Ο παπάς

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Όταν ήταν πιτσιρικάς ο μικρός Αποστόλης, συλλαμβάνεται από τον παπά του χωριού σε μια περίεργη στιγμή… Όμως σύντομα και οι δυο τους θα αφεθούν στα ένστικτά τους.

Η ιστορία:

Καλησπέρα φίλοι μου. Είμαι ο Αποστόλης και αποφάσισα να σας διηγηθώ τα πρώτα μου ερωτικά βήματα, τα οποία όπως θα δείτε παρακάτω δεν ήταν τα καθωσπρέπει, ιδιαίτερα για το μικρό ορεινό χωριό που κατάγομαι.

Τελειώναμε το σχολείο, όταν αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε σε τι άλλο χρησίμευε το πουλάκι μας το οποίο είχε γίνει ιδιαίτερα άτακτο το τελευταίο διάστημα. Μιλάω στον πληθυντικό, γιατί το θέμα απασχολούσε και τα έξι αγόρια της τελευταίας τάξης του σχολείου και από την αρχή του χρόνου οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν μεταξύ μας. Τα κορίτσια προφανώς είχαν παρόμοιους προβληματισμούς, όμως δεν είχαμε το θάρρος να ανοίξουμε κουβέντα μαζί τους και έτσι βρισκόμαστε τα διαλείμματα και προσπαθούσαμε μέσα από την άγνοια μας και την φαντασία μας να λύσουμε όλες μας τις απορίες. Βλέπετε εκείνα τα χρόνια οι γονείς δεν μας μιλούσαν για τέτοια πράγματα.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στις συζητήσεις είχε ο Δημήτρης ο οποίος ήταν και ένα χρόνο μεγαλύτερος διότι είχε μείνει στην ίδια τάξη και μας ήρθε στη μέση της χρονιάς από την Αθήνα. Αυτός λοιπόν, μιας και ήταν πρωτευουσιάνος, πήρε το ρόλο του καθηγητή της σεξολογίας. Βλέπετε μπορούσε να ισχυρίζεται οτιδήποτε αφού δεν ξέραμε τίποτα για το παρελθόν του. Μάλιστα μας είχε εξομολογηθεί ότι είχε γαμήσει μια πουτάνα στην Αθήνα και για να επιβεβαιώσει τον αδιαμφισβήτητο ανδρισμό του μας είπε ότι είχε γαμήσει και έναν πούστη!

Δεν ξέρω αν τον πίστευε κανείς, όμως όλοι τον άκουγαν με προσοχή όταν μας εξηγούσε λεπτομερώς πως γίνεται η ερωτική πράξη και ένα σωρό άλλα πικάντικα πράγματα γύρω από το μουνί. Οι διηγήσεις του μου δημιουργούσαν ένα αίσθημα απερίγραπτο, μια εσωτερική ταραχή, ένα ρίγος και ένα πρωτόγνωρο σκίρτημα ανάμεσα στα μπούτια, που με έκανε να τρέχω σπίτι μου και να τρίβω με μανία το πουλί μου ως που να βγάλει αυτό το άσπρο παχύρρευστο υγρό και να έρθει η λύτρωση.

Πλησίαζε το καλοκαίρι και κάθε απόγευμα κατεβαίναμε στα στενά σοκάκια του χωριού και παίζαμε μέχρι το βράδυ. Σύντομα τελείωσε η σχολική χρονιά και είχαμε όλη την ημέρα για παιχνίδι. Μια Κυριακή πρωί κανονίσαμε να πάμε με τις σφεντόνες για κυνήγι με τον Δημήτρη και άλλο ένα παιδί, τον Γιώργο. Ανεβήκαμε στον Αη ’Λια, ένα ξωκλήσι στο λόφο, καμιά πεντακοσαριά μέτρα από το χωριό. Αφού δεν πετύχαμε ούτε ένα πουλί, κάτσαμε λίγο πιο πέρα από το εκκλησάκι σε ένα πεζούλι και πιάσαμε τη γνωστή κουβέντα για τα γαμήσια και τα μουνιά.

Όσο περνούσε η ώρα φουντώναμε και ανάβαμε με τις ιστορίες του Δημήτρη και κάποια στιγμή που ακόμα και ο ίδιος είχε πιστέψει αυτά που μας έλεγε, πετάει έξω την ψωλή του και αρχίζει να την παίζει. Εμείς μείναμε σα μαλάκες για μια στιγμή, αλλά μετά από ένα μικρό δισταγμό κάναμε το ίδιο, πρώτα ο Γιώργος και μετά εγώ. Κοίταζα την πούτσα του Δημήτρη με τρόπο γιατί μου έκανε εντύπωση που είχε τόσες πολλές τρίχες ενώ εγώ είχα ένα ελαφρύ χνούδι, όταν με κατάλαβε τράβηξε το πετσάκι με δύναμη, την σήκωσε κοντά στον αφαλό του και γύρισε προς το μέρος μου για να μου τη δείξει με περηφάνια.

-    «Κοίταξε πούτσο που έχω μικρέ!» μου είπε.

Κοκκίνισα, άναψα, γυρνάω στο Γιώργο και βλέπω και το δικό του καυλί για πρώτη φορά. Είναι κι αυτό πιο μεγάλο από το δικό μου, όχι όμως τόσο εντυπωσιακό όσο του Δημήτρη. Δεν ξέρω τι ήθελα να κάνω εκείνη τη στιγμή, όμως είμαι σίγουρος πως η μαμά μου δεν θα ήταν υπερήφανη για αυτό. Τη σκέψη μου διέκοψε, η σαν βροντή, φωνή του παπά Χαράλαμπου.

-    «Κωλόπαιδα! Τι κάνετε εκεί;»

Εξαφανίστηκαν και οι δυο αμέσως. Εγώ έμεινα σαν να ήταν τα πόδια μου καρφωμένα στη γη.

-    «Έλα αμέσως εδώ Αποστολάκη. Τι πράματα είναι αυτά; Έλα εδώ γρήγορα!»

Υπάκουσα και σαν υπνωτισμένος πήγα προς το μέρος του. Το μόνο που έκανα ήταν να σηκώσω το βρακί μου και να κρύψω το πουλάκι μου που είχε εξαφανιστεί από τον φόβο.

-    «Πάμε μέσα» μου λέει ο παπάς και με τραβάει από το χέρι μέσα στο κελί που είναι δίπλα στο εκκλησάκι.

«Τώρα τη βάψαμε!», σκέφτηκα. «Ποιος ξέρει τι θα λένε στο χωριό όταν θα πει ο παπάς στους δικούς μας τι είδε…;».

-    «Θα σε τιμωρήσω εγώ ο ίδιος και θα το πω και στη μάνα σου για να σου τις βρέξει κι εκείνη!»

Και πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, βρίσκομαι με την κοιλιά μου ξαπλωμένος στα γόνατα του παπά, ο οποίος είναι καθιστός σε μια καρέκλα και μου ρίχνει χαστούκια στα κωλομέρια. Ήταν η πλέον χαρακτηριστική τιμωρία της εποχής εκείνης. Βρισκόμουν με τα χέρια μου ακινητοποιημένα και τον κώλο μου να δέχεται τα ρυθμικά χτυπήματα του παπά, ο οποίος έλεγε: «Πάρε για να μάθεις!» κάθε που κατέβαζε το χέρι του στο κωλαράκι μου. Για μια στιγμή σταμάτησε και πιάνοντας το βρακί μου από τη ζώνη, με μια απότομη κίνηση το τράβηξε και μου το κατέβασε μέχρι τα γόνατα μαζί με το σώβρακο. Έτσι η παλάμη του έπεφτε πλέον στη γυμνή σάρκα.

Συνέχιζε ρυθμικά να μου τις βρέχει, όμως φαινόταν καθαρά ότι δεν ήθελε να με πονέσει και το χέρι του όσο περνούσε η ώρα κατέβαινε και πιο μαλακά στο κατακόκκινο πλέον κωλί μου. Εγώ από την άλλη είχα περάσει το στάδιο του φόβου και με κάποιο ανεξήγητο τρόπο απολάμβανα την τιμωρία μου, προσπαθώντας όμως να μην το δείξω. Έτσι έβγαζα μικρές κραυγές «πόνου».

-    «Φτάνει παπά μου, δεν θα το ξανακάνω. Μη με πονάς άλλο…»

Από μέσα μου παρακαλούσα να συνεχίσει όμως γιατί με άναβε αυτή η ιδιαίτερη επαφή. Εκείνος συνέχισε στο ρυθμό του και κάπου - κάπου, όπως έπεφτε το χέρι του στα κωλομάγουλα, κάποιο από τα δάχτυλα του έμπαινε στη χαράδρα του κώλου και με τρέλαινε περισσότερο. Τελικά όσο και αν προσπάθησα να κρυφτώ με πρόδωσε το πουλάκι μου που άρχισε να τεντώνει και όπως ήμουνα ακούμπησε στο μπούτι του παπά. Μόλις το ένιωσε μου έριξε δυο τρεις ξυλιές ακόμα και σταμάτησε αφήνοντας το χέρι του να ακουμπάει στα καυτά μου κωλομάγουλα.

-    «Φωτιές βγάζει ο κώλος σου Αποστολάκη! Έτσι για να μάθεις!»

-    «Τσούζει παπά μου, τσούζει πολύ!»

-    «Η πούλα σου άλλα μου λέει Αποστολάκη, είναι σα σουβλί!»

Τα λέει αυτά με άγριο τόνο και συνεχίζει να χουφτώνει το κωλί μου και να το ζυμώνει με την παλάμη του πιέζοντας το έτσι που το πουτσάκι μου ακουμπάει πιο πολύ στο μπούτι του. Εγώ κουνιέμαι δεξιά και αριστερά δήθεν να ξεφύγω, όμως κατά βάθος ελπίζω ότι θα γλιστρήσει κάποιο από τα δάχτυλα του προς τα μέσα στη χαράδρα του κώλου μου.

-    «Αποστολάκη, μήπως τα κωλόπαιδα σε γαμήσανε; Μήπως είσαι πουσταρέλι;»

Δεν απαντώ, μόνο συνεχίζω να κουνιέμαι, δήθεν να ελευθερωθώ.

-    «Αποστολάκη, δε μου απαντάς σ’ αυτό που σε ρωτάω. Είσαι πουσταριό; Σε έχουνε κωλομπαρέψει; Γιατί σα να σ’ αρέσει μου φαίνεται από πίσω… Θα μου πεις ορέ;»

Τίποτα εγώ. Δεν μιλάω και δήθεν τυχαία κολλάω το πουτσάκι μου στο μπούτι του. Εδώ που έφτασα δεν με νοιάζει τίποτα.

-    «Θα ψάξω μόνος μου αν δε μου πεις. Θα δω αν σου τον έχουνε βάλει και αλίμονο σου!»

Νιώθω το χέρι του να με ανοίγει και το δάχτυλο του ψάχνει τη τρύπα μου η οποία καίει από ανυπομονησία.. Μένω ακίνητος και με μια ανεπαίσθητη κίνηση, άθελα μου πραγματικά, τουρλώνω το κωλί και περιμένω. Όλες μου οι αισθήσεις είναι εκεί. Το δάχτυλο του παπά βρίσκει τη τρύπα του κώλου μου και προσπαθεί να την ελέγξει αν είναι γαμημένη. Τι γλύκα είναι αυτή! Πιέζει να δει… Καταλαβαίνει ότι λιώνω, ότι είμαι παραδομένο, ότι θέλω κάτι να μου κάνει. Και το κάνει.

Με μια αποφασιστική κίνηση αρχίζει να βυθίζει το δάχτυλο στην τρυπίτσα μου και μόλις μπαίνει μια στάλα, νιώθω το άλλο του το χέρι να κατεβαίνει χαμηλά στην κοιλιά μου και να πιάνει το καυλάκι μου. Σε δυο δεύτερα έχυσα. Μόλις το δάχτυλο του ένιωσε το κωλοτρυπίδι μου να ανοιγοκλείνει και τα χύσια μου να πέφτουν καυτά στο χέρι του, με έσφιξε όπως με κράταγε προς την κοιλιά του και τότε ένιωσα τη δική του πούτσα να είναι σαν κάγκελο ορθή και να ακουμπάει τα πλευρά μου.

-    «Έχυσες Αποστολάκη μου αμέσως με το κωλοδάχτυλο. Σου αρέσει πολύ ή μου φαίνεται; Δεν μιλάς ε; Εντάξει λοιπόν, κατάλαβα…»

Ενώ μου τα λέει αυτά, συνεχίζει να σκαλίζει με το δάχτυλο του, παίρνει το χύσι μου και με το δάχτυλο μου το αλείφει στη τρύπα του κώλου. Συγχρόνως με σφίγγει να είμαι κολλημένος στην πούτσα του που τη νιώθω πλέον με κάθε λεπτομέρεια να ακουμπάει στο πλευρό μου. Του δείχνω απροκάλυπτα πλέον ότι μου αρέσει αυτό που μου κάνει, χωρίς όμως να του μιλάω. Ντρέπομαι. Χώνω το πρόσωπο κάτω από το ράσο γιατί το σκοτάδι της κάμαρας δεν φτάνει να καλύψει τη ντροπή μου. Όμως μου αρέσει τόσο πολύ αυτό που συμβαίνει. Δεν αντέχω πια… με φωνή βραχνή και σπασμένη από καύλα του λέω:

-    «Θα με γαμήσεις;»

-    «Ναι Αποστολάκη μου, θα σε γαμήσω. Μπορεί να είναι μεγάλη αμαρτία, όμως με καύλωσες πολύ και θέλω να σου το χώσω. Βλέπω που το θέλεις. Ή κάνω λάθος;»

-    «Το θέλω. Το ξέρω που είναι κακό αλλά το θέλω…»

Με σηκώνει, μου κατεβάζει τελείως το βρακί, με ξαπλώνει στο ντιβανάκι και έρχεται και κάθεται δίπλα μου. Είμαι γυμνός από τη μέση και κάτω, έχω χώσει το πρόσωπο μου στο μαξιλάρι και περιμένω το άγγιγμα του. Μου πιάνει το χέρι και το οδηγεί κάτω από το ράσο. Τον αγγίζω δειλά - δειλά και νιώθω την ψωλή του που μοιάζει με ζεστό ατσάλι, είναι όμως παράξενα στραβή προς τα πάνω. Εξερευνώ με το χέρι μου και καταλαβαίνω ότι του χαρίζω απίστευτη καύλα με το χάδι μου. Τον ακούω να ψιθυρίζει κάτι που δεν το καταλαβαίνω, δεν έχει όμως σημασία, αυτό που ζω είναι υπέροχο. Παίζω το χέρι μου πάνω κάτω και νιώθω το πουτσί του παπά να σκληραίνει απίστευτα μέσα στο χέρι μου. Είναι λεπτό, μακρύ και πάρα πολύ στραβό, μα πάρα πολύ στραβό, λίγο ακόμα και θα κάνει κύκλο.

Ξάφνου σηκώνεται και βγάζει το ράσο. Στο λιγοστό φως βλέπω την πούτσα που θα με γαμήσει και αναρωτιέμαι αν είναι αλήθεια αυτό που ζω. Παίρνει από το τραπέζι ένα μπουκάλι με λάδι και ρίχνει στα χέρια του, τα τρίβει μεταξύ τους και μετά αρχίζει να λαδώνει τη στραβή του πούτσα με έναν τρόπο πρόστυχο. Τη λαδώνει συνέχεια, από την κορφή μέχρι τη ρίζα. Μετά παίρνει λίγο ακόμα λάδι και μου το βάζει στον κώλο. Με το μεσαίο δάχτυλο αρχίζει και μου λαδώνει την τρύπα. Με τσούζει, όμως το κάνει με τέτοιο τρόπο που δε θέλω να σταματήσει. Μέσα - έξω, μέσα - έξω. Δεν μιλάμε… Με πιάνει από τη μέση και με φέρνει στην άκρη του κρεβατιού. Έρχεται πίσω μου και γονατίζει το ένα πόδι στο κρεβάτι.

Φοβάμαι. Με ακουμπάει η πούτσα του στη σχισμή του κώλου και την περνάει μέσα στα κωλομάγουλα ψάχνοντας το κωλοτρυπιδάκι μου. Μόλις το βρίσκει σπρώχνει απαλά και μόλις ανοίγω λίγο, σπρώχνει ξανά σταθερά και αργά, και με όλο αυτό το λάδι γλιστράει μέσα μου σιγά - σιγά και με σουβλίζει. Μου φεύγει ένα πνιχτό βογκητό και την επόμενη στιγμή οι τρίχες από τη βάση της ψωλής του ακουμπάνε στα κωλομέρια μου. Τα αρχίδια του ακουμπάνε στα δικά μου άτριχα αρχιδάκια. Η ζέστη του κορμιού του με καυλώνει απίστευτα! Τι γλύκα είναι αυτή! τραβιέται λίγο και το ξαναχώνει. Παίζει λίγο μέσα - έξω…

Δεν αντέχει άλλο, ούτε κι εγώ. Η ανάσα του καυτή στο σβέρκο μου και το επόμενο δευτερόλεπτο κάτι ζεστό χύνεται μέσα μου, κάτι που με κάνει να χύσω αμέσως. Μένει εκεί ακίνητος, το ίδιο κι εγώ. Περνάει λίγη ώρα… Τραβιέται… Βγαίνει από μέσα μου και εξαφανίζεται στο μικρό μπάνιο. Φέρνω το χέρι μου πίσω, αγγίζω την τρύπα που καίει και τσούζει, την τρύπα που γαμήθηκε πριν από λίγο, την τρύπα που είναι γεμάτη ψωλόχυμα. Γαμήθηκα. Αυτό ήταν, είμαι πουστράκι. Ήταν υπέροχο!

(Copyright protected OW ref: 38450)