήρωσε με ένα μικρό ειρωνικό καγχασμό.

Το επόμενο δευτερόλεπτο χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο καθώς γονάτισε πίσω μου. Όταν άνοιξε τα πισινά μου και η φαρδιά γλώσσα του άρχισε να κάνει πινέλο στον πρωκτό μου, αναπήδησα και για μια στιγμή όλα γύρω μου χάθηκαν μέσα σε ένα θολό ανακάτεμα από χρώματα και παραμορφωμένες εικόνες. Ένιωθα την καρδιά μου να καλπάζει και το πέος μου να την ακολουθεί αναπηδώντας βίαια και κοφτά τη στιγμή που η ανάσα μου είχε βαρύνει, λες κι ο αέρας γύρω μου ήταν ελάχιστος. Έπειτα από δέκα περίπου λεπτά, εγκατέλειψε το σαλιωμένο σφιγκτήρα μου κι ανασηκώθηκε λύνοντας τις τιράντες της φόρμας του κατεβάζοντας την χαμηλά ως τα γόνατα. Κατέβασε έπειτα και το παλιομοδίτικο σλιπ και στη στιγμιαία ματιά που μπόρεσα να ρίξω πριν στρέψω πάλι την προσοχή μου στην επιτήρηση του λιθόστρωτου, ένιωσα έκπληξη κι ένα ξαφνικό τσίμπημα φόβου. Ανάμεσα στα πόδια του, κυριαρχούσε ένα σκουροκόκκινο, εκπληκτικά μακρύ και πλατυκέφαλο ματζαφλάρι ενώ κι οι όρχεις εντυπώθηκαν στη μνήμη μου, λόγω του υπερβολικού όγκου τους.

Έπειτα άρχισε να κυλά η ώρα του τρόμου και του απόλυτου πόνου. Αφού με λίπανε με μπόλικο σάλιο, ένιωσα το πορώδες, ζεστό άκρο να ακουμπά αρχικά και να πιέζει αργότερα με ολοένα κι αυξανόμενη ένταση, ενώ οι πρώτες ωδίνες έκαναν ήδη αισθητή την εμφάνισή τους και ασυναίσθητα τα δόντια μου έσφιξαν. Όταν ένιωσα την αντίσταση του πρωκτού μου να κάμπτεται κι ένα πρώτο τμήμα της βαλάνου του να εισέρχεται μέσα μου, βόγκηξα πνιχτά, με το μέτωπο μου να έχει γεμίσει με μικροσκοπικούς κόμπους ιδρώτα και με την αγωνία μου να έχει χτυπήσει κόκκινο. Ο μαστρο-Νικόλας μου σύστησε να κάνω λίγο ακόμα υπομονή και κρατώντας με σταθερά από τους γοφούς με τα χέρια τανάλιες που διέθετε, με υπέσκαψε με μια αργή και φοβερά επίπονη διαδικασία που νόμισα πως διήρκησε για ώρες.

Όταν ένιωσα της τρίχες του υπογαστρίου του πάνω στα πισινά μου, κατάλαβα πως όλα είχαν τελειώσει κι η παρθενιά μου είχε κάνει φτερά. Το μακρύ όργανο με είχε γεμίσει και είχε τσιτώσει τα σωθικά μου στο απόλυτο των αντοχών τους. Το ευτυχές για μένα ήταν πως από τη στιγμή της πλήρους διείσδυσης του μέσα μου κι ως τον άγριο οργασμό του, ακινητοποιήθηκε πλήρως απολαμβάνοντας την καθολική του υπεροχή πάνω μου. Το ζευγάρωμα διήρκεσε πάνω από ένα τέταρτο κατά το οποίο, το μόνο που ο οστεώδης, μεσήλικας έκανε ήταν ένα απαλό στριφογύρισμα των γοφών του έτσι ώστε να διατηρεί μια ικανοποιητική τριβή μέσα μου. Ήταν ένα πραγματικό παλούκωμα, μια βαθιά κι απόλυτη γεώτρηση που θα άλλαζε για πάρα πολύ καιρό την μορφή και την ελαστικότητα του πρωκτού μου. Τέλειωσε την ώρα της άφιξης των δικών που τους είδα μέσα από το θάμπωμα των ματιών μου να ανεβαίνουν τα πρώτα σκαλοπάτια αργά.

-    «Έρχονται, μούγκρισα σιγανά. «Άσε με να κατέβω».

-    «Τελειώνω σε μισό λεπτό» μου είπε, επιταχύνοντας την κυκλική κίνηση του.

Τέλειωσε σαν τυφώνας και κόντεψε να με ανοίξει στα δύο καθώς το πέος του έγινε ξαφνικά πελώριο και σκληρό σαν σιδερόβεργα. Κοιτώντας ανάμεσα στα πόδια μου με την αγωνία στο κατακόρυφο πια καθώς οι δικοί μου πλησίαζαν, είδα ότι από το άκρο του πέους μου -που συγκριτικά με το δικό του έμοιαζε με παιδικό παιχνιδάκι- κρεμόταν ένα μακρύ και παχύ κορδόνι πρόχυσης που ταλαντευόταν αργά, σαν εκκρεμές λίγα εκατοστά πάνω από το μάρμαρο του παραθύρου.

-    «Τώρα! Πάρ’ τα ξεξωλιάρη!», μούγκρισε πνιχτά και το κορμί του τεντώθηκε σαν τόξο.

Το μόνο που ένιωσα ήταν τις συσπάσεις του πέους του απανωτές και ατελείωτες. Έμοιαζε με επαναληπτική καραμπίνα που έριχνε ξανά και ξανά ακατάπαυστα. Τραβήχτηκε από μέσα μου τη στιγμή που οι δικοί μου ξεκλείδωναν την πόρτα κι όντας ακόμα πρησμένος, μου προκάλεσε ένα ακόμα σαρωτικό κύμα πόνου καθώς τα ατελείωτα εκατοστά του παρέσυραν βγαίνοντας και τμήματα του εντέρου μου. Έπειτα χωρίσαμε βιαστικά και δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ πια γι’ αυτό. Εκείνος μάζεψε τη φόρμα του βιαστικά ενώ εγώ έτρεξα και κλειδώθηκα στο μπάνιο. Πλύθηκα όσο καλύτερα μπορούσα και προσπάθησα να συνέλθω λίγο πριν κατέβω κάτω για το μεσημεριανό δείπνο. Τη μια και μόνη φορά που προσπάθησα απαλά να καθαριστώ από πίσω ήταν σαν να με άγγιζε πυρωμένη μασιά κι έτσι το άφησα για αργότερα.

Μισή ώρα αργότερα κάθισα στο τραπέζι με τους δικούς μου ενώ ήδη ο Νικολός είχε φύγει κι εκτός από τον οξύ πόνο -με ανάγκαζε να κάθομαι αργά και προσεχτικά κι έναν επίμονο τυμπανισμό- αισθανόμουν πως δε θα τα καταφέρω ως το τέλος του γεύματος. Κατάλαβα -έπειτα από τα πρώτα λεπτά στο τραπέζι- πως τώρα θα άρχιζαν τα προβλήματα. Ένα γουργουρητό αρχικά βαθιά μέσα μου κι έπειτα διαδοχικοί κι απανωτοί πόνοι λες και είχα φάει κάτι φοβερά χαλασμένο με έστειλαν εσπευσμένα στο μπάνιο στο οποίο μόλις και πρόλαβα να καθίσω. Μετά από μια ηχηρή κι αεριώδη προειδοποίηση, ακολούθησε μια τεράστια σε ποσότητα κένωση. Κόπρανα ανακατεμένα με υποκίτρινες λωρίδες πηχτού σπέρματος και αίμα ανακατεμένα σε ένα αηδιαστικό σωρό που σου ανακάτευαν το στομάχι.

Ο ελαιοχρωματιστής είχε χύσει τόσο πολύ και τόσο βαθιά που ήταν σαν να είχα δεχτεί δυο και τρία κλύσματα μαζεμένα. Ο κώλος μου και πολύ αργότερα στην Αθήνα, συνέχισε να σουρώνει για πάνω από μήνα.

(Copyright protected OW ref: 52640)