Τα βασανιστήρια που ήθελα (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Τα σημερινά βασανιστήρια που μας περιγράφει ο Μιχάλης έχουν ξεπεράσει κάθε ανθρώπινη φαντασία…

Η ιστορία:

Γυρνώντας στο σπίτι μου έβγαλε επιτέλους ο Άλεξ τα κολάρα και την αλυσίδα. Με έστησε στα τέσσερα. Έχωσε το χέρι του στην τρύπα μου κι έβγαλε το δονητή. Μετά πήρε την πούτσα μου στα χέρια και τη γύρισε στον κώλο μου. Κατάλαβα τι είχε γίνει, είχε γίνει ελαστική κι έτσι την έβαλε άνετα μέσα μου. Μαλακίζοντας με έχυσα στο κωλάντερο μου. Πρωτόγνωρη εμπειρία... Βγήκα όμως και μου ήρθε να χέσω. Του το είπα.

Μου έφερε μια λεκάνη και τα έκανα εκεί. Μου την έφερε στο πρόσωπο και με διέταξε να τα φάω όλα. Το έκανα θέλοντας και μη. Ζήτησα να σκουπιστώ, αλλά μπήκε πίσω και με σκούπισε με την πούτσα που την έγλειψα κι αυτή μετά. Με πήρε και μπήκαμε για μπάνιο. Με έτριβε παντού με συρματόβουρτσα. Μάτωνα αλλά μου άρεσε... Μετά έκατσα στην πούτσα του, παίρνοντας τσιμπούκι στη δικιά μου. Χύσαμε μαζί.

Βγαίνοντας από το μπάνιο μείναμε γυμνοί να στεγνώσουμε από τα νερά. Πήγε στην κουζίνα και μου έφερε χυμό, λέγοντας ότι ήμουν καλή πουτάνα και με αντάμειψε. Τον ήπια όλο μονορούφι. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά... Μετά από λίγο άρχισα να μουδιάζω παντού και να παραλύω. Όσο είχα ακόμα τον έλεγχο, κάθισα σε μια καρέκλα. Κοιμήθηκα βαριά... Όταν συνήλθα κάπως, ξημερώματα, κατάλαβα ότι ήμουν κρεμασμένος από το ταβάνι δεμένος χειροπόδαρα με ιμάντες. Μια μεγάλη, λευκή λίμνη ακριβώς από κάτω μου. Είχα χύσει χωρίς να το ξέρω.

Είχα δυο καυτές πούτσες στην κωλάρα μου κι άλλες δυο στο στόμα μου. Με γαμούσαν τέσσερις. Ηδονή... Ο Άλεξ με το φίλο του από πίσω κι άλλοι στο στόμα, όλοι παθιασμένα. Ήταν παντρεμένοι όλοι μαζί. Εγώ έχυνα συνέχεια. Το πρωί, αφού έκαναν κάθε δυνατό συνδυασμό στις τρύπες μου, με ξεκρέμασαν.

Αφού πια με ξεκρέμασαν το άλλο πρωί άρχισαν και οι τέσσερις να με χτυπάνε παντού με σιδερογροθιές και μπότες που είχαν στην άκρη σίδερο. Μάτωνα αλλά ηδονιζόμουν. Ο Άλεξ είπε στον ένα από τους δυο που τσιμπούκωνα να με πάει στο "γνωστό" για "περιποίηση" και μετά να πάμε να μου πάρει ένα ζευγάρι μποτάκια πάνινα. Ο άλλος συμφώνησε αμέσως, με έδεσε με την αλυσίδα και σέρνοντας με φύγαμε κι οι δυο γυμνοί πηγαίνοντας σε ένα χυτήριο κεριού.

Μπήκαμε μέσα και λύνοντας με, με έβαλε σε κάποιο είδος τετράγωνου βαρελιού που είχε πορτούλα μπροστά. Και αυτό ήταν σιδερένιο. Του έσυρε για λίγο και πριν το βάλει εκεί που ήθελε μου έδεσε τα μάτια με ένα μαντίλι. Έσυρε λίγο ακόμα και το τοποθέτησε κάτω από κάτι. Αυτό βούιζε έντονα και άνοιξε το κάτω μέρος του. Κάτι καυτό άρχισε να τρέχει πάνω στους ώμους μου. Πονούσα αφάνταστα και καιγόμουν. Ούρλιαξα για βοήθεια. Μια σιδερογροθιά, όμως, στη μούρη με επανέφερε στην πραγματικότητα του Άλεξ και των συζύγων του.

Μου άνοιξε τα μάτια και είδα ότι καυτό, καθαρό μελισσοκέρι έτρεχε πάνω στο γυμνό σώμα μου και είχε ήδη στερεοποιηθεί ανάμεσα στα πόδια μου φτάνοντας στην πούτσα. Πόνεσα πολύ αλλά αυτή τη φορά δεν ούρλιαξα. Υπέμεινα... Όταν έφτασε πια το κερί στο λαιμό μου έκλεισε το μηχάνημα και έβγαλε το βαρέλι σε ελεύθερο χώρο. Το άνοιξε και άφησε το κερί να παγώσει. Έπειτα πήρε ένα σφυρί κι ένα καλέμι κι άρχισε να χτυπάει το παγωμένο κερί. Όμως εκτός από το κερί το καλέμι έμπαινε και στο σώμα μου, τρυπώντας με. Ούτε τώρα φώναξα. Τελειώνοντας πια δεν είχε μείνει καθόλου κερί απάνω στο γυμνό μου σώμα αλλά δεν είχε μείνει ούτε και μια τρίχα. Επιτόπου με γάμησε χύνοντας στον φρεσκοαποτριχωμένο κώλο μου.

Φύγαμε από εκεί και ρίχνοντας με στα τέσσερα με κρατούσε με την αλυσίδα. Περπατήσαμε πολύ φτάνοντας στο κέντρο. Εκεί διάλεξε ένα μαγαζί με παπούτσια, το πιο μεγάλο και με τον περισσότερο κόσμο. Έψαχνε για τα μποτάκια σε νούμερο μικρότερο από το δικό μου. Βρήκε ένα ζευγάρι ροζ με λουλουδάκια πάνω. Πήρε και μια βαλίτσα πολύ μεγάλη. Πριν πληρώσουμε με έβαλε να τον τσιμπουκώσω δημόσια σε όλο τον κόσμο, προσκαλώντας κι άλλους να τον μιμηθούν. Εγώ αναγκαστικά υπέκυψα και τον ικανοποίησα. Γυρίσαμε σπίτι.

Επιστρέφοντας μετά από ώρες στο σπίτι βρήκαμε τους υπόλοιπους να μας περιμένουν γυμνοί με πολλές γεμάτες βαλίτσες. Κατάλαβα ότι κάπου θα πηγαίναμε. Το μόνο που φορούσαν ήταν οι μπότες με το σίδερο στην άκρη. Με πήραν οι άλλοι δυο ενώ ο Άλεξ με αυτόν που με είχε πάει στο χυτήριο, τον Τζιμ, κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα. Με έπλυναν από τα σπέρματα των αντρών που με γάμησαν και με έδεσαν χειροπόδαρα σε ένα κρεβάτι. Έφυγαν αμέσως από το δωμάτιο όταν μπήκε ο Άλεξ με ένα τρυπάνι κι ο Τζιμ με πρόκες.

Έβαλαν το τρυπάνι στην πρίζα κι ο Τζιμ έδινε πρόκες στον Άλεξ. Αυτός χωρίς οίκτο με κάρφωνε παντού με πρόκες. Μόνο το κεφάλι άφησε. Υπέφερα όσο ποτέ πριν. Τι να έκανα όμως… Μου άρεσε κιόλας. Με τελείωσε με αίμα να τρέχει από παντού. Ήρθε η σειρά των άλλων δυο. Με βούρτσες μ' έβαψαν παντού αφήνοντας τη ζώνη πούτσα κώλος και το κεφάλι. Μετά από αυτά φόρεσαν κάτι λαχανί γραβάτες και μου έβαλαν στον κώλο τα μποτάκια κι ανάμεσα τους ένα αβγό στρουθοκαμήλου. Με έβαλαν στη βαλίτσα που είχαμε πάρει έτσι ώστε να κλείνει και να μπορώ να κάνω πίπα στην πούτσα μου. Την έκλεισαν και την κλείδωσαν. Σε λίγο ήρθε ένα ελικόπτερο. Έβαλαν τις βαλίτσες κι εμένα μέσα κι άκουσα τον πιλότο να ρωτάει που πήγαιναν. Άκουσα μόνο να λένε:

-    «Στα Γιάννενα...»

Εκεί έχασα της αισθήσεις μου τελείως.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 42582)