Η πρώτη μου φορά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.00 (1 Vote)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Πηγαίνοντας σε ένα φίλο του ο Κωνσταντίνος συναντά ένα παράξενο τύπο στο ασανσέρ που θα του αλλάξει όλη του τη ζωή…

Η ιστορία:

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ κι εγώ, είναι πέρα για πέρα αληθινή και βασικά από εκεί ξεκίνησαν και οι αμφισεξουαλικές μου ανησυχίες οι οποίες κρατάνε μέχρι και σήμερα με τον ίδιο άνθρωπο δέκα χρόνια μετά. Τότε ήμουν γύρω στα 32 μου.

Στα είκοσι μου, με την κοπέλα που τα είχα, της άρεσε αφάνταστα να μου βάζει κωλοδάχτυλο… αυτό στην συνέχεια έγινε ο δονητής της και στην πορεία αγοράσαμε ένα στραπόν με το οποίο με πηδούσε συχνά πυκνά. Όλο αυτό μας οδήγησε σε σαδομαζοχιστικά παιχνίδια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κάπου εκεί, άρχισε στο μυαλό μου να γεννιέται η ιδέα του ομοφυλοφιλικού έρωτα! Η σκέψη του αντρικού γλωσσόφιλου, η καυλωμένη πούτσα του, το γαμήσι και τέλος η εκσπερμάτωση… όλα αυτά άρχισαν να με ερεθίζουν!

Πρέπει να σας πω πως είμαι ένας πολύ αρρενωπός άντρας που σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται ότι μου αρέσει το αντρικό σεξ. Έχω πάρα πολλές κατακτήσεις στο αντίθετο φύλο και το ιδανικό μου θα ήταν να βρω μια γυναίκα να μοιράζομαι μαζί της τις αμφισεξουαλικές μου επιθυμίες.

Καλοκαίρι στην Αθήνα… Αύγουστος μήνας. Νέκρα και η ζέστη είναι αφόρητη! Είναι εννέα το βράδυ και πάω σ’ έναν φίλο μου στο Κολωνάκι που μένει για να κάτσουμε και να περάσουμε την ώρα μας βλέποντας κάποιο dvd. Το σπίτι του είναι δίπλα στην πυροσβεστική κάτω από την Βασ. Σοφίας. Φοράω ένα μαγιό σορτσάκι και ένα μπλουζάκι και σαγιονάρες.

Φτάνοντας, είναι στην πόρτα της πολυκατοικίας και ένας καλοβαλμένος κύριος γύρω στα πενήντα, που την ανοίγει και μπαίνουμε μαζί. Περνάει πρώτος και πατάει για να έρθει το ασανσέρ. Περιμένοντας νιώθω πως με κοιτάει και σηκώνοντας τα μάτια μου το διαπιστώνω. Του ανταποδίδω το χαμόγελο ντροπαλά και ξανακατεβάζω τα μάτια μου. Με το που φτάνει τα ασανσέρ, μου λέει να περάσω πρώτος μιας και πάει στο ρετιρέ. Περιέργως, νιώθω την ματιά του να καρφώνεται στον πισινό μου.

-    «Ωχ…! Συγγνώμη…» μου λέει. «Κατά λάθος, αφηρημένος πάτησα στον όροφο μου…»

-    «Δεν πειράζει…» του απαντώ και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε.

Με κοιτάζει επίμονα, το νιώθω. Έχω κομπλάρει. Το μυαλό μου δεν πάει πουθενά. Εγώ εξακολουθώ να κοιτάζω κάτω και κάποια στιγμή ανασηκώνω τα μάτια μου και τον κοιτάζω. Μου χαμογελάει. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω, αλλά ούτε και να σκεφτώ. Έτσι στενά όπως ήταν στο ασανσέρ, με το που τον κοιτάζω, πάντα χαμογελαστά, απλώνει το χέρι του και βάζοντας το στην μέση μου, με τραβάει ελαφρά και με κολλάει πάνω του.

Τρυφερά αλλά και επιτακτικά σκύβει (εγώ είμαι 1.83 εκείνος πρέπει να ήταν 1.92) και με γλωσσοφιλάει με πάθος. Η γλώσσα του βίαια μπαίνει στο στόμα μου μιας και όταν ακούμπησε τα χείλια μου με τα δικά του εγώ δεν τα άνοιξα και χώνεται μέσα μου. Την νιώθω να γυροφέρνει στην στοματική μου κοιλότητα και να βιάζει το μυαλό μου. Το δε χέρι του, από την μέση μου έχει κατέβει στο κωλομέρι μου και από εκεί με πιέζει πάνω του κρατώντας το με δύναμη.

Όλα γίνανε σε ταχύτητα φωτός. Δεν έχω καν προλάβει να συνειδητοποιήσω τι γίνεται. Εάν το θέλω ή όχι. Εάν μου αρέσει ή όχι. Σαφέστατα ο πούτσος μου είχε άλλη γνώμη. Ήταν σκληρός σαν πέτρα. Αμήχανα και μηχανικά ανταποκρινόμουν στο φιλί του. Σιγά - σιγά άρχισα να καυλώνω συνειδητά. Ήμουν στριμωγμένος στο ασανσέρ, με έναν άντρα μεγαλύτερο μου, με γλωσσοφιλούσε με πάθος και βίαια. Το χέρι του πλέον ήταν πάνω απ’ το σορτς μου στο μέσο του κώλου μου και το μεσαίο του δάχτυλο πίεζε με δύναμη την κωλοτρυπίδα μου κολλώντας με επάνω του.

Φτάσαμε στον όροφο αλλά το φιλί μας συνεχιζόταν. Το φως έκλεισε στην καμπίνα, αλλά και στο διάδρομο δεν είχε φως. Αναστέναζα σαν τρελός. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και ήμουν έτοιμος να χύσω. Τώρα με κρατούσε και απ’ τα δυο μου κωλομέρια και τα μάλαζε, τα ανοιγόκλεινε… και συνέχιζε να βιάζει το στόμα μου με τη γλώσσα του. Ένιωθα τον πούτσο του σκληρό πάνω μου. Με φιλούσε στο λαιμό και στο αφτί. Έπαθα αυτό που λένε… έλιωνα. Έλιωνα. Πραγματικά λίγο ήθελα για να χύσω…

Ξαφνικά ακούσαμε θόρυβο και φοβηθήκαμε (ευτυχώς κόπηκα). Με κοιτάει στα μάτια… και πιάνοντας με απ’ το χέρι με τραβάει μαζί του. Βγαίνουμε και πάμε πιο κάτω όπου είχε τις σκάλες. Εμείς αντί να τις κατέβουμε, τις ανεβήκαμε, οι οποίες οδηγούν στην ταράτσα. Είχε ένα πλάτωμα, ένα τραπέζι και μια πόρτα την οποία δοκίμασε να την ανοίξει και ήταν κλειδωμένη.

Γύρισε προς το μέρος μου και με ξαναβούτηξε στα μπράτσα του, κολλώντας με στον τοίχο και για μια ακόμη φορά έχωσε την γλωσσάρα του στο στόμα μου και το ένα του χέρι στο κωλομάγουλα μου ενώ το άλλο του ήρθε ανάμεσα στα πόδια μου και κάτω απ’ τα αρχίδια μου και με το μεσαίο του δάχτυλο πίεζε πολύ δυνατά και δυναμικά την κωλοτρυπίδα μου. Αναστέναζα σαν γυναίκα. Πραγματικά τα είχα χαμένα με τον εαυτό μου και τις αντιδράσεις μου… τον φιλούσα με το ίδιο πάθος και έσπρωχνα την λεκάνη μου στο χέρι του επάνω.

Σταμάτησε να με φιλάει και πιάνοντας με από το μπράτσο με γυρνάει έτσι ώστε να βλέπω τον τοίχο. Τα χέρια του πάνε κάτω απ’ το μπλουζάκι μου και χουφτώνει το στήθος μου, ενώ έρχεται πάνω μου και τρίβει την απίστευτα σκληρή πούτσα του πάνω στα κωλομέρια μου. Αναστενάζω και ανταποκρίνομαι στο τρίψιμο του. Η γλώσσα του χώνεται στο αφτί μου, τα φιλιά του είναι επιτακτικά στο λαιμό μου. Τα δάχτυλα του αιχμαλωτίζουν τις ρώγες μου. Τις αιχμαλώτισε με τέτοιο τρόπο ανάμεσα στα δάχτυλα του και τις παίδευε στέλνοντας μου κύματα ηδονής στην πούτσα μου, που ποτέ μου δεν πίστευα πως υπήρχαν. Ψιθυριστά και επιτακτικά μου είπε:

-    «Γδύσου!»

Ήταν και η πρώτη φορά που μιλήσαμε.

-    «Όσο θα γδύνεσαι, εγώ θα ρωτάω κι εσύ θα απαντάς!»

0 «Μάλιστα…»

Δεν ξέρω γιατί αλλά του μίλησα στον πληθυντικό. Να υποθέσω λόγω σεβασμού; Λόγω Ηλικίας; Δεν ξέρω… ξεκούμπωσα και άφησα το σορτς μου να πέσει στα γόνατα μου.

-    «Πώς σε λένε;»

-    «Κωνσταντίνο…»

-    «Κωστάκη για μένα. Ντρέπεσαι; Βγάλε και το μποξεράκι σου!»

Οι τσιμπιές στις ρώγες μου έγιναν πιο έντονες.

-    «Μάλιστα…»

Το κατέβασα κι αυτό. Ντρεπόμουν. Το καυλί μου ελευθερώθηκε και πλέον οι συσπάσεις που έκανε εξαιτίας των τσιμπημάτων στις ρώγες μου, ήταν εμφανέστατες. Χριστέ μου! Ήμουν γυμνός μπροστά σ έναν άγνωστο ο οποίος μου τσιμπούσε βάναυσα τις ρώγες και καύλωνε με την πάρτι μου. Τι μου συνέβαινε; Λαχταρούσα να κατεβάσει κι αυτός το παντελόνι του. Αναστέναζα.

-    «Χμμμμμμ… κοίτα, κοίτα πουστράκι μου το καυλάκι σου πως κάνει όταν σε τσιμπάω. Ξεφορτώσου τελείως τα ρούχα σου κι άνοιξε μου τα πόδια σου!»

Τα παραμέρισα και τα έσπρωξα παραπέρα. Είχα τα χέρια μου στον τοίχο ανοιχτά και τα κωλομέρια μου τεντωμένα πάνω του. Στιγμή δεν με είχε αφήσει. Τριβόταν πάνω μου και με φιλούσε με λύσσα στο λαιμό και στο αφτί ψιθυρίζοντας μου διάφορα.. Τα δάχτυλα του έσφιγγαν απελπιστικά τις ρώγες μου και τις τραβούσαν προς τα έξω. Καλά. Κόντευα να χύσω χωρίς να πειράζω την πούτσα μου που κόντευε να εκραγεί μόνο και μόνο απ’ τις ρώγες μου.

-    «Πρώτη σου φορά Κωστάκη;».

-    «Μάλιστα κύριε…»

-    «Νίκο. Κύριε Νίκο για σένα Κωστάκη. Βγάλε την μπλούζα σου. Χάιδεψε την πούτσα μου…»

Παραμέρισε και ήρθε απ’ το πλάι μου. Έβγαλα το μακό μου και του ξαναστήθηκα όπου το αριστερό μου χέρι πήγε πάνω απ’ το παντελόνι του.

-    «Εεετσι… Κωλόπαιδο!»

Την έτριβα πάνω απ’ το παντελόνι του. Ήταν σκληρή. Ήθελα τόσο πολύ να τη βγάλω έξω. Το δεξί του χέρι άφησε τη ρώγα μου και το έφερε στο στόμα μου.

-    «Δείξε μου Κωστάκη πως θα ‘θελες να με γλείψεις!»

Τα δυο του δάχτυλα μπαινόβγαιναν στο στόμα μου βίαια ενώ με το άλλο του χέρι δεν έλεγε να αφήσει την αριστερή μου ρώγα την οποία εξακολουθούσε να ταλαιπωρεί δυνατά. Ένιωθα γουλιές να βγαίνουν απ’ το καυλί μου. Η γλώσσα μου έκανε γύρους - γύρους από τα δάχτυλα του. Που και που τα έσπρωχνε δυνατά μέχρι το λαρύγγι μου… πνιγόμουν. Όλη αυτή την ώρα εξακολουθούσα να τρίβω πάνω απ’ το παντελόνι του την σκληρή του πούτσα.

-    «Σ’ αρέσει;... Πώς σου φαίνεται που ανακαλύπτεις ότι είσαι πούστης καυλιάρα μου;»

Να υποθέσω πως η ερώτηση του ήταν πιο πολύ ρητορική παρά ερώτηση απορίας. Μου άρεσε! Έβλεπε πως ρουφούσα με λύσσα τα δάχτυλα του, το καυλί μου έσταζε, αναστέναζα. Το χέρι του κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια μου. Το δάχτυλο του πέρασε πάνω κάτω απ’ την κωλοχαράδρα μου και πάνω απ’ την κωλοτρυπίδα μου δίνοντας μου ρίγη ηδονής.

-    «Το θες ξεκωλιάρη;»

-    «Μάλιστα κύριε Νίκο. Σας παρακαλώ…»

Και τέντωνα τα οπίσθια μου κάθε φορά που περνούσε το δάχτυλο του απ’ την κωλοτρυπίδα μου επάνω. Εξακολουθούσε να γλείφει το λαιμό μου και τα αφτί μου. Μου ψιθύρισε:

-    «Βγάλε με το χέρι σου την ψωλή μου καριόλη. Βγάλε την και κράτα την σφιχτά πουστράκι μου. Κράτα την να δεις πως είναι μια ψωλή».

Το έκανα. Με το ζόρι αναστέναζα. Πονούσε η ρώγα μου, καύλωνα με τα δάχτυλα του που περνούσαν πάνω απ’ τη σχισμή μου. Έλυσα τη ζώνη, ξεκούμπωσα το παντελόνι και κατέβασα το φερμουάρ του. Το παντελόνι του αμέσως έπεσε στους αστραγάλους του. Φορούσε σλιπάκι και στην άκρη του καυλιού το σλιπάκι ήταν μούσκεμα απ’ τα υγρά του. Το ένιωθα τόσο όμορφα στην παλάμη μου. Έβαλα μέσα στο σλιπ του το χέρι μου κάτω απ’ τα αρχίδια του που ήταν απίστευτα μεγάλα και χοντρά και τα έβγαλα έξω. Μμμμμ… τι όμορφη αίσθηση τα αρχίδια του.

Ψηλάφισα την πούτσα του. Δεν ήταν ιδιαιτέρα μεγάλη, γύρω στα 18 εκατοστά και σίγουρα ήταν πιο χοντρή απ’ την δικιά μου. Αυτό με ερέθισε. Το πουτσοκέφαλο του ήταν μούσκεμα. Το ψηλάφισα και ένιωθα την ψωλή του να τινάζεται. Τελικά έπιασα το καυλί και το έπαιξα λίγο μπρος - πίσω. Εκείνος πλέον όση ώρα εγώ επεξεργαζόμουν την πούτσα του, είχε κολλήσει το ένα του δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα μου επάνω και έκανε κύκλους γύρω - γύρω απ’ τα τοιχώματα της. Άθελα μου και τελείως ασυναίσθητα, έσπρωχνα το κωλαράκι μου προς τα πίσω.

-    «Σας παρακαλώ.. βάλτε το μου. Γαμήστε με κύριε Νίκο!»

Δεν περίμενε άλλο. Απότομα, με μια κίνηση -μια κι έξω- το έχωσε βαθιά μέσα μου. Έτσουξε… πόνεσα. Μου ήρθε η αίσθηση να πάω στην τουαλέτα. Αλλά στην πορεία χαλάρωσα. Το είχε σφηνώσει μέσα μου βαθιά. Δεν το κουνούσε όχι μέσα - έξω, αλλά γύρω - γύρω. Η ψευδαίσθηση της τουαλέτας αλλά και το τσούξιμο φύγανε και τη θέση τους πήρε η απέραντη καύλα. Με τα δυο - τρία πρώτα μου μουγκρητά ηδονής, ένιωσα το δεύτερο του δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα μου επάνω. Το έχωσε κι αυτό με μια κίνηση. Έσφιξα τον πούτσο του δυνατά άθελα μου. Ένας ήχος πόνου έφυγε απ’ το στόμα μου.

-    «Σκάσε Κωστάκη! Θες να μας ακούσουν;»

Μούγγριζα από πόνο κι έσφιγγα την ψωλή του. Όχι επίτηδες, ασυναίσθητα το έκανα, μιας και την κρατούσα. Εκείνον όμως τον καύλωνα. Τα δάχτυλα του ήταν σφηνωμένα μέσα μου κι ακίνητα. Τα είχε αφήσει για να συνηθίσει η τρύπα μου την διάμετρο τους. Ο άνθρωπος αυτός ήξερε πολύ καλά τι έκανε… και τίποτα δεν το έκανε τυχαία. Είχα χάσει τη στύση μου. Σιγά - σιγά όμως άρχισα να χαλαρώνω. Ξανάρχισα να αναστενάζω και να παίζω πάνω - κάτω με την ψωλή του. Εκείνος, όπως και πριν, δεν μπαινόβγαζε τα δάχτυλα του αλλά τα κουνούσε κυκλικά και πάνω - κάτω. Ξανακαύλωσα. Η πούτσα μου είχε γίνει ξανά σκληρή σαν πέτρα. Χτυπούσε με τα δάχτυλα του τον προστάτη μου. Αναστέναζα… άρχισα να κουνάω τα οπίσθια μου.

-    «Είμαι δικός σας κύριε Νίκο.. Σας παρακαλώ, ελάτε να με γεμίσετε. Θέλω. Μην με ταλαιπωρείται άλλο…»

Θυμάμαι να τον παρακαλάω. Δεν ήθελα και πολύ. Ήμουν πολύ κοντά στο να χύσω. Κάτι το γλείψιμο στο λαιμό, οι δυνατές τσιμπιές στη ρώγα μου, που πλέον είχε μουδιάσει και με πονούσε τόσο καυλωτικά, και τα δυο δάχτυλα στην κωλοτρυπίδα μου, με έκαναν να έχω χάσει το μυαλό μου. Το μαλάκιζα κι ένιωθα τόσο όμορφα με το παλαμάρι του στη χούφτα μου. Απότομα σταμάτησε κι έβγαλε τα δάχτυλα του από πίσω μου.. Με έπιασε απ’ την μέση και με γύρισε φάτσα κάρτα μπροστά του. Χωρίς να προλάβω να πω κάτι… είχε φέρει τα δυο δάχτυλα απ’ τον κωλοτρυπίδα μου στο στόμα μου.

-    «Γλείψ’ τα!»

Το έκανα. Με κοιτούσε επίμονα. Τα έχωνε βαθιά μέσα στο λαρύγγι μου. Τα σάλιωνα και τα σάλια μου έσταζαν στο στήθος μου έτσι όπως τα έχωνε μέσα στο στόμα μου. Κόλλησε πάνω μου… ο πούτσος του στον πούτσο μου. Το ένα του χέρι ξανάρθε στη ρώγα μου και το άλλο σαλιωμένο κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια μου, από μπροστά, κάτω απ’ τα αρχίδια μου. Τα δυο του δάχτυλα ξαναχώθηκαν μέσα μου. Αυτή την φορά μπήκαν χωρίς καμιά δυσκολία. Τα έσπρωχνε βαθιά, δεν τα μπαινόβγαζε… αφού τα είχε μέσα μου τα έσπρωχνε με δύναμη και σχεδόν με ανασήκωνε από εκεί. Πήγα να αναστενάξω, αλλά κόλλησε πάνω μου και με γλωσσοφιλούσε τρυφερά.

-    «Θέλεις να γίνεις το πουστάκι μου μικρέ Κωστάκη; Να σε γαμάω όποτε θέλω; Θα είσαι η πουτανίτσα μου!»

-    «Θέλω, θέλω, θέλω!» αναστέναζα.

Ήθελα να με γαμήσει.

-    «Όχι σήμερα. Εκτός κι έχεις προφυλακτικό μαζί σου, Άλλη μέρα. Έχεις;»

-    «Έχω».

Πάντα είχα καλού κακού δυο προφυλαχτικά στο πορτοφόλι μου μέσα.

-    «Γονάτισε!»

Με έπιασε απ’ τους ώμους και με έσπρωξε αργά, αλλά χωρίς να σηκώνει και κουβέντα, προς τα κάτω. Το έκανα, ,ε μεγάλη μου λύπη, μιας και τα δάχτυλα του βρήκαν από μέσα μου αφήνοντας ένα περίεργο κενό. Απ’ την άλλη όμως, βρέθηκα φάτσα κάρτα με τον υγρό του πούτσο. Περιέργως το στόμα μου γέμισε σάλια. Τον μύριζα. Μμμμμμμ… Φοβερή μυρωδιά. Καμιά σχέση με την μυρωδιά που ήμουν μαθημένος απ’ τα διάφορα μουνάκια. Έβλεπα το πουτσοκέφαλο του υγρό και ήθελα να το πάρω στο στόμα μου. Πιάνοντας το πίσω μέρος του κεφαλιού μου με το ένα του χέρι και με το άλλο το καυλί του, έφερε το πρόσωπο μου πάνω στα αρχίδια του και στη βάση του καυλιού του.

-    «Θέλω να τα μυρίσεις… τα αρχίδια μου… τον πούτσο μου.!»

Με τα χέρια μου κρατήθηκα απ’ τα πόδια του και άρχισα να μυρίζω γύρω - γύρω απ’ την πούτσα του τα αρχίδια του, τη βάση της ψωλής του, από πάνω της και κατά μήκος της. Τον άκουγα που βογκούσε όλο καύλα. Υπέθεσα πως τα κάνω καλά. Μετά… δισταχτικά και καθώς με κοίταζε, τον έφερα δίπλα στα χείλια μου και τον ακούμπησα εκεί χωρίς να ανοίξω το στόμα μου. Τι όμορφη που ήταν η υφή του! Τόσο απαλός… και το σπέρμα τόσο χμμμμμμ.. γλιστερό.

Άρχισα να πηγαινοφέρνω το πουτσοκέφαλο του στα χείλια μου. Τα προσπερματικά του υγρά ήταν παντού. Γλιστρούσε τόσο όμορφα…! Και η μυρωδιά του με τρέλαινε! Με το χέρι μου τον κρατούσα σφιχτά κάνοντας τις φλέβες του να πετάγονται. Έφερα την ουρήθρα του στο κέντρο τον χειλιών μου και με την γλώσσα μου άρχισα να την πειράζω. Βογκούσε βαριά. Με μια κίνηση άνοιξα το στόμα μου και προσπάθησα να τον βάλω όλον μέσα μου. Όσο τον έχωνα τόσο τον έσφιγγα με τα χείλια μου.

Για μένα ήταν απλό. Του έκανα ότι θα μου άρεσε να μου κάνουν. Αναστέναζε βαριά και μούγγριζε. Με τα δυο του χέρια έπιασε το κεφάλι και άρχισε να γαμάει το στόμα μου. Ο πούτσος του μπαινόβγαινε ρυθμικά μέσα μου μέχρι το λαρύγγι μου. Με είχε τρελάνει. Η κωλοτρυπίδα μου ανοιγόκλεινε συνέχεια και το καυλί μου έκανε συσπάσεις. Χριστέ μου! Άρχισα να χύνω. Είχα κατακαυλώσει. Ήμουν απίστευτα ερεθισμένος χωρίς να αγγίξω την πούτσα μου απ’ τον πόθο μου και μόνο. Το μόνο που έκανα ήταν να σφίγγω την κωλοτρυπίδα μου, να τινάζεται ο πούτσος μου και γουλιές σπέρματος να φεύγουν από μέσα του.

Η πούτσα του εξακολουθούσε να μπαινοβγαίνει μέσα μου. Χριστέ μου! Αυτή η μυρωδιά… έτρεμα και ένα τεράστιο ηλεκτρικό ρεύμα χτυπούσε το κορμί μου. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως αυτό το κομμάτι κρέατος θα μου έδινε τέτοια ηδονή. Εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα.

-    «Πιάσε το προφυλακτικό σου Κωστάκη και φόρεσε μου το σαν καλό παιδάκι!»

Πιο εκεί ήταν πεταμένο το σορτσάκι μου. Το έπιασα και βγάζοντας το προφυλακτικό που είχα του το έβαλα. Σηκώθηκα και παίρνοντας με αγκαλιά με γλωσσοφιλούσε. Με το ένα του χέρι με κρατούσε απ’ την μέση ενώ με το άλλο του έπιασε το μισοσηκωμένο μου καυλί. Ήταν μέσα στα χύσια.

-    «Μωρή πούστρα, έχυσες;»

-    «Μ… μ… μ. μάλιστα κύριε Νίκο… δεν άντεξα…» του απάντησα τρέμοντας από την καύλα.

-    «Τι παιδί είσαι εσύ; Φλέβα χρυσού χτύπησα! Έχυσες χωρίς να μαλακιστείς αγόρι μου; Και γιατί δεν μου το είπες; Ήθελα τόσο πολύ να το δω αυτό!»

Παίζοντας αρκετά βίαια με το καυλί μου όσο μου μιλούσε, το τραβούσε και το πίεζε. Στη συνέχεια έφερε το χέρι του στο στόμα μου και με πρόσταξε να γλείψω τα χύσια μου απ’ αυτό. Ταυτόχρονα εγώ τον κρατούσα απ’ την πούτσα του και την μαλάκιζα.

-    «Γλείψ’ τα καριόλη! Γεύσου το σπέρμα σου, διότι σε λίγο θα σου δώσω το δικό μου θέλω τόσο όσο θα σε πηδάω να μυρίζεις το σπέρμα σου πουστάκι μου και να καυλώνεις λαχταρώντας το δικό μου!»

Το πασάλειψε στα ρουθούνια μου, στο στόμα μου και τέλος έχωσε τις δαχτυλάρες του βαθιά μέσα στον λάρυγγα μου.

-    «Γύρνα…! Βάλε το ένα σου πόδι στο τραπέζι και άνοιξε μου τα παρθένα κωλομέρια σου τσούλα!»

Έπεσα μπρούμυτα στο τραπέζι έχοντας σηκώσει το ένα μου πόδι επάνω στο τραπέζι και τα άλλο μου στο δάπεδο, ενώ με τα δυο μου χέρια κρατούσα ανοιχτό το κωλαράκι μου. Έφτυσε στην κωλοτρυπίδα μου ξανά και ξανά… μέχρι που γονάτισε και άρχισε να μου την γλείφει και να χώνει μέσα της τη γλώσσα του. Έκανε θηλιά τα δάχτυλα του και πιάνοντας μου τα αρχίδια μου απ’ τη βάση τους τα τραβούσε δυνατά προς το μέρος του και στην συνέχεια έφερε τα δυο του δάχτυλα με τα άλλο του χέρι και σιγά - σιγά τα έχωσε μέσα μου.

Τα άφησε να τα συνηθίσω και μετά όσο γαμούσε την τρύπα μου με τα δάχτυλα του, τραβούσε προς το μέρος του τα αρχίδια μου, βάζοντας τελείως τα δάχτυλα του ξαναέφτανε και τα ξανάχωνε μέσα μου. Πονούσα κάθε φορά που χωνόταν αλλά με το που έφταναν όλα μέσα μου, μου άρεσε… και ξανά… και ξανά… Τέλος, ακούμπησε την πούτσα του στην τρύπα μου…

-    «Ουε κι αλίμονο και μας ακούσουν μαλακισμένο! Θα σε συντρίψω!»

Σταθερά άρχισε να σπρώχνει ενώ με κρατούσε σφιχτά απ’ τα καπούλια μου. Μου ήρθε όχι να φωνάξω, αλλά να ουρλιάξω. Δεν ήταν το ότι με ξεχείλωνε αλλά ένιωθα να τρυπάει το έντερο μου και όσο πιο πολύ εισχωρούσε μέσα μου, τόσο πιο πολύ ένιωθα να με σουβλίζει.
Ποια καύλα και ποια στύση; Δάκρυσα κι έλεγα:

-    «Όχι! Μη! Τραβήξου!» και προσπαθούσα να τον σπρώξω με το χέρι μου.

Ήθελα να τραβηχτώ μακριά του. Άρχισα να δακρύζω. Τον παρακαλούσα να σταματήσει κλαίγοντας πια… Μάταια. Τα δάχτυλα του είχαν καρφωθεί στα κωλομάγουλα μου και με κρατούσε πολύ σφιχτά. Δεν σταμάτησε παρά μονάχα όταν ένιωσα την κοιλιά του στα κωλομέρια μου και είχε χωθεί όλος μέσα μου. Έκλαιγα. Έσκυψε επάνω μου, στην πλάτη μου και μου ψιθύρισε στ’ αφτί..

-    «Ηρέμισε Κωστάκη… χαλάρωσε…»

-    «Σας παρακαλώ… φτάνει… δεν θέλω…» τον εκλιπαρούσα.

-    «Σκάσε μαλακισμένο! Θα τον φας μέχρι να με κάνεις να χύσω. Χαλάρωσε μην σφίγγεσαι. Εάν το καταφέρεις θα δεις πως θα σ’ αρέσει. Χαλάρωσε…»

Σιγά - σιγά τον έσπρωχνε χωρίς να τον μπαινοβγαίνει. Έκλαιγα και πονούσα αφόρητα. Με κάθε του σπρώξιμο νόμιζα πως θα λιποθυμήσω. Στη συνέχεια άρχισε να τον μπαινοβγάζει μέσα μου όλο και πιο γρήγορα με σταθερό ρυθμό. Είχα ανοίξει. Πλέον δεν σφιγγόμουν. Ψιθυριστά μου έλεγε:

-    «Με καυλώνεις βρε πούστη που κλαις. Με τρελαίνεις. Πονάς καριόλα; Πονάς τώρα μωρή αδερφάρα; Είσαι δικιά μου πλέον…»

Ο πόνος σιγά - σιγά άρχισε να εξασθενεί και έδωσε την θέση του σε μια γλύκα. Πάλι πονούσα αλλά ήταν ένας γλυκός πόνος. Το κλάμα μου σιγά - σιγά έγινε βογκητό και τέλος αναστέναζα λαχανιασμένα κάθε φορά που χωνόταν μέσα μου. Το πονάω, πονάω είχε αντικατασταθεί με:

-    «Ναι, ναι, ναι, ναι! Είμαι δικός σας κύριε Νίκο. Τι μου κάνετε; Με τρελαίνετε! Είστε ο γαμιάς μου!»

-    «Θα έρχεσαι σ’ εμένα Κωστάκη; Θα σε πηδάω. Ποιος είναι ο γαμιάς σου μωρή αδερφάρα;»

-    «Εσείς! Χριστέ μου! Το κωλαράκι μου σας άνοιξε. Σκίστε το!»

-    «Τι μου είσαι μωρή αδερφάρα;»

-    «Το γκομενάκι σας κύριε…»

Είχα ξανακαυλώσει. Η πούτσα μου ήταν σκληρή ξανά σαν πέτρα. Χτυπούσε δεξιά κι αριστερά στα μπούτια μου αλλά και πάνω - κάτω στο τραπέζι. Τα ότι με κρατούσε απ’ τα κωλομέρια με τρέλαινε. Τα δάχτυλα του με ερέθιζαν όπως τα ένιωθα να με κρατάνε σφιχτά και να με καρφώνει πάνω στην ψωλή του. Άλλοτε τα άνοιγε κι άλλοτε τα έκλεινε, σαν να ήθελε να τα ξεσκίσει. Ήθελα τόσο πολύ να μου τα χαστουκίσει, να μου τα κοκκινίσει! Τρελαινόμουν με την ψωλή του που χωνόταν ρυθμικά μέσα μου χτυπώντας τον προστάτη μου. Είκοσι λεπτά με γαμούσε, άλλοτε αργά, κι άλλοτε δυνατά και βίαια. Όσο η πούτσα μου χτυπούσε δεξιά κι αριστερά μου μετέφερε κύματα ηδονής.

-    «Θα χύσω ξανά κύριε Νίκο… Με ξεκωλιάζετε υπέροχα! Μην σταματάτε, σας παρακαλώ…»

-    «Χύσε πουστάκι μου! Χύσε μωρό μου. Χύσε ξεκωλιάρικο!»

Και πάλι χωρίς να αγγίξω το καυλί μου, άρχισα να χύνω. Σε κάθε του κάρφωμα, γουλιές σπέρματος πετάγονταν από μέσα μου. Όπως και την πρώτη φορά, έτσι και τώρα ο οργασμός μου δεν ήταν ολοκληρωμένος, ήταν συνεχής, αλλά όχι ολοκληρωμένος. Ήθελα τόσο πολύ να μαλακιστώ αλλά δεν μπορούσα να φτάσω το πέος μου. Μούγγριζα σαν τρελός. Οι οργασμοί μου ήταν πρωτόγνωροι. Μου άρεσε. Μου άρεσε. Αυτός ο άντρας… ο πούτσος του… ο τρόπος που με πηδούσε. Άλλοτε βίαια, κι άλλοτε ερωτικά και τρυφερά.

Συνέχισε… Μου άλλαξε στάση. Ανάσκελα στο τραπέζι. Παίρνοντας για μια ακόμη φορά τα χύσια μου τα έφερε στο στόμα μου, κι αφού του τα έγλειψα, έσκυψε και με φίλησε στο στόμα. Με πηδούσε και έπνιγε τους αναστεναγμούς μου στο στόμα του. Με το καυλί του βίαζε τον κώλο μου και με την γλωσσάρια του το μυαλό μου. Με κάρφωνε και με φιλούσε. Άλλοτε πάλι πιπιλούσε τα αφτί μου ψιθυρίζοντας μου βωμολοχίες… κι εγώ τον αποκαλούσα:

-    «Γαμιά μου. Άντρα μου! Πουτσαρά μου!»

Του υποσχόμουν πως θα είμαι η ερωμένη του, το πουστάκι του. Πως θα είμαι παρών σε κάθε του κάλεσμα. Η κωλοτρυπίδα μου είχε ανοίξει για τα καλά. Με ξέσκιζε. Άλλοτε τσιμπούσε βάναυσα τις καυλόρωγες μου κι άλλοτε τραβούσε τα αρχίδια μου ή την πούτσα μου, η οποία είχε αρχίσει να ξανασηκώνεται. Έβαλε τα πόδια μου στους ώμους μου κι επιτάχυνε τον ρυθμό του. Καλά.. Είχα πάθει την πλάκα μου. Είχα εξαντληθεί. Πόσες αντοχές είχε αυτός ο άνθρωπος; Με γαμούσε σχεδόν τρία τέταρτα.

-    «Θα χύσω Κωστάκη…!»

Βρήκε από μέσα μου και αυταρχικά, βγάζοντας την καπότα του, μου είπε:

-    «Γονάτισε πουστάκι μου. Ήρθε η ώρα να σε ταΐσω…»

Σηκώθηκα και γονάτισα μπροστά του. Ταυτόχρονα έπιασα την δικιά μου την πούτσα και μαλακιζόμουν, χωρίς να τον αγγίξω εγώ, κι άρχισε να μου γαμάει το στόμα.

-    «Όλα θα τα ρουφήξεις και θα τα καταπιείς μαλακισμένο. Βγάλε την γλώσσα σου..»

Τραβούσε μαλακία πάνω στη γλώσσα μου. Όταν ήρθε η ώρα, απότομα, πιάνοντας με απ’ το σβέρκο, χώθηκε μέσα μου. Με την πρώτη ριπή του πήγα να πνιγώ. Έκανα να τραβηχτώ αλλά με το δυνατό του χέρι στο σβέρκο μου με κρατούσε εκεί. Ήταν ζεστά… καυτά, κολλώδη και πηχτά. Χτύπησαν στον ουρανίσκο μου. Κατάπια με δυσκολία. Μέχρι να τα καταφέρω, έκανε προς τα πίσω κι ακολούθησαν κι άλλα.. κι άλλα, κι άλλα. Κάθε φορά που μπαινόβγαινε στο στόμα μου, γαμώντας το, εκσπερμάτωνε.

Δεν προλάβαινα να καταπιώ. Μπούκωσα αλλά κατάπινα. Και καθώς ήταν γεμάτο το στόμα μου, άλλα έσταζαν στο στήθος μου. Χριστέ μου! Τι έντονη μυρωδιά. Καθώς μαλακιζόμουν κι εγώ ταυτόχρονα, άρχισα να ξαναχύνω. Τιναζόμασταν παρέα. Ήταν τέλεια. Ξαναβρήκαμε τις ανάσες μας. Ακόμη τον είχα στο στόμα μου… τον πιπιλούσα… τον ρουφούσα…

-    «Καθάρισε τον Κωστάκη. Καλά! Όλον ξεκωλιάρα! Μην αφήσεις σπέρμα ούτε για δείγμα! Ρούφα!»

Έμεινα γυμνός στα γόνατα με το ψωλάκι μου, μικρό πια, στο χέρι μου και τον κοιτούσα να ντύνεται, απαθέστατος. Έβγαλε την κάρτα του και μου την έδωσε. Γιατρός!

-    «Θα σου τηλεφωνώ και θα έρχεσαι στο εξοχικό μου να σε γαμάω. Από εδώ και πέρα μου ανήκεις. Θα είσαι η γκομενίτσα μου… η ερωμένη μου! Το κατάλαβες;»

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Η σκέψη με ερέθιζε. Ήθελα. Χυμένος, να στάζουν ακόμη τα χύσια του απ’ το πρόσωπο μου, κι αυτή η δυνατή μυρωδιά… ενώ εκείνος στεκόταν μπροστά μου ντυμένος με το κουστούμι του. Ήθελα. Έφυγε απ’ τις σκάλες. Τον άκουσα να χτυπάει το κουδούνι του κάτω ορόφου. Φωνές, γέλια και να μπαίνει μέσα. Ήμουν σαστισμένος κι ερεθισμένος με όλο αυτό. Φυσικά δεν πήγα στον φίλο μου για να δούμε αυτή την ταινία. Επέστρεψα σπίτι και κάνοντας ένα μπάνιο και κωλοδαχτυλιάζοντας τον εαυτό μου, ξανάχυσα με τη σκέψη του.

Μέχρι και σήμερα με πηδάει. Όποτε έχει χρόνο μου τηλεφωνεί και πάμε στο εξοχικό του στο Σούνιο. Έχω γνωρίσει και την γυναίκα του. Άλλοτε κοιμάμαι εκεί κι άλλοτε όχι. Αναλόγως. Είμαστε δυο φίλοι για τον κόσμο και κεκλισμένων των θυρών, είμαι η γκόμενα του, το πουστάκι του, το σεξουαλικό του δουλάκι. Κάποια στιγμή με μοιράστηκε με τον κολλητό του. Αυτό συμβαίνει αραιά και που. Και μια άλλη φορά με άλλους δυο. Αλλά αυτά είναι άλλες ιστορίες…

(Copyright protected OW ref: 34767)