Ο πουτσαράς γαμιάς (7ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Σε διακοπές στην Κρήτη βρίσκεται ο φίλος μας και συνεχίζεται το γαμήσι με τον Αφέντη του. Σήμερα, σε μια παρτούζα, θα προστεθεί κι ο Μανούσος με έναν φίλο του…

Η ιστορία:

-    «Πάρ’ τα μωρή πουστάρα ξεσκισμένη! Σου γαμάω ότι έχεις και δεν έχεις αδελφάρα. Σου ξεσκίζω τον κώλο σκατόπουστα!»

Ο Τάκης με γαμούσε με λύσσα καρφώνοντας το κοντάρι του μέσα μου. Μου έριξε μια δυνατή ψωλιά και βγήκε. Τάπωσε την τρύπα μου μ’ ένα δονητή και μ’ άφησε εκεί στα τέσσερα.

-    «Εκεί γαμιόλη, με την κωλάρα σου να πηδιέται όλη την ώρα γαμημένε!»

Πήγε κι έφερε ένα μπουκάλι νερό απ’ το αμάξι κι έπινε λαίμαργα αφήνοντάς το να κυλάει πάνω στο ιδρωμένο του στήθος.

-    «Διψάς μωρή πούστρα;»

-    «Ναι γαμιά Αφέντη…», απάντησα σηκώνοντας το πρόσωπό μου.

Ο Τάκης άρχισε να μου ρίχνει νερό στο στόμα. Πέταξε το μπουκάλι πιο πέρα και με καβάλησε στην πλάτη. Τα κωλοσκάμπιλα πέφτανε βροχή ενώ μπαινόβγαζε με ορμή το δονητή απ’ την τρύπα μου.

-    «Ξεφτιλισμένη πούστρα. Ότι θέλω σε κάνω. Προχώρα μωρή! Θέλω να βολτάρω!»

Άρχισα να προσπαθώ να προχωρήσω στα τέσσερα με τον Αφέντη από πάνω μου να με ξεφτιλίζει. Τα γόνατά μου βυθίζονταν στην άμμο στην παραλία και τρέκλιζα προκαλώντας γέλιο στον Αφέντη που κάθε τόσο άφηνε το κορμί του χαλαρό κάνοντάς με να νιώθω όλο του το βάρος επάνω μου.

-    «Προχώρα μωρή σκύλα! Προχώρα να σε δω τι ξεφτιλισμένη γαμιόλα είσαι!»

Ένα - δυο μέτρα μόνο μπόρεσα να κάνω με τον γαμιά μου να με καβαλάει κι εξαντλημένος χύθηκα στην άμμο. Ο Τάκης σηκώθηκε και με κατούρησε βάζοντάς με να τα πιω και να τα απλώνω παντού στο σώμα μου.

-    «Έτσι πουστράκι, πιες το ποτό σου. Για να σου κατουράω το στόμα είσαι! Πιες τα όλα!»

Άναψε τσιγάρο και μου πάτησε τη μούρη με το πόδι του. Μου είπε να βγάλω το δονητή και να βουτήξω στη θάλασσα να πλυθώ. Γύρισα γύρω μου και κοίταξα. Ήμουν εξουθενωμένος από το αλύπητο γαμήσι που ακόμα δεν είχε τελειώσει και δεν είχα τόση ώρα δώσει σημασία στο αν μας βλέπει κανείς. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς στην παραλία, ούτε φαινόταν κανείς πουθενά. Ήμασταν στην Κρήτη για διακοπές και μέναμε στο εξοχικό του Μανούσου, ο οποίος σε κάθε ευκαιρία ερχόταν και με ξεκώλιαζε. Έκανα τη βουτιά μου και βγαίνοντας είδα τον Τάκη να με περιμένει αραχτός με το κοντάρι του τέντα.

-    «Έλα πουτανίτσα, έλα στο κοντάρι μου…», μου είπε.

Τούρλωσα το κωλαράκι μου μπροστά του και κάθισα πάνω στην πούτσα του κοιτάζοντας τη θάλασσα και τον ήλιο που έπεφτε.

-    «Είδες πουστράκο που σ’ έχω; Πούτσα με θέα τρως!», μου είπε ο Τάκης σφηνώνοντας πιο πολύ τον πούτσο του στον ανοιγμένο κώλο μου.

Το γαμήσι που μου έκανε ήταν υπέροχο. Όργωνε το κωλαράκι μου με την πούτσα του κάνοντας με να χύνω σαν τρελός μέχρι που σηκώθηκε όρθιος και βαρώντας την ψωλάρα του μπροστά μου με γέμισε παντού με χύσια. Τα κατάπινα λαίμαργα.

-    «Πάρ’ τα ποστρόσκυλο! Πιες τα όλα!»

Σηκώθηκα κι εγώ και βουτήξαμε στη θάλασσα. Κάναμε μπανάκι μαζί για ώρα. Είχε πια τελείως νυχτώσει. Βγήκαμε και φάγαμε κάτι σάντουιτς που είχα φέρει μαζί και κάναμε τσιγάρο. Ξαφνικά, είδα ένα αμάξι να πλησιάζει. Αναβόσβησε τα φώτα του δυο - τρεις φορές. Πανικοβλήθηκα κι έκανα να ντυθώ.

-    «Χαλάρωσε ρε! Ο Μανούσος είναι!»

Πράγματι το αμάξι σταμάτησε και κατέβηκε ο Μανούσος κρατώντας μια πετσέτα και φορώντας μόνο το μαγιό του. Άνοιξε όμως κι η πόρτα του συνοδηγού και κατέβηκε άλλος ένας και μετά άλλοι δυο από πίσω. Κοίταξα τον Τάκη με περιέργεια και αμηχανία.

-    «Τι σε νοιάζει;» μου λέει. «Αφού σ’ έχω ανοίξει καλά!»

Γούρλωσα τα μάτια μου με έκπληξη. Οι άντρες μας πλησίασαν. Ο ένας κράταγε μια τσάντα μπίρες. Όλοι φόραγαν μόνο μαγιό. Ο Μανούσος με κοίταξε που είχα μείνει κάγκελο.

-    «Τι έγινε ρε Γιάννη ; Τι μια πούτσα, τι πέντε;» μου είπε γελώντας και γέλασαν κι άλλοι. «Για φτιάξε μας τώρα, κάνε τα δικά σου…», μου είπε.

Σηκώθηκα, πήρα την τσάντα με τις μπίρες, τις άνοιγα κι έδωσα μια στον καθένα. Συστηθήκαμε με τα παιδιά και κουβεντιάζαμε για διάφορα. Τα παλικάρια κατέβασαν τα μαγιό τους κι έμειναν όλοι ολόγυμνοι. Βουτήξαμε όλοι στην θάλασσα. Βγήκαμε μετά από λίγο κι άραξαν όλοι στις πετσέτες τους.

-    «Παιδιά, να ξεκινήσω πρώτος; Έχω δυο βδομάδες να γαμήσω…», είπε ένας, ο Μηνάς.

Ήταν γύρω στα τριάντα, με κοιλίτσα καυλιάρικη και χοντρό εργαλείο, τριχωτός. Οι άλλοι του είπανε ναι γελώντας κι αυτός μου έκανε νόημα να πάω κοντά του.

-    «Σε θέλω σκυλίτσα μου», μου είπε. «Πέσε στα τέσσερα και ρούφα ν’ αδειάσω».

Έκανα όπως μου είπε και μπούκωσα αμέσως τον κοντόχοντρο πούτσο του μέχρι τ’ αρχίδια.

-    «Έτσι, έτσι… κλαρίνο πουστάρα!» έλεγαν οι άλλοι ενώ εγώ ρούφαγα το εργαλείο του Μηνά που απολάμβανε αραχτός.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα βραδιά ξεκίναγε...

(Copyright protected OW ref: 45007)