Τρελό πήδημα στο μοναστήρι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Το καλοκαίρι του 1984 δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ. Ο θείος μου με τον πατέρα μου συζητούσαν καιρό να πάνε να περάσουν κάποιο διάστημα, φιλοξενούμενοι σε μία μονή στο Αγ. Όρος. Εκείνο το καλοκαίρι αποφάσισαν να το κάνουν και μαζί τους πήγαμε και εγώ με τον ξάδελφό μου.

Μετά τα γραφειοκρατικά και αφού φτάσαμε στη μονή που θα μας φιλοξενούσε, δύο μοναχοί μας οδήγησαν στα κελιά μας και μας εξήγησαν μερικά πράγματα σχετικά με το ημερήσιο πρόγραμμα και τα διαδικαστικά. Καθένας μας έμενε μόνος σε δικό του κελί. Μετά την τρίτη-τέταρτη ημέρα είχαμε ήδη κάνει κάποιες γνωριμίες με μοναχούς και αρχίσαμε να συζητάμε μαζί τους σχετικά με όσα γίνονταν εκεί. Κάθε βράδυ μετά από την \"απόλυση\" όπως τη λένε, άλλοι συζητούσαν, άλλοι διάβαζαν και τέλος όλοι αποσύρονταν στα κελιά τους για ύπνο.

Ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν οι δικοί μου είχαν φύγει για τα κελιά τους και εγώ είχα μείνει σταματημένος πίσω σε ένα σκοτεινό, γεμάτο από πυκνά δέντρα, δρομάκι της μονής και συζητούσα με τέσσερις μοναχούς κάποιες απορίες που είχα. Οι δύο ήταν σαραντάρηδες και οι άλλοι δύο αρκετά μεγαλύτεροι, όλοι όμως είχαν αρκετά χρόνια εκεί. Πάνω στη συζήτηση αναφέρω ότι έχω ένα πόνο στη πλάτη και ο ένας από τους νεώτερους έρχεται αμέσως από πίσω μου και με τα χέρια του αρχίζει να μου μαλάζει τη πλάτη σε διάφορα σημεία και μου λέει να χαλαρώσω.

Ο άλλος συνομήλικός του δείχνει παρόμοιο ενδιαφέρον και πλησιάζει από εμπρός μου, με αποτέλεσμα οι δύο γηραιότεροι να χάσουν το ενδιαφέρον τους και να απομακρυνθούν αφήνοντας τους τρεις μας σε εκείνο το ερημικό σημείο του δρόμου. Η ώρα ήταν προχωρημένη για το πρόγραμμά τους και δεν κυκλοφορούσε πια έξω, σχεδόν κανείς. Το μασάζ στη πλάτη μου είχε πάρει πια ξεκάθαρα τη μορφή ερωτικού χαϊδέματος και οι κινήσεις των χεριών του έφθαναν μέχρι και τη βάση της μέσης μου, λίγο πάνω από τον κώλο μου. Φυσικά δε χρειαζόμουν περισσότερα για να καυλώσω και αυτό γινόταν εύκολα αισθητό κάτω από μία πολύ λεπτή παντελόνα που φορούσα χωρίς εσώρουχο.

Το ίδιο εύκολα όμως καταλάβαινα και τον καυλωμένο πούτσο κάτω από το ράσο του μοναχού πίσω μου, που είχε κολλήσει πλέον πάνω μου και έκανε κυκλικές κινήσεις πάνω στο κώλο μου. Εγώ παραδώθηκα εντελώς στη καύλα μου και δεν είχα καμμία αντίδραση. Μόλις το είδαν αυτό με τράβηξαν παραπέρα, δίπλα από ένα εγκατελειμένο οίκημα το οποίο σε συνδυασμό με τα πυκνά δέντρα τριγύρω μας προφύλασσε εντελώς από οποιοδήποτε βλέμα.

Χωρίς να χάσουν χρόνο με στριμώχνουν σε ένα σημείο και με κάνουν σάντουϊτς. Ο ένας κολλημένος πίσω μου να τρίβει το καυλωμένο του πούτσο πάνω στο κώλο μου γλύφωντας και δαγκώνοντας το σβέρκο και το λαιμό μου και ο άλλος να μου ξεκουμπώνει τη πουκαμίσα και να πέφτει με λύσσα πάνω στα βυζιά μου ρουφώντας και δαγκώνοντας τις ρώγες μου. Τα ράσα, οι γενειάδες τους που τρίβονταν πάνω μου και οι πεινασμένες τους κινήσεις με είχαν στείλει σε άλλο κόσμο. Για να μην αναφέρω τους δύο πέτρινους πούτσους που αισθανόμουν να με πιέζουν μπρος και πίσω.

Η πουκαμίσα μου βγήκε από πάνω μου και πλέον δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο του κορμού μου, μπροστά και πίσω, χωρίς να το περνούν γλώσσες, χείλια και δόντια. Ήταν πραγματικά πεινασμένοι. Εγώ αναστέναζα και τριβόμουν πάνω τους σα τη πουτάνα από τη καύλα. Μέχρι που έχασα εντελώς τον έλεγχο και άρχισα: «Άντε λοιπόν καριολόπαπες... που είναι οι πουτσάρες σας; Θέλω να μου σκίσετε τη κωλάρα! Μέχρι σήμερα δε με είχε γαμήσει παπάς... αντε ντε... γαμιόλες... φάτε με!» Μόλις με άκουσαν τρελάθηκαν ακόμα περισσότερο και κατευθείαν με σπρώχνουν κάτω και γονατίζω μπροστά τους.

«Αυτό θες γαμημένε πουσταρά;» με ρωτάει ο ένας και σηκώνει το ράσο του από πάνω μου τραβώντας με πάνω στο πούτσο του που τον καρφώνει μέσα στο στόμα μου. Ταυτόχρονα ρίχνει και από πάνω μου το ράσο του και με τραβάει από το σβέρκο βυθίζοντας το πούτσο του μέχρι το λαρύγγι μου, πνίγοντάς με... εγώ προσπαθώ απεγνωσμένα να πάρω ανάσες και τον ακούω να μου λέει: «κάτω από το ράσο πουτανάκι... έτσι.... κατάπιε το πούτσο μου τώρα!»

Ο άλλος δεν έχει χάσει χρόνο. Όπως ήμουν γονατισμένος και είχα γύρει μπροστά τσιμπουκώνοντας τον έναν, έχει γονατίσει από πίσω, μου έχει ρίξει τη παντελόνα στα γόνατα και μου γλύφει τη κωλοτρυπίδα ανοίγοντας όσο περισσότερο μπορεί τα κωλομέρια μου. Δεν έμεινα όμως για πολύ έτσι. Και οι δύο ήταν τόσο σωματώδεις και γεροδεμένοι που ήμουν έρμαιο στα χέρια τους. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα έξω από το ράσο, να με έχει σηκώσει στον αέρα ο πισινός μου, κρατώντας με από τη μέση, με τον μπροστινό να μου τραβάει και να μου βγάζει παπούτσια και παντελόνα. Κατόπιν με παίρνει στα χέρια αυτός που μου έβγαλε τη παντελόνα, ο άλλος σηκώνει το ράσο του, κάθεται κάτω με τη πλάτη του ακουμπισμένη σε ένα κορμό δέντρου και αυτός που με κρατάει μου ανοίγει τα πόδια και με καθίζει πάνω στο πούτσο του αλλουνού.

Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει μία σκυταλοδρομία πηδήματος με τους δύο παπάδες να εναλάσσονται στο κώλο και στο στόμα μου, σε πολλές και διάφορες στάσεις μέχρι που τελείωσαν και οι δύο μέσα μου. Αφού ηρεμήσαμε πήραμε το δρόμο του γυρισμού προς τα κελιά σιγά-σιγά και όλο το υπόλοιπο διάστημα της παραμονής μου εκεί δεν ξανασυναντηθήκαμε. Πάντως ήταν μία εμπειρία που θα μου μείνει αξέχαστη.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")