Ο νέος νταβατζής

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Γιωργάκης αποφάσισε να βρει νταβατζή αλλά μάλλον θα βρει τον μπελά του εκεί που θα πάει…

Η ιστορία:

Έχω δουλέψει πολλά χρόνια σαν πουτάνα και σε κάποια στιγμή της ζωής μου χρειάστηκα έναν νταβατζή. Έτσι ένας φίλος μου με έστειλε στο σωστό μέρος. Ήταν έναν μαγαζί υπόγειο, απόμερα σε μια αποθήκη και μόλις μπήκα ο πορτιέρης με ρώτησε αν θέλω να εκπορνευτώ όση ώρα ήμουν μέσα στο μαγαζί κι εγώ του είπα ναι. Τότε με έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο με κόκκινες «λουστρίν» γόβες.

-    «Γαμιέσαι ή γαμάς;» με ρώτησε.

-    «Συγγνώμη» τον ρωτάω. «Έτσι όπως με βλέπεις λες να γαμάω;»

-    «Έχω δει μεγάλες ανωμαλίες φίλε μου. Λοιπόν, πάρε ένα ζευγάρι παπούτσια στο νούμερο σου και βγάλε όλα σου τα ρούχα. Αυτός είναι ο κανόνας του μαγαζιού μας για όσους εκπορνεύονται» είπε το τούμπανο και την ώρα που μιλούσε μπήκε μέσα στο δωματιάκι ένα άλλο τούμπανο.

-    «Τι κάνεις ρε μάγκα;» ρώτησε το άγνωστο μανάρι τον πορτιέρη.

-    «Καλά ρε Μάνο εσύ;» απάντησε ο πορτιέρης.

-    «Ας τα λέμε καλά» είπε και άρχισε να γδύνεται σαν και εμένα και έβαλε αυτός μια γραβάτα.

-    «Να σε ρωτήσω κάτι;» απευθύνθηκα στον κούκλο.

-    «Έλα κούκλα» απάντησε και σήκωσε τα τεράστια μπαλάκια του.

-    «Εμ, πως να το πω τώρα…» αναρωτήθηκα εγώ.

-    «Κοίτα πούστρα, η ώρα είναι πενήντα ευρώ. Άμα έχεις βαρεθεί να σε γαμάνε γέροι έλα για κάτι το πιο γρήγορο» είπε.

-    «Όχι, παρεξήγησες. Αλλά ok, μου την έδωσες την απάντηση. Ήθελα να ρωτήσω αν εκπορνεύεσαι» είπα.

-    «E ναι ρε! Πρώτη σου φορά εδώ; Οι γαμιάδες φοράνε γραβάτες και οι γαμημένοι φοράνε τακούνια».

-    «A, μάλιστα» είπα εγώ.

-    «Έλα, πάμε μέσα να σε ξεναγήσω» είπε ο κούκλος και φούσκωσε τα μπράτσα του στον καθρέφτη.

Ο χώρος ήταν τεράστιος και πολύ ζεστός. Είχε πολλά άτομα γυμνά, όλοι κάπνιζαν και έπιναν, άλλοι γαμιόντουσαν πάνω στο μπαρ ή στα τραπέζια τους. Εγώ περπατούσα πολύ προκλητικά και άκουγα και κακά και καλά σχόλια όπως άλλοι με έβριζαν και άλλοι μου σφύριζαν. Ο τύπος από το δωμάτιο που βγάζαμε τα ρούχα μας είχε κάτσει σε μια παρέα με μεγάλες κυρίες και άρχισε την παίζει. Εγώ εκεί που έκανα βόλτα μες στο μαγαζί είδα μια παρέα με αγόρια στην ηλικία μου να μου σφυρίζει και να μου κάνει νόημα να πάω στο τραπέζι τους.

-    «Για σας παλικάρια» είπα.

-    «Βρε βρε, την μητέρα Τερέζα» είπε ο πιο κούκλος εκεί πέρα και οι φίλοι του γέλασαν. «Για να δούμε το κωλαράκι σου» με διέταξε κι εγώ γύρισα να το δει και στήθηκα στα τέσσερα.

Πήρε την μπίρα στα χέρια του και την άδειασε πάνω στον κώλο μου. Το ίδιο έκαναν και οι φίλοι του, και λίγο αργότερα λύθηκαν στα γέλια.

-    «Περνάτε καλά παιδιά ή μήπως να κάνω κάτι για να σας φτιάξω το κέφι;» είπα και έπιασα τον καβάλο του μαναριού που με είχε φωνάξει.

Εκείνος κοίταξε το χέρι μου και βιδώθηκε. Με μια κίνηση με έπιασε από τον λαιμό και με έσφιγγε.

-    «Εγώ δεν γαμάω κορίτσια με πούτσες. κατάλαβες;» είπε και με έριξε πάνω στο τραπέζι.

-    «Μαλάκα. Παλιοπουτάνα!» είπε.

Με έπιασε από τα αρχίδια, τα έσφιξε γερά στα χέρια του και έσπασε το μπουκάλι της μπίρας στο τραπέζι. Μέχρι μια φάση νόμιζα ότι έτσι την έβρισκε αλλά τώρα άρχιζα να φοβάμαι.

-    «Θα σου κόψω τα αρχίδια και μετά θα σε γαμήσω μωρή!» ούρλιαξε.

Πρόλαβε να μου κάνει μια γρατζουνιά δίπλα από την πούτσα αλλά τον βάρεσε κάποιος στο κεφάλι και μετά τον απείλησε με ένα όπλο. Όταν συνήλθα λίγο είδα πως ο τύπος που βάρεσε τον κομπλεξικό μαλάκα. Ήταν ο μπράβος του μαγαζιού μαζί με τον πορτιέρη. Και οι δυο ήταν σαν ντουλάπες πολύ ψηλοί και χοντροί αλλά με κάτι πολύ γυμνασμένα μπράτσα και βυζιά. Μετά κάποιος με πήρε αγκαλιά στα δυο του χέρια και ανεβαίναμε μια σκάλα ώσπου φτάσαμε σε μια πόρτα. Ο μπράβος χτύπησε δυνατά και πέρασε μέσα γρήγορα και με άφησε πάνω σε έναν καναπέ.

-    «Αφεντικό, θα το σκότωναν το παιδί. Ένας μαλάκας και η παρέα του θα του έκοβαν τα αρχίδια. Αιμορραγεί στην πούτσα του» είπε η ντουλάπα σε έναν τύπο.

-    «Σιγά ρε μαλάκα. Λίγο αίμα τρέχει, τι αιμορραγεί; Κατερίνα, φρόντισε το παιδί και βγείτε έξω» είπε ο τύπος.

Μια όμορφη κοπελίτσα που μιλούσε σπαστά ελληνικά ήρθε και μου έβαλε ιώδιο στην πληγή και ένα χανζαπλάστ.

-    «Κατερίνα έξω» ούρλιαξε ο τύπος που μάλλον ήταν το αφεντικό του μαγαζιού.

Όλοι είχαν βγει έξω κι εγώ είχα συνέλθει από την αγριοφωνάρα του. Ήταν λίγο ψηλός, αδύνατος με γκρίζα μαλλιά. Ήρθε και έβαλε μια καρέκλα μπροστά μου, μου έδωσε ένα ποτό και μου έκλεισε τα πόδια ώστε να μην βλέπει την πούτσα μου.

-    «Καλά βρε αγόρι μου, τόσο ωραίο κωλαράκι έχεις. Γιατί δεν την κόβεις για να είσαι πιο ασφαλής;» με ρώτησε.

-    «Γιατί δεν γουστάρω να την κόψω» απάντησα ξερά.

-    «Ωραία. Αλλά εμένα μου χρωστάς τώρα λεφτά και που σου έσωσαν τα παλικάρια μου την ζωή σου και την πούτσα σου» είπε.

-    «Ωραία. Πείτε μου πόσα είναι να σας τα πληρώσω» απαίτησα να μάθω.

-    «Χαλάρωσε βρε αγόρι μου και όλα θα τα βρούμε…»

Άρχισε να μου χαϊδεύει τον κώλο.

-    «Γουστάρεις να δουλεύεις για μένα; Και θα με ξεχρεώσεις και θα έχεις και τους στάνταρ σου πελάτες κάθε βράδυ και θα βγάλεις κι εσύ κανένα φράγκο» είπε.

-    «Δε γαμιέστε λέω εγώ!» είπα και σηκώθηκα να φύγω.

-    «Τεό! Λουκά!» ούρλιαξε το αφεντικό και μπήκαν μέσα ο πορτιέρης και ο μπράβος.
«Γαμήστε αυτή την κοπέλα να δείτε αν είναι καλή, και βαλ’ την την μαζί με τις άλλες» διέταξε.

Ο μπράβος ήρθε και με έβαλε στον έναν του ώμο και βγήκαμε από το γραφείο του και μπήκαμε σε ένα δωμάτιο με ένα γραφείο στην μέση.

-    «Επιτέλους θα γαμήσουμε ρε μαλάκα!» είπε ο πορτιέρης.

-    «Δεν κατάλαβες καλά μου φαίνεται. Θα γαμήσω, δεν θα γαμήσεις» είπε ο μπράβος.

-    «Έλα ρε μαλάκα, τα κορίτσια δεν κάνει να τα πειράζουμε. Άσε με να γαμήσω λίγο» παραπονέθηκε.

Ο μπράβος με πέταξε πάνω στο γραφείο και έβγαλε έξω τον πορτιέρη.

«Εγώ είμαι ο Λουκάς. Εσένα πως σε λένε καύλα μου;» με ρώτησε ο πανύψηλος τύπος.

Άρχισε να με πλησιάζει.. έβγαλε το σακάκι του και την γραβάτα του και άνοιξε το πουκάμισο του.

-    «Γιώργο» είπα.

-    «Δεν πειράζει εγώ να σε λέω Γεωργία εε;» με ρώτησε και μου χάιδεψε το μάγουλο και μετά μου έχωσε μια σφαλιάρα. «Γλείφε «είπε και την πέταξε έξω.

Εγώ σαν καλή πουτάνα έπεσα στα τέσσερα και ξεκίνησα να του την γλείφω.
Εκείνος με πίεζε να την πάρω πιο μέσα και εγώ το έκανα. Με μπούκωνε και μετά με πέταξε πάνω στο γραφείο.

-    «Καύλωσε με μωρό μου» είπε.

-    «Ότι πεις αγόρι μου» είπα.

Άρχισα να τρίβω την κωλάρα μου και έχωσα ένα δάχτυλο, και μετά δυο και μετά τρία.

-    «Αν θέλεις δαχτυλάκια στην τρυπούλα σου έπρεπε να μου το πεις πιο νωρίς »είπε.

Έβγαλε μέσα από ένα συρτάρι ένα τζελ, το έβαλε σε όλη του την παλάμη και μου έχωσε το χέρι του μέχρι τον αγκώνα. Εγώ ούρλιαζα κι αυτός την έπαιζε. Αφού έχυσε και με χαστούκισε λίγο, έβγαλε το χέρι του και μου είπε να κατέβω να βρω κανέναν πελάτη. Ο κώλος μου είχε γίνει σαν γαρίφαλο και καθόμουν και τον άνοιγα μες στον κόσμο και έβαζα μόνος μου δάχτυλο ώστε να με πλησιάσει κάποιος. Κάποιος μου έχωσε ένα δάχτυλο στον κώλο και γύρισα να δω ποιος ήταν.

-    «Τι κάνεις καύλα;» με ρώτησε ο κούκλος ζιγκολό που συνάντησα στα αποδυτήρια.

-    «Καλά» είπα.

Έβγαλα τα δάχτυλα μου από την σούφρα μου και τα αντικατέστησε αυτός με τα δικά του. Γύρισα, τον κοιτούσα στο πρόσωπο και οι πούτσες μας ενώνονταν. Αυτουνού του είχε γίνει τούρμπο και η δική μου ήταν πεσμένη και μικρή όπως πάντα.

-    «Πάμε έξω να σε γαμήσω;» είπε.

-    «Συγγνώμη αλλά πληρώνομαι» είπα εγώ.

Έβγαλε από την κάτω ράφι της γραβάτας του ένα πενηντάρικο και το έχωσε στην κωλοτρυπίδα μου. Με πήρε από το χέρι και βγήκαμε έξω, στην ερημιά ολόγυμνοι και ολομόναχοι. Άρχισε να με σέρνει μακριά από το μαγαζί.

-    «Πού πάμε;» τον ρώτησα.

-    «Θα δεις…» είπε.

Πλησιάσαμε ένα αμάξι, μάλλον δικό του, άνοιξε την πόρτα και με πέταξε μέσα. Μέσα στο αμάξι ήταν οι τύποι που με πλάκωσαν στο ξύλο μες στο μαγαζί.

-    «Τι μαλάκας που είσαι» είπα στον ζιγκολό.

-    «Τι νόμιζες μωρή μαλακισμένη; Ότι εγώ θα γαμούσα εσένα;» είπε.

Μου άνοιξε τα πόδια και άρχισε να ψάχνει μέσα στην κωλοτρυπίδα μου. Έβγαλε το πενηντάρικο του. Ο τύπος που πήγε να μου κόψει τα αρχίδια τον ευχαρίστησε κι αυτός έκλεισε την πόρτα.

-    «Κοριτσάκι πριν μου την γλίτωσες αλλά τώρα δεν πρόκειται» είπε ο τύπος που θα μου έκοβε τα αρχίδια. «Παιδιά, βγείτε έξω» είπε και οι φίλοι του εξαφανίστηκαν.

Πέρασε στο πίσω κάθισμα και άρχισε να με βαράει χαστούκια. Μετά την πέταξε έξω και με έβαλε να του την γλείφω όσο αυτός μου έβαζε δάχτυλο.

-    «Έλα να σε γαμήσω μωρή!» είπε.

Με έβαλε πάνω στην πούτσα του, άνοιξε την πόρτα και είπε στον φίλο του:

-    «Φέρε μια μπίρα».

Ο φίλος του την έφερε κι αυτός έχωσε το στόμιο της στην τρύπα μου. Μετά με γύρισε ανάποδα ώστε να πέσει η μπίρα στο κωλάντερο μου και μετά με έστησε στα τέσσερα.

-    «Χύνε από τον κώλο τώρα!» είπε και άρχισα να την βγάζω όσο αυτός με έγλειφε και έπινε την μπίρα.

Μετά με γαμούσε πολύ άγρια και μου έσφιγγε τα αρχίδια. Έχυσε μέσα μου, άνοιξε την πόρτα και με πέταξε έξω.

(Copyright protected OW ref: 52603)