Ο πουτσαράς γαμιάς

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ραντεβού μ’ έναν άγνωστο κλείνει ο φίλος μας και θα διαπιστώσει ότι βρήκε έναν πολύ δυνατό γαμιά!

Η ιστορία:

Είχαμε γνωριστεί μέσω του site κι είχαμε ανταλλάξει φωτογραφίες, αλλά όχι πρόσωπα. Του είχα πει ότι δεν έχω και πολλές εμπειρίες, αλλά δεν έδειξε να τον ενοχλεί. Δώσαμε ραντεβού στο Μετρό και πέρασε και με πήρε με τ’ αμάξι του. Είχαμε κανονίσει να πάμε για μπάνιο οπότε φόραγε βερμούδα και μπλουζάκι κι εγώ τα ίδια. Με κατάλαβε ότι ένιωθα κάπως αμήχανα.

-    «Χαλάρωσε…», μου είπε. «Μια χαρά όλα».

Φαινόταν εντάξει άτομο και γρήγορα μ’ έκανε να νιώσω άνετα. Όταν βγήκαμε έξω απ’ την Αθήνα πέρασε το χέρι του και μου χάιδεψε το σβέρκο έντονα αλλά τρυφερά.

-    «Καλά είσαι;» με ρώτησε χαμογελώντας.

-    «Άνετα, όλα καλά» του λέω.

Μετά από λίγη ώρα φτάσαμε σε παραλία που φαινόταν ερημική, αλλά και λόγω εποχής (αρχές Ιούνη) δεν ήταν κανένας εκεί. Μόνοι μας ήμασταν. Κατεβήκαμε κάτω στη θάλασσα κι απλώσαμε πετσέτες. Ο Τάκης (έτσι τον λέγανε) πέταξε αμέσως τα ρούχα του κι έμεινε με το μαγιό. Έπαθα την πλάκα μου. Ήταν καλύτερος κι απ’ τις φωτογραφίες που είχα δει. Ψηλός, γύρω στο 1.87, τεράστια μπούτια και κωλάρα και τριχωτός από πάνω μέχρι κάτω. Φόραγε λευκό μαγιό σλιπάκι που μπροστά ήτανε τέντα και με κοίταξε με σιγουριά καταλαβαίνοντας ότι είχα ψαρώσει.

-    «Πέτα τα μικρέ!», μου είπε.

Γδύθηκα κι εγώ μένοντας μόνο με το μαγιό μου (ένα κοντό σορτσάκι).

-    «Πέτα το κι αυτό. Μόνοι μας είμαστε» μου είπε κατεβάζοντας απ’ το πλάι λίγο το μαγιό μου.

Δίστασα λίγο αλλά το κατέβασα φανερώνοντας μπροστά του το πεταχτό άτριχο κωλαράκι μου.

-    «Τζάμι είσαι αγορίνα!», μου λέει.

-    «Εσύ δε θα βγάλεις το δικό σου;» τον ρώτησα.

-    «Όχι ακόμα», απάντησε.

Βουτήξαμε, αλλά όχι για πολύ γιατί ήταν ακόμα κρύα η θάλασσα. Βγήκαμε κι ανάψαμε τσιγάρο καθισμένοι ο ένας πλάι στον άλλο.

-    «Γύρνα μπρούμυτα», μου ψιθύρισε περνώντας γρήγορα τη γλώσσα του απ’ το αφτί μου.

Ένιωσα να ηλεκτρίζομαι και γύρισα αμέσως. Το βαρύ χέρι του προσγειώθηκε στο κωλομάγουλο μου. Βόγκηξα.

-    «Ήσυχα μικρέ», μου είπε. «Θα το γλεντήσω καλά το κωλαράκι σου».

Ένιωσα άλλο ένα κωλοσκάμπιλο, πιο γερό απ’ το πρώτο και στη συνέχεια τα δάχτυλά του άρχισαν να ανιχνεύουν την τρυπούλα μου. Έβγαζα μικρούς αναστεναγμούς καύλας ενώ ο Τάκης έκανε τσιγάρο στο πλάι μου και συνέχιζε να παίζει με τα δάχτυλά του την τρύπα μου, που σιγά - σιγά άνοιγε και μαλάκωνε.

-    «Έτσι πουστράκο, έτσι...» μου είπε. «Ανοίγεις για την ψωλάρα μου...»

-    «Ναι, γαμιά μου, ναι!» απάντησα έχοντας ξεθαρρέψει τελείως.

Ο Τάκης σηκώθηκε όρθιος κι απλώνοντας την ποδάρα του με μια κίνηση μ’ έσπρωξε και βρέθηκα ανάσκελα απ’ την πετσέτα στην άμμο. Στεκόταν όρθιος μπροστά μου θεόρατος κάνοντας τσιγάρο. Κατέβασε το μαγιό του κι άφησε την ψωλάρα του ελεύθερη. Τεράστια και χοντρή, με τ’ αρχίδια του βαριά και τριχωτά. Άπλωσα τα χέρια μου χαϊδεύοντας τις ποδάρες του κι εκείνος πέταξε το τσιγάρο και έβαλε τα χέρια του στη μέση. Με το παλούκι του τέντα μπροστά μου άρχισε να κατουράει αφήνοντάς τα να κυλάνε στο στέρνο μου και να με καίνε.

-    «Πάρ’ τα καριόλη! Όλα δικά σου!» μου είπε βαριά αδειάζοντας επάνω μου.

Εγώ δεχόμουν για πρώτη φορά κάτι τέτοιο, απίστευτα ερεθισμένος. Αφού άδειασε μου είπε να σηκωθώ και βουτήξαμε και πάλι. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόμουν γονατιστός στην ακρογιαλιά με το κεφάλι μου σφηνωμένο ανάμεσα στα μπούτια του Τάκη και την καυλάρα του μπουκωμένη στο στόμα μου. Ένιωθα τ’ αρχίδια του να τρίβονται στο σαγόνι μου.

-    «Μπούκωσε μωρή γαμιόλα! Μπούκωσε γερά. Όλο, μέχρι κάτω...»

Εγώ έκανα αγώνα να κρατήσω το κοντάρι του μες στο στόμα μου όσο πιο βαθιά μπορούσα για να τον ικανοποιήσω κι εκείνος κρατώντας με απ’ το κεφάλι κούναγε κυκλικά τη μέση του οργώνοντας το λαρύγγι μου με τη βαριά του πούτσα.

-    «Νιώσε την πούτσα. Νιώσε τη να σου γαμάει το πουστρόστομα!» μου έλεγε.

Που και που με άφηνε να πάρω ανάσα χαϊδεύοντας τα χειλάκια μου με τα δάχτυλά του κι επιβραβεύοντας με, με γλωσσόφιλα κι ύστερα πάλι πέρναγε επιδέξια το πόδι του πάνω απ’ τον ώμο μου και βρισκόμουν με το παλούκι του μπουκωμένο στο στόμα μου. Ξαφνικά τραβήχτηκε και βγήκε απ’ τη θάλασσα κάνοντάς μου νόημα να ακολουθήσω. Άραξε στην πετσέτα και μου είπε να κάτσω στο πλάι του στα τέσσερα.

-    «Προσκύνα τα παπάρια μου!» μου είπε. «Μόνο με τη γλώσσα μικρέ...»

Αφοσιώθηκα στα βαριά τριχωτά του αρχίδια λατρεύοντάς τα με τη γλωσσίτσα μου, όπως μου είπε, ενώ ο Τάκης για άλλη μια φορά ασχολιόταν με την τρυπούλα μου, μέχρι που με μια γρήγορη κίνηση με μπούκωσε και πάλι και τραβώντας μου γερές ψωλιές μου πλημμύρισε το στόμα με τα χύσια του.

-    «Δικά σου πούστη!» μου είπε κρατώντας με εκεί μέχρι να τα πιω όλα.

Τα ρούφηξα όλα κι ύστερα καθάρισα καλά το κοντάρι του με τη γλώσσα μου. Με κράτησε στα τέσσερα μπροστά του και μ’ έβαλε να χαϊδευτώ μέχρι να χύσω κι εγώ. Ένιωθα σαν κοριτσάκι του. Κάναμε τσιγάρο και βουτήξαμε για λίγο πάλι. Ύστερα μπήκαμε στ’ αμάξι και πήγαμε κάπου κοντά σε μια ταβέρνα για φαγητό.

(Copyright protected OW ref: 43803)