Ο πουτσαράς γαμιάς (6ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ένα ξέσκισμα σε παρτούζα με εκπλήξεις ετοιμάζει ο Τάκης στον Γιάννη με δυο μπρατσωμένος Αλβανούς.

Η ιστορία:

Ο Τάκης μας βρήκε το απόγευμα ξαπλωμένους με το Μανούσο, ολόγυμνους στο κρεβάτι να κοιμόμαστε. Με ξύπνησε μ’ ένα φιλί, πέταξε τα ρούχα του και ξάπλωσε πλάι μου. Με γλυκογάμησε και απόλαυσε την ανοιγμένη μου τρύπα από τον πούτσο του Μανούσου, που κοιμόταν δίπλα μας. Ο Μανούσος ξύπνησε πιο μετά και πήρε σειρά κι εκείνος στο κωλαράκι μου για ένα δεύτερο γύρο μ’ ένα καλό πισωκολλητό που μ’ έκανε να χύσω σαν κοριτσάκι. Τα επαναλαμβανόμενα γαμήσια των ψωλαράδων συνεχίστηκαν μέχρι την επομένη το μεσημέρι που ο Μανούσος έφυγε για το αεροδρόμιο.

Το επόμενο διάστημα συνεχίσαμε κανονικά τη σχέση μας με τον Τάκη και τα ατελείωτα γαμήσια μας στο διαμερισματάκι μέχρι που μετά από καιρό μου είπε να ετοιμαστώ για ταξίδι. Θα πηγαίναμε Θεσσαλονίκη για καμιά εβδομάδα για μια δουλειά που είχε αναλάβει εκεί. Εγώ θα πήγαινα και καλά σαν υπάλληλός του. Με ενθουσίαζε φυσικά η ιδέα γιατί δεν είχαμε κάνει ποτέ κάτι ιδιαίτερο μαζί με τον Τάκη, πέρα από καμιά βόλτα σε ταβέρνες ή για καφέ.

Στη Θεσσαλονίκη μείναμε κάπου έξω από την πόλη, σε σπίτι που του είχε δώσει κάποιος γνωστός του, εξοχικό μάλλον. Ήταν σχετικά αφρόντιστο, αλλά βολικό για να μείνουμε. Ο καιρός είχε ανοίξει για τα καλά κι είχε ζέστη, αλλά ευτυχώς τα κλιματιστικά δούλευαν μια χαρά. Με το που φτάσαμε μου τράβηξε ένα γερό γαμήσι στον κώλο. Μ’ έσκισε στα τέσσερα κι ύστερα μ’ έχυσε και με κατούρησε παντού. Την επόμενη μέρα ο Τάκης έφυγε από νωρίς για να πάει στις δουλειές του, με κατέβασε στην πόλη, έκανα τη βόλτα μου, αλλά βαρέθηκα να τον περιμένω να τελειώσει και πήρα ταξί και γύρισα πίσω. Το μεσημεράκι χτύπησε τηλέφωνο ο Τάκης.

-    «Έλα. Θα έρθουν σε καμιά ώρα κάτι εργάτες να καθαρίσουν την πίσω αυλή. Να τους ανοίξεις κι άμα θέλουν φτιάξε τους καφέ κι ότι θέλουν. Εγώ θα αργήσω ακόμα».

Σπάστηκα που θα μου χαλάγανε την ησυχία μου, αλλά είχα και περιέργεια να δω τους εργάτες. Πράγματι μετά από καμιά ώρα ήρθαν, τους άνοιξα και τους οδήγησα πίσω, όπου γινόταν χαμός. Τα ξερόχορτα έφταναν ένα μέτρο ύψος και παντού ήταν πεταμένα κάθε λογής πράγματα, χρήσιμα κι άχρηστα. Τους έκοψα απ’ το βλέμμα ότι φρίκαραν μόλις είδαν τη δουλειά που είχαν. Μου ζήτησαν να πάνε κάπου να αλλάξουν και γύρισαν με σορτσάκια και φανελάκια. Τους έφτιαξα καφέδες, τους πήγα νερά και τους άφησα πίσω να δουλεύουν και πήγα μέσα. Δε φαίνονταν για Έλληνες, αλλά τα μιλούσαν καλά τα ελληνικά. Γύρω στα 25 πρέπει να ήταν, γεροδεμένα παιδιά, ο ένας ειδικά πολύ. Ήταν και κάπως αστείοι γιατί ο ένας ήταν σχετικά ψηλός κι ο άλλος αρκετά πιο κοντός. Κάνα δίωρο μετά γύρισε κι ο Τάκης. Βγήκε έξω, έριξε μια ματιά, μίλησε λίγο μαζί τους κι αράξαμε μέσα. Κάποια στιγμή ήρθε ο ένας στο παράθυρο.

-    «Αφεντικό, τελειώσαμε».

-    «Έρχομαι να δω», είπε ο Τάκης και πήγε έξω.

Έριξε μια ματιά στο χώρο που πραγματικά έλαμπε. Κι εγώ εντυπωσιάστηκα με τη δουλειά τους.

-    «Μπράβο, καλή δουλειά!» είπε ο Τάκης.

-    «Αφεντικό...», είπε ο κοντός. «Να κάνουμε ένα μπάνιο πριν φύγουμε; Εδώ στην αυλή... άμα δεν πειράζει...» είπε κάπως κομπιασμένα.

Ο Τάκης χαμογέλασε.

-    «Ναι ρε, να κάνετε».

Μου είπε και τους έφερα δυο πετσέτες και σαμπουάν. Ο πιο κοντός τράβηξε το λάστιχο και το πήγε στη γωνία κοντά τους και το πέρασε πάνω από ένα κλαδί της ελιάς που είχε εκεί, κάπως σαν αυτοσχέδια ντουζιέρα. Έβγαλαν τα φανελάκια τους. Ο ένας ήταν σχετικά λεπτός και γραμμωμένος απ’ τη δουλειά, γαλανομάτης, ανοιχτόχρωμος. Ο άλλος ήταν κι αυτός στο ίδιο στιλ αλλά αρκετά πιο κοντός, πιο τριχωτός και τούμπανο. Σαν ντουλαπάκι ήταν. Έβγαλαν τα φανελάκια τους. Κορμάρες κι οι δυο. Ψάρωσα λίγο και γύρισα αλλού μη με καταλάβουν. Ο Τάκης φυσικά με κατάλαβε και γέλασε. Άναψε τσιγάρο και μου έδωσε κι εμένα. Ο κοντός με μια κίνηση έβγαλε και το σορτσάκι του κι έμεινε με το σλιπάκι. Τον ακολούθησε κι ο άλλος πιο διστακτικά. Φαινόταν να έχουν μάλλον μια ιεραρχία μεταξύ τους κι ο κοντός ήταν που έκανε κουμάντο στους δυο τους. Μείνανε κι οι δυο με τα σλιπάκια. Εγώ είχα ψαρώσει τελείως με το σκηνικό κι ο Τάκης που με καταλάβαινε κρατιόταν με το ζόρι να μην ξεσπάσει στα γέλια.

-    «Αφεντικό, τσιγάρο εμείς έχει;» ρώτησε ο κοντός.

-    «Πήγαινέ τους ρε Γιάννη τα τσιγάρα», μου είπε ο Τάκης, που γελάγανε και τα μουστάκια του με την αμηχανία μου.

Εγώ τα πήρα και τα πήγα μαζεύοντας τόνους δύναμης για να φαίνομαι άνετος μπροστά στους δυο εργάτες που κάθονταν εκεί φορώντας μόνο τα σλιπάκια τους, ιδρωμένοι και με κορμιά ένα κι ένα για γλείψιμο. Γύρισα πίσω στον Τάκη και του είπα να πάμε μέσα.

-    «Όχι ρε, μην καρφώνεσαι μόνος σου», μου ψιθύρισε. «Άνετα... άμα θες πήγαινε μέσα, αλλά μην καρφώνεσαι!»

Πείσμωσα κι εγώ κι είπα θα κάτσω. Άναψα τσιγάρο και κάναμε χαζοκουβέντα επαινώντας την καλή δουλειά που έκαναν στην αυλή. Τα παιδιά ήταν από Αλβανία και δούλευαν οικοδομή. Έσβησαν το τσιγάρο και σηκώθηκαν για να πλυθούν. Ο ήλιος ήταν επάνω κι η ζέστη ήταν αλλόκοτη. Άνοιξαν τη βρύση και μια κίνηση έβγαλαν τα σλιπάκια τους κι έμειναν ολόγυμνοι όρθιοι με τις ψωλάρες τους χύμα. Ειδικά ο κοντούλης είχε γερό εργαλείο, πνιγμένο στις τρίχες και πολύ χοντρό. Άρχισαν να πλένονται ενώ εγώ δεν ήξερα σε ποια τρύπα να κρυφτώ κι ο Τάκης δεν έχανε ευκαιρία να με δουλεύει και να γελάει με το όλο σκηνικό και την αντίδρασή μου. Οι εργάτες στέκονταν ο ένας πλάι στον άλλο ολόγυμνοι και πλένονταν σαν να μην τρέχει τίποτα κι εγώ έβλεπα τα κορμιά και τους πούτσους τους και μου έτρεχαν τα σάλια.

-    «Σαμπουάν έχετε ρε;» τους φώναξε ο Τάκης.

-    «Όχι αφεντικό, τέλειωσε. Άμα έχει...», είπε ο κοντός.

Εγώ απόρησα.

-    «Τι τέλειωσε;», λέω του Τάκη. «Γεμάτο ήταν αυτό που τους πήγα. Τι το έκαναν; Το ήπιαν;»

Γέλασε ο Τάκης.

-    «Πήγαινε στα παιδιά λίγο σαμπουάν ρε τσιγκούνη!» μου είπε κοροϊδευτικά.

Πήγα μέσα κι έφερα κι άλλο σαμπουάν.

-    «Τι μου το δείχνεις; Πήγαινέ τους το!» μου είπε ο Τάκης προσπαθώντας να κρατήσει τα γέλια του. «Έλα ντε, πήγαινέ τους το να σε δω!», μου είπε πάλι.

Εγώ είχα κοκκινίσει ολόκληρος. Και ντροπή ένιωθα, και αμηχανία, και ο Τάκης μου την έδινε στα νεύρα που με δούλευε ψιλό γαζί.. όλα μαζί. Πήρα το σαμπουάν και πλησίασα κι άπλωσα το χέρι να τους το δώσω.

-    «Γιάννη    !», μου φώναξε ο Τάκης. «Βοήθησε τα παιδιά να πλυθούν».

Κόκαλο έμεινα. Γύρισα και τον κοίταξα.

-    «Βόηθα τα παιδιά ρε συ!» μου είπε πάλι άνετα, σαν να μην τρέχει τίποτα.

Δεν ήξερα τι μου γινόταν. Έκανα να δώσω το σαμπουάν στον κοντό και μόλις γύρισα και τον κοίταξα, στεκόταν όρθιος ολόγυμνος με τα χέρια στη μέση και με κοίταζε μ’ ένα βλέμμα έτοιμος να με φάει.

-    «Δεν θα μας βοηθήσεις που είμαστε κουρασμένοι απ’ τη δουλειά;», με ρώτησε κι έκανε νόημα στο φίλο του ο οποίος ήρθε και στάθηκε πίσω μου.

Βρέθηκα ανάμεσά τους προσπαθώντας να γυρίσω να κοιτάξω προς τον Τάκη που μου τον έκρυβε ο ψηλός. Ο κοντός με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε κάτω απ’ τη βρύση, όπως ήμουν με τα ρούχα κι έγινα σε δυο λεπτά μούσκεμα. Μου έβαλε στο χέρι σαμπουάν και άρχισα να τον πλένω με τα χέρια μου. Ήμουν απίστευτα ερεθισμένος. Όσο έπλενα τους δυο άντρες μου έβγαζαν τα ρούχα κι έμεινα ολόγυμνος ανάμεσά τους. Έτριβα τις πλάτες τους, τα πόδια, τους μηρούς τους. Ήταν κι οι δυο πολύ δυνατοί. Τα παλούκια τους είχαν γίνει τέντα από την καύλα. Στάθηκαν κι οι δυο ο ένας πλάι στον άλλο και με το νόημά τους πέρασα τα χέρια μου ανάμεσα στα πόδια τους τρίβοντας τ’ αρχίδια τους.

-    «Μπράβο Γιαννάκη!» μου είπε ο κοντός ενώ εγώ άρχισα να παίζω με τα χέρια μου τα κοντάρια τους.

Γύρισα και κοίταξα τον Τάκη που είχε γδυθεί εντελώς, έπινε τον καφέ του και απολάμβανε το θέαμα καπνίζοντας και χαϊδεύοντας την ψωλάρα και τ’ αρχίδια του. Οι εργάτες ξεπλύθηκαν εντελώς και ο ψηλός με μπούκωσε με τον πούτσο του και με κράτησε εκεί με το εργαλείο του όλο μέσα στο στόμα μου. Γονατιστός και μπουκωμένος με το παλούκι του Αλβανού, ένιωσα τη βρύση στην τρυπούλα μου. Ο κοντός την άνοιξε και το νερό άρχισε να προετοιμάζει την τρύπα μου για το γαμήσι που θα ακολουθούσε.

-    «Αφεντικό, τι κάνουμε;» άκουσα τον κοντό να λέει.

-    «Κάνατε περίφημη δουλειά μάγκες. Χαλαρώστε τώρα, καλοπεράστε...», απάντησε ο Τάκης.

Ο μπρατσωμένος με άρπαξε απ’ το μαλλί και με τράβηξε από το παλούκι του φίλου του που μπούκωνα τόση ώρα. Με κράταγε απ’ το μαλλί, μ’ έφτυσε στο πρόσωπο και μου έριξε δυο γερά σκαμπίλια που με ξάπλωσαν κάτω.

-    «Ετοιμάσου να φας αλβανικό γαμήσι Γιαννάκη!» μου είπε. «Στήσου μωρή καριόλα στα τέσσερα να δούμε τι κώλο θα γαμήσουμε».

Στήθηκα όπως μου είπαν μπροστά τους και ο μπρατσωμένος έβαλε το πόδι του στην πλάτη μου κι άναψε τσιγάρο.

-    «Ξεκίνα τον!» έκανε νόημα στον μικρό.

Κι αυτός, μ’ ένα άτσαλο κάρφωμα, χώθηκε μέσα μου με τη μια μέχρι τ’ αρχίδια και μ’ έκανε να βογκήξω απ’ τον πόνο.

-    «Όσο και να βογκάς πουστράκο, το ξέσκισμα δεν το γλιτώνεις. Αφεντικό, γιατί βογκάει αυτό; Τι έχει;» ρώτησε κοροϊδευτικά τον Τάκη και με πάτησε με δύναμη στην πλάτη.

-    « Απ’ τη ζέστη θα ‘ναι» απάντησε γελώντας ο Τάκης κοιτάζοντας με στα τέσσερα να γαμιέμαι απ’ τον Αλβανό εργάτη.

-    «Ε, τότε να τον δροσίσουμε τον πούστη!», είπε ο άλλος.

Άνοιξε τη βρύση, έφερε το λάστιχο κι άρχισε να με καταβρέχει και να γελάει με τον Τάκη ενώ ο άλλος με γαμούσε αδιάκοπα αγκομαχώντας από καύλα πίσω μου μέχρι που μ’ ένα γερό σπρώξιμο μου τα πέταξε όλα μέσα.

-    «Ευχαριστήθηκες μικρέ;» ρώτησε τον φίλο του ο Αλβανός.

Εκείνος έγνεψε «ναι» κι άναψε τσιγάρο αραχτός κάτω απ’ την ελιά.

-    «Ωραία!», είπε ο μπρατσωμένος. «Είσαι δικός μου τώρα πουστράκο».

Πήγε σε κάτι πράματα που ήταν μαζεμένα στην άκρη κι έφερε ένα σκοινί. Μου έδεσε τα χέρια μ’ αυτό σχετικά χαλαρά και το έδεσε μετά σ’ ένα κλαδί της ελιάς κι έμεινα να στέκομαι εκεί δεμένος απ’ το κλαδί. Δεν πονούσα γιατί δεν είχε σφίξει τους κόμπους και το σκοινί δεν ήταν πολύ τεντωμένο, απλά δεν μπορούσα να μετακινηθώ.

-    «Καλά τον έχω αφεντικό;» ρώτησε τον Τάκη.

-    «Μια χαρά όλα!», είπε ο Τάκης που καθόταν αραχτός τρίβοντας τις αρχιδάρες του.

Ο μπρατσωμένος πήγε μέσα κι έφερε τη ζώνη του και άρχισε να την προσγειώνει με δύναμη στα καπούλια μου που κοκκίνιζαν απ’ τα χτυπήματα. Μου τις έριχνε με ένταση και ρυθμό απολαμβάνοντας το θέαμα του κώλου μου που λικνιζόταν έτσι όπως στεκόμουν δεμένος στο κλαδί. Χτυπούσε συνεχόμενα και μεθοδικά δαμάζοντας με εμπειρία τα καπούλια μου που σε λίγο άρχισα μόνος μου να του τα τουρλώνω περιμένοντας το επόμενο χτύπημα του Αλβανού γαμιά μου. Χωρίς να μου μιλάει ή να τον βλέπω συνέχιζε να εφαρμόζει τη ζώνη του στο κωλαράκι μου με ορμή κάνοντάς με να νιώθω απόλυτα σκλάβος της δύναμής τους. Όταν γύρισα και τον κοίταξα είχε ιδρώσει και ήταν εντελώς ξαναμμένος από την καύλα. Μετά από μερικά ακόμα χτυπήματα ήρθε από πίσω μου και χωρίς καμιά προειδοποίηση με κάρφωσε αλύπητα.

-    «Πάρ’ τα πουστάρα ξεσκισμένη! Πάρ’ τα αδελφάρα. Φάε αλβανική πούτσα να στρώσεις!»

Ήταν πολύ έμπειρος γαμιάς και ήξερε να κάνει την τρύπα μου να παραλύει από την καύλα. Σφήνωνε το κοντάρι του μέσα μου, το έβγαζε τελείως και μου το ξαναπέταγε στον κώλο κάνοντας την τρύπα μου να ανοίγει και να τον ζητάει συνέχεια. Μ’ αγκάλιασε με τις μπρατσάρες του και συνέχισε να με γαμάει κολλημένος επάνω μου.

-    «Σου ξεσκίζω τον κώλο παλιόπουστα! Θα σε σκίσω να μην μπορείς να κάτσεις γαμημένε!»

Πήρε ένα κοφτήρι κι έκοψε το σκοινί απ’ το δέντρο και μου έλυσε τα χέρια. Μ’ άρπαξε απ’ τα πόδια και με κάρφωσε πάνω στον ψώλαρο του. Με χόρευε πάνω στην πούτσα του σαν να ‘μαι παιχνιδάκι και με πήγαινε γαμιώντας κυριολεκτικά στην αυλή φιλώντας και φτύνοντάς με, με τον πούτσο του μόνιμα καρφωμένο μέσα μου.

-    «Γαμιώντας σε πάω, καριόλη πούστη!», μου είπε.

Μ’ έφερε μπροστά στον Τάκη και με γαμούσε όρθιος μπροστά του, μέχρι που με μια κίνηση μ’ έριξε στα τέσσερα μπροστά στον πουτσαρά γαμιά Τάκη. Κοίταζα τον άντρα μου ιδρωμένος κι εξουθενωμένος από την πούτσα του μπρατσωμένου. Ο Τάκης έκανε νόημα στον Αλβανό μπρατσαρά που μπήκε με φόρα μέσα μου και μ’ έσκισε στα δυο. Αυτή τη φορά το γαμήσι του ήταν αλύπητο, κτηνώδες. Απανωτές δυνατές ψωλιές όργωναν το κωλαράκι μου κάνοντας με να βογκάω από την καύλα και τον πόνο και να μορφάζω μπροστά στον Τάκη που με κοίταγε καυλωμένος.

-    «Βόγκα παλιόπουστα! Γαμιέσαι από την πούτσα μου τώρα!», μου είπε ο Αλβανός συνεχίζοντας να με σκίζει με λύσσα και να χύνει ποτάμια ιδρώτα πάνω μου, ενώ εγώ είχα εξαντληθεί από το ανελέητο γαμήσι.

Ο μικρός ο Αλβανός ήρθε στο πλάι μου με την πούτσα του τέντα έτοιμη για δεύτερο γύρο και πράγματι σε λίγο πήρε θέση γαμώντας τον ανοιγμένο κώλο μου ενώ ο μπρατσαράς με είχε καβαλήσει στην πλάτη κρατώντας με απ’ το μαλλί με το πρόσωπό μου μπροστά στον πούτσο του Τάκη.

-    «Για πούτσα όλη την ώρα είσαι πούστη!», μου είπε.

Ο μικρός με γαμούσε προσφέροντας μου κύματα ηδονής στο κωλαράκι μου που πια τον δεχόταν άνετα ενώ ο μπρατσαράς, μου έδειχνε τη δύναμη του με τα κιλά του πάνω στην πλάτη μου. Ο μικρός ξανάχυσε μέσα μου κι ο μπρατσαράς μ’ έβαλε με τη μία να κάτσω πάνω στον πούτσο του μπροστά στον Τάκη που με κοίταγε να ξεκωλιάζομαι απ’ τους Αλβανούς γαμιάδες. Ένιωθα τ’ αρχίδια του μπρατσωμένου στην τρύπα μου ενώ με κράταγε απ’ τα κωλομάγουλα και με κουμάνταρε. Με σήκωσε πάλι στον αέρα και με γάμησε στα όρθια για λίγο μέχρι που με ξάπλωσε μ’ ανοιχτά τα πόδια σαν πουτάνα μπροστά στα πόδια του Τάκη κι άρχισε να με γαμάει πολύ βαριά κρατώντας τον πούτσο του καρφωμένο μέσα μου. Μου γέμιζε ροχάλες τη μούρη και τα μπινελίκια έπεφταν βροχή. Τραβήχτηκε έξω και μ’ έβαλε στα τέσσερα με το πρόσωπο μου στα πόδια του Τάκη που κάπνιζε αραχτός το τσιγάρο του. Ο μπρατσωμένος Αλβανός ήρθε πλάι μου και άρχισε να τον παίζει μέχρι που έχυσε πάνω στη μούρη μου και στα πόδια του Τάκη. Τα χύσια του τινάζονταν καυτά επάνω μου.

-    «Πάρ’ τα στη μάπα γαμιόλα. Αλβανικά χύσια στη μούρη σου πουστάρα!», μου είπε και μου τα πέταξε όλα αδειάζοντας τόνους χύσι.

Χύθηκε ξαπλωτός κάτω λαχανιασμένος από την ένταση.

-    «Καθάρισε τα πόδια του Αφέντη σου!», μου είπε κι εγώ βάλθηκα να καθαρίζω τα πόδια του Τάκη απ’ τα χύσια που είχαν πεταχτεί.

Έμεινα ξαπλωμένος κάτω, εξαντλημένος απ’ την τρελή πούτσα που έφαγα κι έκανα τσιγάρο. Ο Τάκης ήρθε και έπαιξε τον πούτσο του πασαλίδικα όρθιος από πάνω μου αδειάζοντας κι αυτός τα χύσια του πάνω μου. Κάναμε όλοι μαζί μπάνιο στην αυλή κι ο Τάκης παράγγειλε φαγητό. Αράξαμε παρέα ως το απόγευμα. Γελάσαμε πολύ στην κουβέντα με την αμηχανία που ένιωθα εγώ στην αρχή, με το κόλπο του Τάκη με το σαμπουάν που δήθεν τελείωσε και έπρεπε να τους πάω πάλι, που δεν ήξερα ότι όλα τα είχε κανονισμένα ο Τάκης και μου τους είχε φέρει σκόπιμα για να με ξεκωλιάσουν. Εκείνη την εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη έφαγα ατέλειωτη πούτσα από τον Τάκη και τους Αλβανούς γαμιάδες που έρχονταν κάθε μέρα για να καθαρίσουν την πεντακάθαρη πια αυλή.

(Copyright protected OW ref: 44853)