Ο γείτονας (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Τάκης θα έρθει πολύ κοντά με τον γείτονα του στο εξοχικό όταν θα βρεθούν μαζί στη θάλασσα. Εκεί θα ανακαλύψει ότι κι εκείνος έχει έναν κρυφό πόθο γι’ αυτόν.

Η ιστορία:

Αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία μου που άρχισε εδώ και ένα χρόνο με τον γείτονα στο εξοχικό μας . Με λένε Τάκη, σήμερα είμαι 20 χρονών, 1.78 και 75 κιλά, ξανθός, με γαλανά μάτια και πολύ καλοβαλμένο κορμί, σχεδόν άτριχο και καλογυμνασμένο. Εδώ και ένα χρόνο λοιπόν ο γείτονας μας στο εξοχικό μας στην Εύβοια, ο κύριος Σταύρος, 65 χρονών σήμερα, χήρος με μεγάλα παιδιά, που ζει δίπλα μας και έχει φιλικές σχέσεις με την οικογένεια μου από τότε που χτίσαμε το εξοχικό, με ξεπαρθένιασε το περσινό καλοκαίρι και μέχρι σήμερα ήμαστε μαζί.

Ας τα πάρουμε λοιπόν από την αρχή… από πολύ μικρός κατάλαβα ότι μου αρέσουν οι άντρες και ιδιαίτερα οι γκριζομάλληδες και οι μεγάλοι σε ηλικία. Από τότε λοιπόν, κάθε καλοκαίρι που περνούσαμε τις διακοπές μας στο εξοχικό και έβλεπα τον κύριο Σταύρο, φανταζόμουν ότι με γαμάει και έπαιζα με την πούτσα μου. Τον έβλεπα να κάνει δουλείες στον κήπο του φορώντας μόνο ένα σορτσάκι και γυμνός από την μέση και πάνω και τρελαινόμουν στην μαλακία. Δεν ήταν πολύ τριχωτός αλλά οι γκρίζες τρίχες στο στέρνο του και το φούσκωμα στο σορτσάκι του με έκανε να χύνω και μόνο στην ιδέα ότι με γαμάει. Δεν είναι πολύ ψηλός, περίπου 1.75, αλλά με μια σέξι κοιλίτσα αραιά γκρίζα μαλλιά και άσπρο χοντρό μουστάκι.

Πολλά βράδια ερχόταν στο σπίτι και έπαιζε τάβλι με τον πατέρα μου με τον οποίο από τότε που γίναμε γείτονες διατηρούν φιλικές σχέσεις. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι όταν βρισκόμουν τόσο κοντά του η καύλα μου έφτανε στα κόκκινα.

Τα χρόνια περνούσαν εγώ μεγάλωνα και κάθε καλοκαίρι η μαλακία πήγαινε σύννεφο βλέποντας τον Σταύρο που ακόμα και τον χειμώνα που δεν τον έβλεπα παρά σπάνιες φορές τον ονειρευόμουν. Πέρσι το καλοκαίρι είχε έρθει μαζί μας διακοπές ο παππούς μου και ένα πρωινό ο κύριος Σταύρος πηγαίνοντας για μπάνιο με το αμάξι του, μας βρήκε στο δρόμο προς την θάλασσα και προθυμοποιήθηκε να μας πάρει μαζί του αφού κι αυτός δεν είχε παρέα.

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή γιατί όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε τύχει ποτέ να τον δω με μαγιό. Πράγματι μαζί με τον παππού μου μπήκαμε στο αμάξι και ο Σταύρος μας πήγε σε μια πολύ ωραία παραλία λίγο πιο μακριά από εκεί που εμείς κάναμε μπάνιο συνήθως. Θα πρέπει να σας πω ότι συνήθως δεν πάω για μπάνιο με τους δικούς μου αλλά εκείνη την ημέρα οι φίλοι μου έλειπαν και για να κάνω το χατίρι του παππού που ήθελε παρέα πήγα μαζί και μάλλον ήταν η τυχερή μου ημέρα.

Στη διαδρομή μιλούσαν μεταξύ τους κι εγώ στο πίσω κάθισμα ένιωθα το καυλί μου έτοιμο να εκραγεί. Σκεφτόμουν ότι αν συνεχιζόταν αυτό θα γινόμουν ρεζίλι στα μάτια τους. Φτάσαμε και όντως ήταν μια ωραία παραλία χωρίς πολύ κόσμο. Πιάσαμε δυο ομπρέλες δίπλα - δίπλα είπα στον παππού μου να μου παραγγείλει καφέ και έφυγα τρέχοντας προς τη θάλασσα να σβήσω τη «φωτιά μου».

Από μακριά παρατηρούσα και περίμενα πότε θα μπουν και εκείνοι. Κάποια στιγμή τους είδα να μπαίνουν. Ο Σταύρος φορούσε ένα μαγιό κολλητό, όχι σλιπάκι αλλά μποξεράκι, ο δε παππούς μου κλασικό μαύρο φαρδύ σορτς. Όσο ερχόντουσαν προς εμένα έβλεπα πια καθαρά πως διαγραφόταν η πούτσα του Σταύρου από το μαγιό που ήδη είχε μουσκέψει. Ένιωσα να θέλω να χύσω… Απομακρύνθηκα, τον έβγαλα έξω και έχυσα μέσα στην θάλασσα. Βιαστικά βγήκα έξω και ξάπλωσα στην ξαπλώστρα μου.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο Σταύρος βγήκε αφήνοντας τον παππού μου μέσα στην θάλασσα. Μόλις ήρθε κοντά, πήρε την πετσέτα του και άρχισε να σκουπίζεται παντού. Έβλεπα μέσα από τα σκούρα γυαλιά ηλίου μου τα αρχίδια του όπως τα σκούπιζε πάνω από το μαγιό του και τρελαινόμουν. Κάθισε στην διπλανή μου ξαπλώστρα και πια τον είχα σε απόσταση αναπνοής που λένε για πρώτη φορά. Μου έπιασε κουβέντα για τις σπουδές μου και για τα χρόνια που τα παιδιά του ήταν στην ηλικία μου και τις σπουδές τους. Κάποια στιγμή μου λέει με χαμόγελο:

-    «Έχεις γίνει ολόκληρο παλικάρι. Σε θυμάμαι από μικρό και φαντάζομαι θα έχεις πολλές κατακτήσεις. Είσαι πολύ όμορφο αγόρι!»

Η κοκκινίλα στα μάγουλα μου ήταν ορατή. Το είδε και μου λέει:

-    «Μην ντρέπεσαι. Εξάλλου πιστεύω ότι δεν το ακούς για πρώτη φορά αυτό».

Η γλώσσα μου είχε δεθεί κόμπο. Πώς να του εξηγήσω πόσο χαρούμενος είμαι με αυτά που μου έλεγε; Το μόνο που κατάφερα να πω ήταν:

-    «Ευχαριστώ κύριε Σταύρο».

Το γαλάζιο σλιπ μαγιό μου άρχισε πάλι να φουσκώνει. Ντράπηκα και γύρισα μπρούμυτα δήθεν ότι κάνω ηλιοθεραπεία.

-    «Θα καείς!», μου λέει. «Δεν βάζεις κάποιο λάδι;»

Έβγαλα από την τσάντα μου ένα λάδι και προσπάθησα δήθεν να βάλω μόνος μου.

-    «Φέρε εδώ να σου βάλω εγώ», μου λέει με την βαριά φωνή του.

Και άρχισε να μου αλείφει την πλάτη. Όπως καταλαβαίνετε παραλίγο να τρυπήσω την ξαπλώστρα από την καύλα . Τον ευχαρίστησα και εκείνος κάθισε στην δική του ξαπλώστρα ανάσκελα ξαπλωμένος. Δειλά  - δειλά γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος του και είδα ότι είχε κλειστά τα μάτια αλλά κοιτώντας λίγο πιο κάτω, είδα ότι η πούτσα του πρέπει να ήταν μισοσηκωμένη και διαγραφόταν έντονα από το μαγιό. Είχα χαζέψει κοιτάζοντας τον και δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι είχε ανοίξει τα μάτια του και με έβλεπε που τον είχα καρφώσει. Με μια κίνηση κατεβάζει το χέρι του, δήθεν ότι κοιμάται, και άρχισε να τον τρίβει από έξω βέβαια από το μαγιό πούτσα και αρχίδια.

Πάνω στην ώρα ήρθε ο παππούς μου και ξενέρωσα εντελώς γιατί και ο Σταύρος γύρισε μπρούμυτα οπότε έχασα το υπέροχο θέμα που είχα μόλις λίγα εκατοστά από το πρόσωπο μου. Το μυαλό μου είχε αρχίσει να δουλεύει αν η κίνηση ήταν τυχαία ή ήταν κάποιο σημάδι για μένα… Αποφάσισα να ξαναμπώ στη θάλασσα ποντάροντας ότι μπορεί να με ακολουθήσει, πράγμα που έγινε μόλις με άκουσε να λέω στον παππού μου ότι πάω να ξαναπέσω.

-    «Περίμενε Τάκη να πάμε μαζί γιατί ψήθηκα!», μου λέει γελώντας.

Πράγματι του είχε πέσει από ότι είδα, όμως φαινόταν καθαρά το καυλί του παρότι πεσμένο. Πιο πολύ όμως με εντυπωσίαζαν τα αρχίδια του που πρέπει να ήταν τεράστια. Ο Σταύρος είδε ότι τον έβλεπα και δεν έκανε καμία κίνηση. Συνέχισε γελώντας να μου λέει πως τον έκαψε ο ήλιος. Ανοιχτήκαμε αρκετά κολυμπώντας πλάι - πλάι. Κάποια στιγμή γυρίζει ακουμπώντας μου το χέρι και μου λέει:

-    «Είσαι κούκλος, το ξέρεις; Και έχεις πολύ όμορφο κορμί! Η κοπέλα σου θα πρέπει να είναι ευτυχισμένη όταν την γαμάς».

Έμεινα κάγκελο και δεν κατάλαβα πως του είπα:

-    «Δεν υπάρχει καμιά κοπέλα κύριε Σταύρο», κατεβάζοντας το κεφάλι από ντροπή.

Η απάντηση ήρθε σαν μπουνιά μεγατόνων!

-    «Το φαντάστηκα κούκλε μου! Απλά ήθελα να το επιβεβαιώσω», μου λέει.

Με μια κίνηση μου πιάνει το χέρι κάτω από τη θάλασσα και μου το βάζει στην ήδη καυλωμένη του πούτσα που είχε μισοβγεί από το μαγιό του. Χωρίς να αντιδράσω καθόλου άρχισα να του την σφίγγω γερά μαζί με τα πραγματικά τεράστια αρχίδια του κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ενώ εκείνος με ρώταγε αν μου αρέσει. Πέρασα το χέρι μου από μέσα από το μαγιό και ένιωσα το σκληρό καυλί του και τα μεγάλα αρχίδια του.

-    Παίξε μαζί τους μωρό μου…» τον άκουγα να λέει. «Αφού τα γουστάρεις. Γουστάρεις να μου πάρεις πίπα;»

Κι εγώ, με μια ξέπνοη από καύλα φωνή, του λέω:

-    «Πολύ το θέλω αλλά δεν το έχω κάνει ποτέ ξανά αυτό».

-    «Μωράκι μου είσαι παρθένος;» μου λέει και ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφεται κάτω από παχύ του άσπρο μουστάκι.

-    «Ναι» του απάντησα. «Είναι κακό αυτό;»

-    «Όχι βέβαια!» μου απαντά. «Το αντίθετο.. θέλεις να γίνεις το γκομενάκι μου και να σε ξεπαρθενιάσω;»

-    «Το θέλω πολύ!» του λέω. «Το θέλω εδώ και τέσσερα χρόνια, από τότε που χτίσαμε δίπλα σου, αλλά νόμιζα ότι δεν θα γινόταν ποτέ αυτό».

Όση ώρα μιλούσαμε δεν σταμάτησα στιγμή να του κρατώ τα αρχίδια και την πούτσα και να τα τρίβω.

-    «Όλα θα γίνουν…» μου λέει. «Θέλω να χύσω τώρα όμως γιατί δεν μπορώ να βγω έτσι έξω στην παραλία. Παίξ’ τον μου να χύσω…»

Κι εγώ αρχίζω να τον μαλακίζω κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Δεν άργησε να χύσει κάτω από το νερό μουγκρίζοντας σχεδόν…

-    «Το βράδυ κανόνισε να έρθεις σπίτι μου και να έχεις πολύ χρόνο μωρό μου, να σου πάρω την παρθενιά…» μου λέει πριν βγούμε. «Απόψε θα ενωθούμε και θα γίνεις ο κρυφός μου δεσμός, το πουστράκι μου».

Η πούτσα μου είχε γίνει σκληρή σαν πέτρα όσο τον άκουγα να λέει αυτά τα λόγια και έμεινα λίγο παραπάνω μέσα στο νερό μπας και μου πέσει γιατί αν έβγαινα έτσι έξω σίγουρα θα γινόμουν θέαμα. Ο Σταύρος ψύχραιμος κάθισε μαζί με τον παππού μου και συνέχιζαν να μιλούν για διάφορα θέματα. Με τα πολλά κατάφερα να βγω κι εγώ και να καθίσω κοντά τους. Όσο περνούσε η ώρα η αγωνία μου είχε φτάσει στο κατακόρυφο και τους ζήτησα να φύγουμε.

Ο Σταύρος σηκώθηκε, πήρε την πετσέτα του και την τύλιξε γύρω από την μέση του για να βγάλει το βρεγμένο του μαγιό. Είχε γυρίσει προς το μέρος μου και άφησε με τρόπο να φανεί η πούτσα και τα αρχίδια του καθώς έβαζε το σορτσάκι του ένα μόλις μέτρο από το πρόσωπο μου. Όταν τον μαλάκισα μέσα στην θάλασσα δεν είχα δει πόσο μεγάλο ήταν.. τώρα που τον έβλεπα πεσμένο και από κοντά, έπαθα πλάκα από το μέγεθος και το πάχος. Κατέληγε δε σε δυο τεράστια τριχωτά αρχίδια. Με είδε που κοιτούσα και χαμογελώντας μου έκλεισε το μάτι. Ντράπηκα και βιαστικά πήρα το βλέμμα μου αλλού…

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 45051)