Εγώ, ο νοσοκόμος και ο πυρασφαλίτης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Εκείνες τις ήμερές του 87 ποιός δεν τις θυμάται? Με Γκαλη, Φασουλα και Γιαννάκη να οδηγούν την Ελλάδα στην κορυφή του μπάσκετ και όλους να μας έχει παρασύρει ένας ενθουσιασμός πέρα από τα συνηθισμένα.

Υπηρετούσα τη θητεία μου σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο της Αθηνάς. Το βραδύ της μεγάλης νίκης είχαμε μαζευτεί τρία παιδιά στο υπόγειο του νοσοκομείου στην Πυρασφάλεια και βλέπαμε τον αγώνα. Πίτσα, μπύρες, τσιγάρα είχαν ζεστάνει το μικρό δωμάτιο και οι δύο είχαμε βγάλει τα πουκαμίσα, ο άλλος έμεινε με το φανελάκι. Ιδρώναμε συνέχεια αλλά ο αγώνας ήταν πάνω απ’ όλα. Μετά τη νίκη και αφού έγιναν τηλεφωνήματα, ήρθαν άλλοι να μας δουν και να μας πουν τα νέα που τα ξέραμε όμως πρώτοι, γιατί είχαμε τηλεορασούλα, μετά φύγανε και ήρθαν πάλι κάποια αλλά παιδιά για κουβεντούλα, πίτσα και μπύρες. Σαν έφυγαν κι αυτοί κατά τις δώδεκα με μία, μείναμε οι τρεις μας πάλι, εγώ κι ένας άλλος ήμαστε νοσοκόμοι κι ο τρίτος πυρασφαλίτης.

“Και τώρα, πως περνάμε τη νύχτα ρε παιδιά?” ρωτάει ο νοσοκόμος.

“Εγώ λέω να τη κάνω, μάγκες” είπα. “Έχω περίπολο στις 3 και μετά κάνω ενός αλλού στις 5.30-6.00 και λέω να πάω να κλείσω κάνα μάτι.”

“Έλα ρε που θα κοιμηθείς τώρα. Όλη η Ελλάδα είναι στο πόδι κι εσύ.. Πυρασφάλεια! Τι λες να κάνουμε?”

“Ξέρω γω. Ρε, τι λες για καμιά πίπα?” απάντα ο πυρασφαλίτης.

“Εντάξει” του κάνω, “μία πίπα θα με τονώσει” και κάνω πως λύνω τη ζώνη μου να κατεβάσω το παντελόνι. Ο πυρασφαλίτης σηκώνεται, κατεβάζει το σορτσάκι του (ποιός θα τον έβλεπε τέτοια νύχτα πρωινές ώρες και μήπως θα του έλεγε τίποτα?) και μένει ολόγυμνος με τις σαγιονάρες. Από αστείο το γύρισε στο σοβαρό και τα ‘χασα. Κάθισε σε μία καρέκλα, άνοιξε τα ποδιά και λέει “Σμηνία, σκύψε και ρούφα.” Ομολογώ πως μου έτρεχαν τα σάλια και μετά από τις μπύρες και την παρεούλα ,είχα χαλαρώσει και τα ήθελα κι εγώ.

Τα βγάζω κι εγώ όλα, και πέφτω στα τέσσερα για πίπα. Μας βλέπει ο νοσοκόμος, κάνει τα ίδια, αλλά.. ξεπρόβαλλε ένας πούτσος που δεν είχα ξαναδεί ίδιον. Σαν αυτές τις φωτογραφίες που λεμέ “ρε δεν είναι δυνατόν, πολύ ψεύτικο μοντάζ” Άρχισα να ρουφάω τον πυρασφαλίτη, μετά τον νοσοκόμο, μα το καυλί του δεν χωρούσε στο στόμα μου, πρέπει να ήταν καμιά εικοσαριά πόντους μακρύ και πιο χοντρό από το χέρι μου, αρκετά πιο χοντρό. Με το ζόρι έμπαινε το πουτσοκέφαλο και πάλι μπούκωνα. Τον έβλεπε κι ο πυρασφαλίτης και είχε ανοίξει τα ματιά του από την έκπληξη.

“Πρώτα θα τον γαμήσω εγώ και μετά εσύ” του λέει του νοσοκόμου “εσύ θα τον ανοίξεις πολύ και μετά θα είναι άχρηστος.” Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Είχα πάρει ψωλές και πριν, αλλά έτσι με σχέδιο και τόσο απροκάλυπτα σε ένα δημόσιο κτίριο, που μπορούσε να μπει κάποιος οποιαδήποτε στιγμή… Η ιδέα με καύλωνε αφάνταστα, νόμιζα πως θα έχυνα με το παραμικρό. Συνέχισα να γλύφω τα καυλιά, τ’ αρχίδια, τον ιδρώτα που κυλούσε όταν ο πυρασφαλίτης σηκώθηκε και μ’ άφησε να ρουφάω τον τεράστιο πούτσο του νοσοκόμου. Πήγε πίσω μου, γονάτισε, έφτυσε στο χέρι του και μου έχωσε ένα δάχτυλο στη σούφρα, που άνοιγε από την καύλα. Το έβγαλε και το ξανάβαλε καμιά δεκαριά φορές και μ’ άνοιξε περισσότερο.

Ξανάφτυσε, πασάλειψε τα κωλομέρια μου και το καυλί του και όταν είχα πάρει τα αρχίδια του νοσοκόμου στο στόμα, νιώθω να με πιέζει ένα καυλί στη κωλοτρυπίδα. Έσπρωξα κι εγώ για να την ανοίξω περισσότερο και ο πούτσος του γλίστρησε μέσα μου χωρίς δυσκολία. Με δύο πούτσες, μία στην κάθε άκρη του πεπτικού μου σωλήνα, δεν πίστευα την τύχη μου το βραδύ που πανηγύριζε όλη η χώρα. Πανηγυρίζαμε κι εμείς με τον τρόπο μας. Ένιωθα τον πούτσο να μου τραβάει τ’ άντερα έξω και έσπρωχνα ακόμη περισσότερο ανοίγοντας τη σούφρα μου σαν τριαντάφυλλο. Οι πυρασφαλίτες είναι για να σβήνουν φωτιές, αλλά ο δικός μου άναβε φωτιές στον κώλο μου. Συνέχισα να γλύφω τη γαϊδουρόπουτσα του νοσοκόμου, που είχε αρχίσει να βγάζει τα ζουμιά της και να αισθάνομαι τον πυρασφαλίτη να μπαίνει όλος μέσα μέχρι τη ρίζα. Βογκούσα από ηδονή και την έβρισκα που με ξεφτίλιζαν “Σ’ αρέσει ρε γαμιόλη? Σου ξεσκίζω τη σούφρα και με κλάνεις, πουστάρα?” Τέτοια έλεγε ο πυρασφαλίτης κι ο νοσοκόμος απαντούσε “Ρούφα γαμημένε, να με καυλώσεις κι άλλο να σου σκίσω την τρύπα. Δεν θα μπορείς να περπατήσεις από το σκίσιμο. Θα σε χύσω μέσα στο κωλί σου και θα με γλύψεις από τα σκατά σου, τσούλα γαμημένη.”

Απ τον ιδρώτα του πυρασφαλίτη είχε βραχεί ο κώλος μου και έσταζα κι εγώ ιδρώτα και κωλοζουμιά. Κάποια στιγμή βγαίνει ο πυρασφαλίτης κι αλλάζει θέση με τον νοσοκόμο. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο γίγαντας εκείνος θα μπορούσε να μπει μέσα μου. Άρχισα γλύφω το βρεγμένο καυλί και τ’ αρχίδια του πυρασφαλίτη, που έσταζαν ζουμιά από τον κώλο μου, όταν ένιωσα μία εκπληκτική πίεση στη καυτή κωλοτρυπίδα μου, σα να καθόμουνα σε μία καρέκλα με δύναμη χωρίς να καταλαβαίνω πόνο η τίποτα άλλο. Έσπρωξα πάλι ν’ ανοίξω τη σούφρα μου κι ένιωσα για μία στιγμή ένα δυνατό τσούξιμο. Κατάλαβα πως ο γίγαντας είχε χώσει το κεφάλι του στο σφιγκτήρα μου και περίμενε να ανοίξω κι άλλο. Ήταν αδύνατον να χωρέσω αυτό το τέρας.

Δεν πρόλαβα να ανασάνω όταν μ’ έπιασε από τα μαλλιά ο πυρασφαλίτης και με τράβηξε με δύναμη πάνω στον πούτσο του. Έφτασε ως το λαρύγγι μου και μου ήρθε αναγούλα. Την ίδια στιγμή ο γίγαντας με πέρασε μέσα-μέσα και μ’ άνοιξε στα δύο. Τα σπλάχνα μου έκαιγαν, η σούφρα μου είχε ανοίξει τόσο, που όσο και να έσπρωχνα δεν πήγαινε άλλο και το στόμα μου είχε γεμίσει πυροσβεστικό ψωλόχυμα, που άλλο κατάπινα κι άλλο έτρεχε από το πλάι. Ο γίγαντας τραβήχτηκε έξω για λίγο και ένιωσα τη σούφρα μου να γυρίζει ανάποδα, το μέσα έγινε έξω. Ξαναχώθηκε αργά, αλλά με δύναμη και το έντερό μου άνοιξε πάλι σπρώχνοντας το πουτσοκέφαλο έξω. Αλλά αυτό έμπαινε βαθύτερα και με μούδιασε από ηδονή.

Ο νοσοκόμος άλλαξε στάση και με καβάλησε κανονικά και μου λέει “Μανάρι μου, για να χύσω θέλω πρώτα να νιώσω τη σούφρα σου να σφίγγει, όταν χύνεις εσύ. Τότε θα χύσω κι εγώ. Πούστρα σμηνία, σαν δεν έχω βαθμό νομίζεις ότι δεν γαμάω? Σου σκίζω το κωλί σαν τα γαλόνια που φοράς, μουνί του κώλου. Βλέπεις τι σκατοσπρώχτης είμαι γω?” Συνέχισε να χώνει τον γίγαντα μέσα και μετά έξω όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που κατουρήθηκα από την πίεση στο έντερό μου. Είχα γίνει μούσκεμα στα κάτουρα, ο κώλος μου είχε διαλυθεί, δεν έσφιγγε πια με τίποτα και του φώναξα “Χύνω, δεν μπορώ άλλο, χύσε κι εσύ, δεν κρατιέμαι θα χεστώ πάνω μου… ” Έχυσα κιλά ολόκληρα, μου φάνηκε πως δεν θα τελείωνα να χύνω. Έσφιγγε η κωλοτρυπίδα μου τον γίγαντα, όσο μπορούσε, μετά το ξεχείλωμα που της έκαναν.

Επιτέλους, ο γίγαντας έδωσε μία και χώθηκε ως τη ρίζα βαθιά και συνέχισε να σπρώχνει κι άλλο με τον νοσοκόμο να κάθεται πάνω στα κωλομέρια μου με όλο του το βάρος. Μούγκρισε ο νοσοκόμος, μούγκρισα κι εγώ νιώθοντας τον γίγαντα μέσα μου να τεντώνεται και να σφαδάζει από το χύσιμο ζουμερού σπέρματος στα βάθη του κορμιού μου. Η κωλοτρυπίδα μου δεν έκλεινε από την καύλα που είχε νιώσει και όταν ο νοσοκόμος βγήκε από μέσα της, τον έγλυψα, να τον καθαρίσω από τα χύσια και τους χυμούς μου.

Εκείνη την εποχή τα προφυλακτικά ήταν μία καλή ιδέα, αλλά όχι απαραίτητα και μπορούσαμε να αισθανόμαστε κάθε εκατοστό του πούτσου, κάθε φλέβα να σπρώχνει το σφιγκτήρα. Όταν έφυγα για περιπολία, θυμήθηκα τα λόγια του νοσοκόμου “Δεν θα μπορείς να περπατήσεις” και πραγματικά δεν μπορούσα να περπατήσω, ένιωθα τη σούφρα μου ανοιχτή να κυλάει το σπέρμα και να μου μουσκεύει το εσώρουχο και να τσούζει.

Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βραδύ, γιορτάζοντας τη νίκη της εθνικής, αλλά ο πρωταθλητής ήμουνα εγώ.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")