Απάντηση στον πιο παράξενο έρωτα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η ιστορία του πιο παράξενου έρωτα σήμερα ξεδιπλώνεται από την πλευρά του Νικόλα. Όλα τα συναισθήματα και ο έρωτας που ένιωθε για τον σύντροφό του…

Η ιστορία:

Είμαι ο Νικόλας ο τσιγγάνος ο φίλος του Γιάννη που δημοσίευσε την ιστορία μας πριν μερικές μέρες. Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε που γνωριστήκαμε και τολμώ να γράψω λίγα λόγια για μας και να εκφράσω, όσο πιο απλά μπορώ, αυτά που νιώθω για σένα. Νομίζω ότι ήταν μόλις χθες. Θυμάμαι όταν στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες τις καρέκλες και τα σκαμπό πόσο κοκκίνισες, έσκυψες κάτω το κεφάλι και δεν μίλαγες. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι εσύ θα ήσουν για μένα κι εγώ για σένα. Δεν ήμουν άλλωστε και χθεσινός στην πιάτσα. Γνωρίζεις ότι από τα δεκαοκτώ μου χρόνια, από τότε που κατάλαβα ότι μου αρέσουν τα αγόρια, είχα πολλές εμπειρίες. O «καλός γαμιάς», «Το καλό καυλί», «Το καλό κρεβάτι», άντε και στην καλύτερη περίπτωση ο «Λατίνος εραστής», ήταν τα ονόματα μου στην πιάτσα.

Πάντοτε όλοι μου έλεγαν «Ρε τι καλό κρεβάτι που κάνεις», «Πότε θα τα πούμε πάλι να μας σκίσεις;», «Έχουμε κανονίσει παρτούζα απόψε, θα έρθεις;». Και στις κουβέντες τους μεταξύ τους έλεγαν: «Το τέλειο γαμήσι», «Γλείφει υπέροχα. Εμένα με γλείφει και χύνω», «Να κανονίσουμε να σε γαμήσει και σένα», «Έχει ωραίο σώμα. Μόνο που τον βλέπεις καυλώνεις και γουστάρεις να σε πετάξει στα τέσσερα να σου σκίσει το κωλαράκι με το μεγάλο του καυλί».

Όλα αυτά τα γνώριζα. Όλο και περισσότερες γνωριμίες έκανα. Περνούσα καλά, πολύ καλά θα έλεγα αλλά μόλις έφευγα από κάθε άγριο γαμήσι, πάντοτε ένιωθα μέσα μου ένα μεγάλο κενό. Έλεγα μέσα μου: «Γάμησες και σήμερα καλά!», «Έσκισες ωραίο κωλαράκι», αλλά μέχρι εκεί. Ποτέ δεν είχα τον δικό μου άνθρωπο να τον αγκαλιάσω, να γείρω στην αγκαλιά του να νιώσω ότι είμαι κι εγώ άνθρωπος. Γύριζα στον καταυλισμό και ήμουν τόσο άδειος. Όλοι με ήθελαν γιατί περνούσαν καλά στο κρεβάτι. Γιατί ήμουν ένας ωραίος άντρας. Τίποτα παραπάνω.

Και να λοιπόν που ξαφνικά παρουσιάστηκες στον κολασμένο μου δρόμο. Σεπτέμβρης ήταν. Όταν ήρθα την δεύτερη μέρα σπίτι σου να σου φέρω τα σκαμπό και είδα τα μάτια σου κόκκινα από το κλάμα και μου είπες έτσι με παράπονο: «Ήθελα να σε ξαναδώ», εκεί κάτι έσπασε μέσα μου. Κάτι σαν να άλλαξε. Ήθελα να κλείσω την πόρτα στο παρελθόν μου και να κάνω μια νέα αρχή μαζί σου. Ήσουν αυτό που δεν μπορούσα ποτέ να ζητήσω από κανέναν. Ήσουν για μένα κάτι διαφορετικό. Δεν ήθελα μαζί σου να νιώσω αυτό που λέμε γαμήσι αλλά να σε κατακτήσω με τον τρόπο μου και να κάνουμε έρωτα. Ήξερα ότι μια μέρα θα πλήρωνα το τίμημα γι’ αυτό που θα έκανα μαζί σου και όμως τόλμησα. Κι αυτό δεν άργησε να φανεί στον χρόνο.

Θυμάσαι…; Ζούσαμε πλέον μαζί. Είχες γίνει το τέλειο σκλαβάκι μου. Πριν σου ζητήσω το οτιδήποτε, το είχα. Τίποτα δεν μου έλειπε. Είχα σπίτι, καθαρά ρούχα, σπιτικό φαγητό και γιατί όχι; Κάναμε πολύ καλό γαμήσι μαζί. Είχες γίνει το τέλειο πουτανάκι μου. Και να που επαληθεύτηκα. Ήταν Νοέμβριος… Είχα γυρίσει κουρασμένος από τη δουλειά. Έξω έβρεχε. Είχα βραχεί. Μόλις μπήκα στο σπίτι έτρεξες κοντά μου, να με αγκαλιάσεις και να μου πεις:

-    «Νικόλα μου, πήγαινε στο μπάνιο να πλυθείς. Τα ρούχα σου τα έχω έτοιμα και σε λίγο θα σου έχω έτοιμο τον καφέ σου».

Μόλις με ακούμπησες ήμουν ζεστός. Με έβαλες στο μπάνιο, με έπλυνες, μου έβαλες καθαρές πιτζάμες και με πήγες στο κρεβάτι. Καιγόμουν στον πυρετό.

-    «Μη σε νοιάζει Νικόλα μου, θα περάσει. Θα σου κάνω ένα τσάι και θα πάμε στο νοσοκομείο».

Πρωτόγνωρα αυτά για μένα. Νοσοκομείο; Πρώτη μου φορά θα πάω. Δέκα μέρες καθίσαμε στο νοσοκομείο. Από κοντά μου δεν έφυγες ούτε λεπτό. Θυμάμαι ακόμα και το πρώτο βιβλίο που μου διάβασες. «Οι Άθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκώ. Μου κρατούσες το χέρι και μέσα στη ζάλη του πυρετού μου έλεγες: «Κουράγιο. Θα είμαστε μαζί». Διάγνωση: οξεία πνευμονία. Γυρίσαμε σπίτι. Έπρεπε να πάω για δουλειά.

-    «Όχι Νικόλα μου, δεν θα πας πουθενά».

-    «Γιατί;» σου λέω έτσι με την άγρια φωνή μου.

-    «Πρέπει να γίνεις καλά».

-    «Και πώς ρε μαλακισμένο θα ζούμε;» σου απάντησα.

Και τότε πραγματικά ένιωσα τόσο όμορφα σαν να μου χάρισαν όλο το χρυσάφι του κόσμου.
Έφερες ένα κουτί.

-    «Κοίτα Νικόλα μου…» μου είπες. «Τα χρήματα που μου έδωσες να σου πάρω ρούχα περίσσεψαν. Τα έχω κρατήσει για τις δύσκολες μέρες. Τώρα μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε».

Κάθε μέρα που περνούσε, δενόμουν όλο και πιο πολύ μαζί σου. Ακόμα και όταν δεν πέρασες το μάθημα και σε χτύπησα πολύ άσχημα, μέσα μου πόναγα. Αλλά σαν άνθρωπος της πιάτσας που ήμουν και είχα γνωρίσει πολλά, ήθελα να σπουδάσεις.. να φτάσεις πολύ ψηλά. Δεν ήθελα να σε δω πουτανάκι, που τρως τα χρήματα των γονιών σου, χωρίς να κάνεις τίποτα στη ζωή σου. Ήθελα να μάθεις να δουλεύεις, να δεις πως βγαίνει το ψωμί γιατί δεν ξέρεις η ζωή πως τα φέρνει. Ναι το πτυχίο, αλλά και δουλειά. Θυμάσαι Γιάννη μου όταν πήγαμε μαζί στο θέατρο την πρώτη φορά; Μετά από λίγες μέρες όταν σε χτύπησα άσχημα, εσύ μου είπες:

-    «Σήμερα θα πάμε θέατρο».

-    «Μα πώς; Εγώ ο τσιγγάνος εκεί;»

-    «Ναι. Θα πάμε και θα είσαι ο εαυτός σου. Για μένα θα είσαι ο Βασιλιάς μου. Κανέναν δεν θα ντρέπεσαι».

Καθόμασταν δίπλα. Πόσο όμορφα ένιωθα! Ήταν η πρώτη μου φορά που πήγαινα να δω παράσταση. Τα γνώριζα μόνο σαν αίθουσες όταν πήγαινα να της καθαρίσω και να πάρω ότι άχρηστο υπήρχε να το πουλήσω σε μάντρες. Θυμάσαι όταν κάναμε μαζί την διήμερη εκδρομή; Εκεί σιγουρεύτηκα ότι για μένα δεν είσαι κάτι απλό. Τα ξενοδοχεία, όπως ήξερες, τα είχα γνωρίσει από την άλλη πλευρά, ζώντας την άθλια ζωή που έκανα πριν σε γνωρίσω. Εκεί πήγαινα μόνο για άγρια γαμήσια. Θυμάσαι όταν το βράδυ μετά το φαγητό πήγαμε στην παραλία; Είχε πανσέληνο. Κάθισα σε ένα βράχο. Ήμασταν μόνοι. Το φεγγάρι έλουζε τα κορμιά μας.

-    «Κοίταξε αυτό το δρόμο τον φωτεινό που ζωγραφίζει το φεγγάρι. Αυτός είναι ο δρόμος του φεγγαριού. Εκεί στο βάθος είμαι εγώ. Μην αλλάξεις ποτέ πορεία. Εκεί θα είμαι και θα σε περιμένω…»  μου λες.

-    «Τι είναι αυτά που λες; Δεν τα καταλαβαίνω» σου έλεγα. «Δεν ξέρω γράμματα. Τώρα με μαθαίνεις να γράφω και να διαβάζω».

-    «Θα σου εξηγήσω Νικόλα μου. Ο δρόμος του φεγγαριού είναι η ζωή μας και αν θέλεις να είμαστε μαζί ποτέ μην αλλάξεις πορεία. Εγώ θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω».

Μετά, αφού μου έδωσες ένα φιλί μου είπες:

-    «Ξέρω Νικόλα μου ότι καθένας μοναχός του πορεύεται στον έρωτα. Μοναχός του στην δόξα και στον θάνατο».

-    «Τι εννοείς μόνος σου; Γιατί μόνος εγώ που είμαι;»

-    «Εδώ είμαι και χάρη σε σένα ερωτεύτηκα. Χάρη σε σένα θα παλέψω να πάρω με άριστα το πτυχίο μου και θα είμαστε μαζί όσα χρόνια μας μένουν και εύχομαι να είναι πολλά».

Μετά άρχισες να με φιλάς. Ήταν η πρώτη φορά που αισθανόμουν ότι είχες εξοικειωθεί με το σώμα μου. Με φίλαγες παντού. Έβγαλες το πουκάμισο μου αργά και με τα δόντια σου ξεκούμπωσες το παντελόνι μου.  Έγλειφες με πάθος το καυλί μου πάνω από το εσώρουχο.  Είχα καυλώσει τόσο, που είχε πεταχτεί έξω. Πήρες το καυλί μου στο στόμα σου. Έγλειφες αργά τόσο αργά που πρώτη φορά απολάμβανα τον έρωτα μαζί σου. Μετά σου κατέβασα το παντελόνι. Άρχισα να σου γλείφω την τρυπούλα και πρώτη φορά μου λες:

-    «Έλα Νικόλα μου.. βάλε το καυλί σου μέσα. Θέλω να νιώσω ότι είμαστε ένα. Θέλω να νιώσω τα χύσια σου να μου γεμίζουν την τρυπούλα».

Έτσι έκανα. Κάναμε τον πιο όμορφο έρωτα κάτω από το φεγγάρι. Και πραγματικά έκανα έρωτα μαζί σου. Μαζί σου άλλαξα. Προσπάθησα να μάθω να διαβάζω και να γράφω και αυτό το οφείλω σε σένα, στην υπομονή σου και την προσπάθεια σου. Κατάφερα να ανοίξω παλαιοπωλείο να φύγω από τον καταυλισμό και για να σου πω ένα μεγάλο συγγνώμη, γιατί ακόμα δεν ήμουν τόσο καλός στα λόγια, αγόρασα το σπίτι που τόσο αγάπησες και μέσα σε αυτό στεγάσαμε την όμορφη σχέση μας.

Το παρελθόν μου είχε τελειώσει αλλά πάντα φοβόμουν. Όλες τις νύχτες που ήμασταν μαζί τα τέσσερα πρώτα χρόνια δεν ήταν πλέον παρά ο έντονος φόβος, η εκτυφλωτική αμαρτία, η μέθη της τελευταίας φοράς.  Έρωτας έγινες για μένα.. η εικόνα αυτού του κόσμου στον οποίο δεν θα μου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να φτάσω. Έγινες για μένα έρωτας.. το ανέγγιχτο καλοκαίρι των ανθρώπων.  Κι αυτός ο φόβος κράτησε μέχρι την ημέρα που πήρες το πτυχίο σου. Φοβόμουν ότι το όνειρο θα κράταγε μόλις τέσσερα χρόνια και μετά θα σταμάταγε. Κι όμως κράτησε και κρατάει δώδεκα χρόνια τώρα. Ήσουν δεκαοκτώ χρονών όταν σε γνώρισα και τώρα έφτασες τα τριάντα κι εγώ είκοσι επτά και κοντεύω τα σαράντα.

Πάντα φοβόμουν γι’ αυτό και όταν ήρθα στην ορκωμοσία σου δεν ήθελα να με δεις. Όμως σε καμάρωνα. Πίστεψα σε σένα και δεν με γέλασες. Ήσουν ειλικρινής όλα αυτά τα χρόνια, όπως κι εγώ μαζί σου. Γι’ αυτό λοιπόν Γιαννάκο μου, άκου την καρδιά μου που είναι έτοιμη να σπάσει, αυτή την τεράστια καρδιά του καινούργιου μας έρωτα, που ξαναφτιάχνει τον κόσμο στα μέτρα του…

Η ιστορία μας είναι αληθινή.

(Copyright protected OW ref: 50203)