Ο πιο παράξενος έρωτας (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Γιάννης έχει μεγάλος πάθος για τον Νικόλα κι εκείνος φροντίζει να τον εκπαιδεύσει καλά για να γίνει το πουτανάκι του…

Η ιστορία:

Πέρασαν τρεις μέρες από τότε που ο Νικόλας έφυγε. Δεν ήξερα που να πάω να τον βρω. Τα μαθήματα στη σχολή είχαν αρχίσει. Γυρνώντας στο σπίτι κατά το μεσημέρι, βλέπω τον Νικόλα να με περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, να τον φιλήσω. Στα χέρια μου κρατούσα και το πρώτο βιβλίο από τη σχολή.

-    «Πού ήσουν μαλακισμένο;» μου λέει άγρια.

-    «Στη σχολή μου και μάλιστα πήρα και το πρώτο βιβλίο μου».

-    «Καλά, κι εμένα δεν μου πήρες βιβλίο;»

«Τι μου λέει τώρα;» αναρωτήθηκα. «Αφού δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει. Ακόμα και τηλέφωνο κινητό δεν έχει γιατί δεν ξέρει να το χρησιμοποιεί».

-    «Έλα να με βοηθήσεις να ανεβάσουμε αυτά τα κουτιά στο σπίτι. Και μην πεις τίποτα γιατί ξέρεις…» λέει και βάζει το χέρι του πάνω στην ζώνη του παντελονιού του.

Κατάλαβα τι με περίμενε. Τα ανεβάσαμε και με έκπληξη βλέπω μια τηλεόραση, ένα μικρό πλυντήριο ρούχων και διάφορα άλλα μικροπράματα για το σπίτι.

-    «Άκου να σου πω. Από σήμερα η δουλειά σου θα είναι να με υπηρετείς. Θα πας να μου πάρεις παντόφλες και ότι άλλο χρειάζεται» λέει και μου πετάει ένα σεβαστό ποσό χρημάτων στο πρόσωπο. «Θα μου αγοράσεις και βιβλία. Πρέπει να μάθω να διαβάζω και να γράφω. Ετοίμασε να φάμε και μετά τα υπόλοιπα τα γνωρίζεις».

Αφού φάγαμε, του ετοίμασα καφέ και κάθισα δίπλα του όπως πάντα.

-    «Μέχρι αύριο θα τα έχεις όλα έτοιμα».

-    «Ναι Νικόλα μου» του απάντησα. «Και θα αρχίσουμε μαθήματα».

-    «Είσαι καλό παιδί» λέει.

Με πιάνει με τις χερούκλες του και με βάζει να κάτσω στα πόδια του. Άρχισε να με φιλάει και να με γλείφει. Είχα καυλώσει. Ένιωθα το καυλί του να πιέζει το αγάμητο κωλαράκι μου. Ρουφούσε τα βυζάκια μου.

-    «Σταμάτα Νικόλα μου.. Χύνω…»

-    «Πήγαινε να πλυθείς κι εγώ φεύγω. Και θα σου πω κάτι.. Την παρθενιά θα στην πάρω όταν είσαι έτοιμος και αυτό το αποφασίζω εγώ. Αύριο βράδυ θα έρθω πάλι».

Από το απόγευμα περίμενα όταν ξαφνικά χτυπάει το θυροτηλέφωνο.

-    «Έλα κάτω τώρα μαλακισμένο! Τρέχοντας!»

Όταν κατέβηκα κάτω, βλέπω ένα ωραίο διπλό μεταλλικό κρεβάτι να με περιμένει στην είσοδο. Πού να τολμήσω να ρωτήσω; Ήξερα τι με περίμενε. Το ανεβάσαμε στο σπίτι και το τοποθετήσαμε στο σωστό μέρος. Μετά μου λέει άγρια και δυνατά:

-    «Θα κάνω μπάνιο και φέρε ότι σου ζήτησα».

Του πήγα τις παντόφλες του, πετσέτα, και εσώρουχα. Είχα φροντίσει από το πρωί για όλα.

-    «Ξέρεις από νοικοκυριό» είπε και άρχισε να γδύνεται.

Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα ολόγυμνο μετά από έναν μήνα που γνωριζόμαστε. Τι τέλειο σώμα! Τι γραμμωμένα πόδια! Ήταν σαν τους κολυμβητές του πόλο. Το καυλί του μεγάλο. Έμεινα να τον κοιτάζω. Μπήκε μέσα και κλείνει με δύναμη την πόρτα. Του ετοίμασα καφέ, έβαλα κουλουράκια σε ένα πιάτο και τα έβαλα όπως πάντα εκεί που καθόταν. Είχα καυλώσει τόσο, αλλά πού να τολμήσω να πω κάτι…; Βγαίνει από το μπάνιο και κάθεται στον καναπέ. Η πετσέτα ήταν τυλιγμένη γύρω από την μέση του. Πήγα και κάθισα δίπλα του όπως πάντα. Χωρίς να το καταλάβω με αρπάζει και μου λέει επιτακτικά:

-    «Τώρα θα γονατίσεις μπροστά μου και θα σου δώσω να γλείψεις παγωτό».

Ανοίγει την πετσέτα και μου λέει άγρια:

-    «Τώρα γλείφε το καυλί μου σαν να είναι παγωτό!»

Ξεκίνησα έτσι άπειρος που ήμουν. Προσπαθούσα να τον ευχαριστήσω όσο μπορούσα.

-    «Θα μάθεις σιγά - σιγά. Γλείφε!»

Έγλειφα όσο καλύτερα μπορούσα. Τι καυλί!

-    «Πάρε και τα αρχίδια μου τώρα στο στόμα σου!»

Όσο έγλειφα τόσο καύλωνα. Άρχισα να βογκάω από καύλα και όλο ρουφούσα…

-    «Γλείφε. Θα σε κάνω τέλειο πουτανάκι! Και τώρα ρούφα τα χύσια μου!»

Αισθάνομαι το σώμα μου να γεμίζει με το σπέρμα του. Δεν ήθελα να βγάλω το καυλί από το στόμα μου και συνέχιζα. Κρύος ιδρώτας έτρεχε από πάνω μου. Ήμουν καυλωμένος πολύ. Πρώτη φορά που με γαμούσαν από το στόμα. Με πιάνει με τις χερούκλες του και με βάζει να καθίσω στα πόδια του. Άρχισε να με φιλάει και να με γλείφει όπως πάντα και χωρίς να το καταλάβω, με σηκώνει και με πηγαίνει στο κρεβάτι. Με ακινητοποιεί, με κοιτάζει στα μάτια με άγριο ύφος και μου λέει:

-    «Αν ποτέ με πληγώσεις, σε σκότωσα! Το άκουσες αυτό; Βάλ’ το καλά στο μυαλό σου!»

Άρχισε να με γδύνει σιγά - σιγά.. σαδιστικά θα έλεγα. Αφού με έγδυσε ολόκληρο, με κοιτάζει και μου λέει:

-    «Καυλιάρικο πουτανάκι είσαι! Αλλά πρόσεξε, μην με πληγώσεις ποτέ. Ξέρεις τι σε περιμένει!» λέει και με πιάνει από το λαιμό.

-    «Ναι Νικόλα μου».

Άρχισε πάλι να με γλείφει ολόκληρο με τον δικό του τρόπο παντού. Άνοιγε τα πόδια μου και άρχισε να γλείφει την τρυπούλα.

-    «Σταμάτα Νικόλα μου.. θα λιποθυμήσω. Σταμάτα. Θα σταματήσει η καρδιά μου!»

-    «Έτσι πουτανίτσα!» φώναζε. «Δεν σταματάω».

Είχε ανοίξει η τρυπούλα μου τόσο που έχωνε την γλώσσα του μέσα. Δεν άντεχα. Έχυνα και ξανά έχυνα αλλά μου άρεσε τόσο! Αφού μου την άνοιξε, με πιάνει με τις χερούκλες του και με πετάει μπρούμυτα. Αισθάνομαι το καυλί του να χαδεύει την αναμμένη μου τρυπούλα.

-    «Και τώρα θα σου πάρω την παρθενιά!» μου λέει στο αφτί παθιάρικα. «Από σήμερα θα είσαι η πουτάνα στο κρεβάτι μου».

Άρχισε να την σπρώχνει σιγά - σιγά. Είχε μπει όλη μέσα.

-    «Σταμάτα! Με σκίζεις!»

-    «Έτσι θα σε σκίζω καριολάκι κάθε μέρα!»

Πόναγα…

-    «Σε παρακαλώ.. σταμάτα!»

-    «Έτσι.. φώναζε μαλακισμένο! Και τώρα ετοιμάσου να πάρεις το σπέρμα μου μέσα σου!»

Μέχρι να τελειώσει την κουβέντα του το κωλαράκι μου είχε γεμίσει από τα ζεστά του χύσια. Με αγκάλιασε, γείραμε στο πλάι και κοιμηθήκαμε. Όλο το βράδυ αισθανόμουν το καυλί ου μέσα μου. Το πρωί αισθάνθηκα τα χείλη του να γλείφουν το κορμί μου.

-    «Έλα, ξύπνα. Φτιάξε μου καφέ κι εσύ ετοιμάσου. Πήγαινε στην σχολή σου και τα λέμε το βράδυ. Πάρε κι αυτά τα χρήματα για να πάρεις ότι θέλεις» λέει και φεύγει.

Οι μέρες κύλαγαν.. ήξερα τι θα κάνω μαγείρεμα, σκούπισμα το πρωί και μετά σχολή. Ερχόταν το βράδυ, έτρεχα κοντά του, γονάτιζα και πάντα του έγλειφα το καυλί του όση ώρα έπινε τον καφέ του. Μετά είχαμε μάθημα, όπου άρχισε να διαβάζει και να κάνει πράξεις, πρόσθεση, διαίρεση και όλα αυτά. Τα ρούφαγε όλα σαν σφουγγάρι ότι του έλεγα. Μόλις κουραζόταν, με έπαιρνε στα χέρια του, με πήγαινε στο κρεβάτι και πάντα με γάμαγε με τον δικό του τρόπο που ήξερε.

Οι μέρες κυλούσαν και το μόνο που με ένοιαζε ήταν η σχολή και ο Νικόλας μου. Έρχονται τα Χριστούγεννα όπου έπρεπε να φύγω στους δικούς μου. Έρχεται όπως πάντοτε και μου φέρνει δυο βαλίτσες.

-    «Άκου…» μου λέει. «Στην μία θα βάλεις τα ρούχα της δουλειάς και στην άλλη τα άλλα ρούχα μου. Αύριο τις θέλω έτοιμες».

Έκανα ότι μου είπε μέχρι που ήρθε η ώρα του αποχωρισμού για τις γιορτές…

-    «Άκου καλά αυτό που θα σου πω… Εγώ φεύγω στον καταυλισμό. Τα Φώτα θα είσαι εδώ».

Παίρνει τα ρούχα της δουλειάς του και φεύγει. Τα Φώτα φρόντισα να είμαι σπίτι και με περίμενε. Έτρεξα κοντά του, γονάτισα όπως πάντα και του παίρνω μια δυνατή πίπα.

-    «Έμαθες καλά τον ρόλο σου πουτανίτσα».

Αφού τα ρούφηξα όλα, σηκώθηκε αγριεμένα και μου λέει:

-    «Φεύγω στον καταυλισμό. Θα με δεις πάλι μόλις τελειώσεις την εξεταστική. Πρόσεξε, γιατί ξέρω τι κάνεις και θα μαθαίνω. Αν κάνεις κάτι στραβό, ξέρεις τι σε περιμένει…»

Πιάνει πάλι την ζώνη του.

-    «Πες μου τι θα διαβάσω πάλι…»

Αφού έκανα ότι μου είπε, έφυγε.

(Copyright protected OW ref: 49524)