Μετά την στέγη του άλλαξαν και τα... φώτα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Είμαι 23 Ετών, φοιτητής στο πτυχίο. Μελαχρινός, μαύρα μάτια, 84 Κιλά και 1μ 83εκατ. ύψος.

Η Ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή, πραγματοποιήθηκε αυτό το καλοκαίρι σε ένα από τα ομορφότερα χωριά των Ιωαννίνων.

Πόσο μισώ τα ταξίδια με το λεωφορείο... ο περίεργος κόσμος που εκνευρίζεται με το παραμικρό... η περίεργη κατανομή των θέσεων και ο πάντοτε εκνευρισμένος οδηγός. Έλα που όμως έπρεπε να πάω στο Χωριό μου και αυτό όχι μόνο επειδή ήθελα να ξεκουραστώ από το έτος που πέρασε αλλά και επειδή η στέγη στο πατρικό μου σπίτι ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Και δυστυχώς αναγκασμένος από τους γονείς μου (έπρεπε βλέπετε να πάνε σε γάμο δεύτερης ξαδέρφης... Υποχρεώσεις γαρ...) να «υποδεχτώ» τα «παιδιά» που ανέλαβαν την οικοδόμηση μια νέας στέγης.

Αφού λοιπόν είχα ταξιδέψει 400 χιλιόμετρα έφτασα κάποια στιγμή στο σπίτι, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Έκανα ένα ντους, φόρεσα ένα σορτς και αποκοιμήθηκα. Το επόμενο πρωί ξύπνησα από το χτύπημα του κουδουνιού. Άνοιξα και μισοζαλισμένος και ημίγυμνος στάθηκα μπροστά στον Βασίλη.

Ήταν ένας από τα 3 παιδιά που θα ανοικοδομούσαν την στέγη. «Καλημέρα, με συγχωρείς, σε ξύπνησα?» ρώτησε. «Όχι βέβαια» απάντησα. «Ήθελα να ρωτήσω εάν έχεις λίγο κρύο νερό». «Και το ρωτάς, μισό λεπτό». Του γύρισα την πλάτη και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα άνοιξα το ψυγείο και έβγαλα ένα μπουκάλι κρύο νερό και γυρνώντας στην εξώπορτα του έδωσα το νερό λέγοντας: «Ορίστε, θα σας φτιάξω και φραππέδες, πες μου απλά πως τους πίνετε;». «Φτιάξε γλυκούς χωρίς γάλα... έχουμε πολύ γάλα βλέπεις», είπε και γέλασε. Να είμαι ειλικρινής εκείνη την στιγμή δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε να μου πει με αυτό και έτσι του χαμογέλασα λέγοντας: «Θα τους έχετε σε λίγο». Ο Βασίλης χαμογέλασε και έφυγε. Πήγα στην συνέχεια στο μπάνιο να πλυθώ. Φόρεσα ρούχα και πήγα στην κουζίνα για να χτυπήσω τους καφέδες.

Βγαίνοντας με τον δίσκο αντίκρισα κάτι μοναδικό. Τρεις υπέροχοι άνδρες, κάτω από τον ήλιο να σηκώνουν κεραμίδια... ημίγυμνοι φορώντας απλά τα βρώμικα τους παντελόνια. Κοιτούσα να βλαμμένος προς την στέγη. Όταν ξαφνικά ο Βασίλης φώναξε... «Αντε τι έγινε, ρίζες έβγαλες ?».

Δίνοντας τον δίσκο με τους καφέδες στον Βασίλη είδα ότι ο πελώριος του πούτσος πιεζόταν μέσα στο παντελόνι του. Ο Βασίλης με κοίταξε από πάνω έως κάτω και εγώ απλά του χαμογέλασα. Γύρισα και μπαίνοντας στο σπίτι ένιωθα απίστευτες καύλες. Το βλέμμα του είχε κάτι το μυστηριώδης το όμορφο, το ωραίο. Ο Βασίλης (το όνομα του θα μου το πει όπως θα διαβάσετε σε λίγο) ήταν πολύ ψηλός γύρω στα 29 με απίστευτα μπράτσα και ένα κορμί τρελά γυμνασμένο και ηλιοκαμένο.

Αποφάσισα να καθίσω στον καναπέ και να βάλλω μια καλή τσόντα στο βίντεο, έτσι για να εκτινάξω τις καύλες μου στον αέρα. Έβαλα την ταινία, άνοιξα τα πόδια μου, έκατσα στον καναπέ του σαλονιού, πήρα το τηλεκοντρόλ, πάτησα το Play και άρχισα να «τον» παίζω.

Οι καύλες μου απίστευτες.
Ήμουν έτοιμος να βγω γυμνός και να φωνάξω... παλιομαλάκα Βασίλη... έλα να με πάρεις τώρα.
Ξαφνικά άκουσα τον Βασίλη να φωνάζει... «Φιλαράκο, μας φέρνεις λίγο νεράκι παγωμένο ?».
Αναστέναξα βαρέως. Έβγαλα το σορτ μου, φόρεσα ένα αθλητικό παντελόνι κάποιας φόρμας μου, πήγα στην Κουζίνα, έβγαλα ένα μπουκάλι νερό (παγωμένο) και βγήκα με την ψωλή μου τεντωμένη στο προαύλιο.

Χωρίς ενοχές και ντροπή στάθηκα μπροστά στον Βασίλη και ρώτησα δίνοντας του το μπουκάλι, με ένα πλατύ χαμόγελο... «Αλήθεια ρε αδερφέ πώς σε λένε?». «Βασίλης, εσένα ομορφόπαιδο πώς σε λένε;» «Είμαι ο Γιάννης» του ανταπέδωσα. «Γιάννη, να ρωτήσω, μήπως μπορώ να χρησιμοποιήσω το μπάνιο σας; Και πριν το ξεχάσω, ο Αλβανός βοηθός μας, έπρεπε να φύγει. Την δουλειά του θα την βγάλουμε εμείς» «Δεν πειράζει, και βέβαια Βασίλη», του απάντησα. «Ακολούθησε με».

Καθώς κατευθυνόμασταν προς την πόρτα του σπιτιού μου, ακούγαμε βογκητά. Είχα ξεχάσει το Βίντεο και την τσόντα. Έτρεξα γρήγορα μέσα στο σαλόνι και έκλεισα την «ταινία». «Όχι ρε Γιαννάκο, τι μας την έκλεισες; Δεν βλέπεις τι μας κάνεις;» και έδειξε προς το μέρος της πούτσας του. Χαμογέλασε και του είπα: «Εσύ δεν πρέπει να έχεις πρόβλημα να βλέπεις να το κάνουν... εσύ κάθε μέρα πρέπει να γαμιέσαι, τέτοιο ομορφόπαιδο που είσαι...». «Πού είναι το μπάνιο;» διέκοψε ο Βασίλης.

Του έδειξα το μπάνιο και έκατσα στο σαλόνι. Έβγαλα την ταινία, η οποία είχε σχεδόν τελειώσει και έβαλα τηλεόραση. Απόρεσα αν ο Βασίλης ήταν πραγματικά Gay ή αν προσβλήθηκε από τα όσα είπα και έκανα. Αποφάσισα λοιπόν όταν έβγαινε από το μπάνιο να μην του δώσω ιδιαίτερη σημασία.

Ο Βασίλης άκουσα να βγαίνει από το μπάνιο και έτσι απλά του φώναξα: «Bill, ότι χρειαστείτε εδώ είμαι, βάλτε μια φωνή και θα έρθω». Γύρισα και κατεύθυνα το βλέμμα προς την Τηλεόραση.

Ξαφνικά ένιωσα στο λαιμό μου κάτι ιδιαίτερα ζεστό και γύρισα με μια απότομη κίνηση να δω τι ήταν. Μπροστά μου στεκόταν ο απόλυτος θεός, ο Βασίλης με μια ψωλή τουλάχιστον 20 εκατοστά (ε δεν τα μέτρησα κιόλας) τεντωμένη και γυμνός. Παρατήρησα ότι ήταν εντελώς ξυρισμένος και απλά τον κοιτούσα. Η Ψωλή μου ήθελε να βγει από το αθλητικό μου παντελόνι... είχε αρχίσει να γίνεται πολύ μεγάλη...

Ο Βασίλης είχε μπει στο μπάνιο... είχε πλυθεί και ξυρίσει την κώλο- τρυπά του. Στεκόταν πίσω μου και μου χάιδευε με την ιδιαίτερα μεγάλη του πούτσα τον λαιμό.

Με κοιτούσε. «Ξέρεις Γιάννη, μου βγήκες γυμνός έξω με την πουτάνα σου την πούτσα ορθή να με κοιτάει και νομίζεις να μην χρειάζεται να μου δώσεις κάτι παραπάνω από ένα νεράκι. Τι νόμιζες δηλαδή, σήμερα με μια παλιοτσόντα θα την βγάλεις; Έλα λοιπόν τι με κοιτάς σαν την Μαρία Παρθένα» μου είπε. «Πάρε την Πούτσα μου». Χωρίς δεύτερη κουβέντα γύρισα του άρπαξα την πούτσα του και του την πιπίλισα, άρχισα να την παίζω και να τον μαλακίζω.

Ξεκίνησα να βάζω κρατώντας την πούτσα σφιχτά στα χέρια μου, την ψωλή του στο στόμα μου. Ο Βασίλης αναστέναζε... «Τι πουτάνα είσαι εσύ, τέτοια πίπα ούτε στα καλύτερα μου όνειρα...» ! Εγώ απλά βογκούσα από ηδονή. Είχα μια κατακόκκινη, χοντρή, πελώρια και πικρή πούτσα στο στόμα μου, αισθανόμουν απίστευτα ευχαριστημένος. Ο Βασίλης προχώρησε και άρχισε να με πιάνει από το Κεφάλι δίνοντας μου την εντολή να τον γαμάω με το στόμα μου. «Καριόλα, παρ την όλη δική σου, θεέ μου τι είσαι εσύ...» ! Ο Ίδρωτας του έτρεχε και εγώ έγλειφα και έπαιρνα ένα από τα καλύτερα τσιμπούκια.

Ο Βασίλης σε κάποια φάση τινάχτηκε επάνω και φώναζε... «Πουτάνα, έρχομαι... παρ το γάλα που ήθελες...». Ο Βασίλης έβγαλε την ψωλή του από το στόμα μου και την τέντωσε στο πρόσωπο μου και στα χείλη μου. Έχυσε καυτό και κάτασπρο και από τα ωραιότερο χύση... «Έλα Γιάννη, γλείφε...» ! Έγλειφα με την γλώσσα μου, πρόσωπο, χείλη και όπου υπήρχε χύση. Ο Βασίλης έσκυψε και με φίλησε παρά το χύση που είχα παντού στο πρόσωπο μου. Εγώ άρπαξα την πούτσα του και άρχισε εκ νέου να του την γλείφω...ο ίδιος ξαφνικά μου την άρπαξε λέγοντας: «Θέλεις και άλλο? Αχόρταγη πούστρα ?». Εγώ απλά κούνησα το κεφάλι μου. «Κάνε υπομονή...» μου είπε. Με φίλησε, γύρισε στο μπάνιο, ντύθηκε και έφυγε, ανεβαίνοντας στους υπόλοιπους «εργάτες».

Εγώ σαν ζαλισμένος (δεν με είχε ικανοποιήσει ωστόσο ο Βασίλης αφού εγώ είχα αναλάβει την πλήρη «εργασία»). Έτσι και εγώ μπήκα στο μπάνιο και πήρα ένα καυτό μπάνιο... για να συνέλθω. Η γεύση του σπέρματος και της πούτσας ήταν ακόμη στο στόμα μου.

Αφού λοιπόν πλύθηκα, βγήκα από το μπάνιο και ξαφνικά αντίκρισα ένα υπερθέαμα. Εκεί στο σαλόνι υπήρξαν δύο καυτά κορμιά που έπαιζαν τις ψωλές τους. Δεν ήξερα τι μου συμβαίνει... Ο Βασίλης είχε φωνάξει τον έναν από τους δύο «συνεργούς» του. Παρατήρησα ότι η ψωλή του ενός ήταν κάπως μεγαλύτερη...αν και μόνο ψηλό... καυλομένη ! Όπως τα δύο παλαμάρια μαλακίζονταν, η πούτσα μου είχε υψωθεί στα ύψη... Πέταξα την πετσέτα που είχε τυλίξει γύρω από την μέση μου και άρχισα και εγώ την μαλακία. «Πλησίασε», είπε ο Βασίλης, «Πλησίασε, Γιάννη, από εδώ ο Σπύρος, είναι και αυτός δικός μας... Του είπα τι πουτάνα είσαι και είπαμε να κάνουμε ένα μικρό «διάλειμμα».

Χωρίς δεύτερη σκέψη, πλησίασα. Ο Σωτήρης, προς μεγάλη έκπληξη, με άρπαξε και με έριξε στον δερμάτινο μας καναπέ λέγοντας: «Ο Βασίλης μου είπε ότι του πήρες ένα τσιμπούκι από τα λίγα. Επειδή όμως εγώ είμαι ο Βασιλιάς των πιπών θα σου πάρω εγώ τώρα μία και να δεις πώς τις παίρνουν...». Εγώ είχα μείνει άναυδος, και έβλεπα ένα πρόσωπο να χάνετε κάτω από τα μπούτια μου. Ο Σωτήρης ήταν πραγματικός άσος. Ήταν η πρώτη φορά που μου έπαιρναν πίπα.

Έπιασε με το ένα χέρι την πούτσα μου, την έγλειφε και την μαλάκισε παράλληλα, ταυτόχρονα με το άλλο χέρι πίεζε το ένα δάχτυλο του ανάμεσα από τα μπούτια μου, ήταν σαν ο Σωτήρης να νόμιζε πως εκεί κάτω είχα μουνί και μου το έτριβε... Ο Σωτήρης
όμως προχώρησε και άρχισε να μου βάζει δάκτυλο...

Ο Βασίλης μαλακιζόταν και εγώ αναστέναζα. Ένας θεός μου έπαιρνε πίπα και ο άλλος μαλακιζόταν μπροστά στα μάτια μου. Χωρίς δεύτερη σκέψη έκανα νόημα στον Βασίλη να πλησιάσει και έτσι ο Βασίλης μου έχωσε και πάλι την Ψωλή του στο στόμα μου. Και πάλι η ίδια γεύση... αλλά όμορφη αίσθηση. Ο Σωτήρης τώρα τα έδινε όλα και εγώ το ίδιο. Ο Βασίλης είχε σκύψει και μας φιλούσε. Ξαφνικά ο Σωτήρης σταμάτησε το τσιμπούκι και εγώ απλά αναστέναξα λυπηρά και του έριξα ένα βλέμμα στεναχωρημένο...ενώ είχα την πούτσα του Βασίλη μέσα στο στόμα μου. Ο Σωτήρης απλά χαμογέλασε λέγοντας: «Σου άρεσε παλιό βρώμα ? Και που να δεις τι σου ετοιμάζουμε...».

Ο Σωτήρης με άρπαξε με τα δυο του χέρια από τα πόδια και έκανε νόημα στον Βασίλη να με πιάσει από τα χέρια... «Ρε μαλάκες...τι κάνετε ?» ρώτησα. Ο Βασίλης χαμογέλασε και με απαλή φωνή είπε: «Ηρέμησε αγορίνα μου, δείξε μας που υπάρχει εδώ ένα μεγάλο κρεβάτι ?». «Αφήστε με κάτω και θα σας πω» είπα. «Όχι προσταγές, σε εμάς παλιό τομάρι» φώναξε ο Βασίλης και με μια κίνηση με πέταξαν στο πάτωμα.

Άρχισαννα μου τρέχουν δάκρυα. Δεν το περίμενα. Ο Σωτήρης δεν σταμάτησε εκεί...μου έπιασε τα μαλλιά και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Αν είσαι καλό αγόρι θα πάνε όλα καλά...». «Εντάξει» ψέλλισα. Ο Βασίλης και ο Σωτήρης και πάλι με άρπαξαν από πόδια και χέρια και χωρίς δεύτερη σκέψη τους οδήγησα στο ημίδιπλο κρεβάτι του δωματίου μου. Με έριξαν στο κρεβάτι. Ο Βασίλης είπε: «Κοίτα να δεις, τώρα θα έχεις τον πιο καυτό έρωτα της ζωής σου. Θα σε γαμάμε μέχρι να μας τρέχουν τα χύσια από τον κώλο σου». Ο Σωτήρης και ο Βασίλης φιλήθηκαν σαν δύο ερωτευμένα παιδιά και άρχιζαν τελείως γυμνοί καθώς ήταν να μαλακίζονται, ο ένας τον άλλον.

Εγώ απλά κοιτούσα. Ο Βασίλης μου έκλεισε το μάτι και ο Σωτήρης μου χαμογελούσε ενώ
τα δύο παιδιά μαλακίζονταν εγώ δεν έμεινα ακίνητος... άρπαξα την πούτσα μου και την «έπαιζα» ταυτόχρονα χαϊδευόμουν. Ο Σωτήρης σταμάτησε την μαλακία, πρώτος με πλησίασε και άρχισε και πάλι το τσιμπούκι. Αναστέναξα. «Αααχ...έτσι αγόρι, αααχχ». Ο Βασίλης πλησίασε και μου σήκωσε τα πόδια ψηλά και μου τα άνοιξε διάπλατα. «Πόσες πούτσες έφαγες ?» ρώτησε. «Καμία...αααχχχ» ήταν η απάντηση μου. «Ωραία...παρθένα μου πουτάνα».

Έβαλε δύο δάχτυλα στην κωλότρυπα μου. Αναστέναξα. Έβαλε τρία, τέσσερα και στην συνέχεια άρπαξε προφυλακτικό και μου ζήτησε να του το φορέσω με το στόμα. Έχει την τακτική του... Αφού το είχα περάσει, μου έχωσε με μια απότομη κίνηση την πούτσα βαθιά μέσα μου. Βογκούσε και με γαμούσε. Ήταν μια απίστευτη αίσθηση. Ένιωθα να μου καίει ο κώλος. Ο πόνος κατά την είσοδο ήταν απίστευτος. Αλλά ο Σωτήρης με το Τσιμπούκι που μου έκανε μου έδινε κατά κάποιον τρόπο ένα «παυσίπονο» :-). Ο Σωτήρης σταμάτησε προς μεγάλη μου απογοήτευση το τσιμπούκι ενώ ο Βασίλης με χαίδευε και με γαμούσε...

Ο Σωτήρης πλησίασε τον Βασίλη...τον φίλησε και τότε κάτι απίστευτο. Φόρεσε και αυτός ένα προφυλακτικό και... σήκωσε τα πόδια μου ψηλά ενώ η Πούτσα του Βασίλη ήταν μέσα. Ο Σωτήρης έχωσε και εκείνος την πούτσα του μέσα μου. Καλά διαβάσατε, ο Σωτήρης και ο Βασίλης είχαν τις πούτσες μέσα μου...και με γαμούσαν. Αναστέναξα όσο ποτέ...φώναζα από τον πόνο, ούρλιαζα...ενώ οι δυο τους με γαμούσαν. Ο Σωτήρης μου έπιασε την πούτσα και την έπαιζε ενώ ο Βασίλης με χαίδευε. Ο Σωτήρης είχε τον κώλο του πάνω από το πρόσωπο μου και μου έλεγε ενώ φώναζα και ούρλιαζα... «Παλιοσκρόφα... σκάσε και γλείφε την κλητορίδα μου που να πάρει...». Εγώ όμως φώναζα... «Πονάω...αφήστε με...πονάω...αααχχχ...ααααχχχ...πονάω».

Κανείς από τους δύο δεν σταμάταγε. Η ηδονή μου από την άλλη ήταν απίστευτη. Είχα δυο πανέμορφα αγόρια στο δωμάτιο μου, να με γαμάνε οι δύο από μια τρύπα. Έχυσα τουλάχιστον 3 φορές ενώ το γαμήσι συνεχιζόταν. Ο Βασίλης έλεγε συνεχώς: «Τι πούτσα έχεις ρε Σωτήρη...» ! Ο Βασίλης πρώτος πέταξε την ψωλή του έξω ενώ πέταξε το προφυλακτικό (που κράτησα για ανάμνηση) στο πάτωμα και με φωνή δυνατή και γεμάτο παρατονίες είπε: «Παρ τον στο στόμα σου... Να σου χύσω μέσα στο στόμα σου...» Ο Σωτήρης όπως ήταν καθισμένος πάνω μου κατέβηκε και έλαβε την θέση του Βασίλη ενώ πλέον μόνος με γαμούσε ανελέητα. «Κοίτα Σωτήρη, πώς του τα χύνω...». Ο Βασίλης μου τα έχυσε όλα στο στόμα....και πιέζοντας το κεφάλι μου στο κρεβάτι διέταξε... «Θα τα καταπιείς πάλιο-τσούλα». Έτσι και έγινε...

Η Πούτσα του τώρα κρεμόταν πάνω από το πρόσωπο μου και πάλι γονάτισε και μου έγλειφε ενώ με φιλούσε τα χύσια του. Συνέχισε το γλείψιμο γύρισε σε στάση 69 και μου έδινε την πούτσα του ενώ εκείνος έγλειφε την πούτσα μου που από το τσιμπούκι του Βασίλη και το γαμήσι του Σωτήρη δεν άργησε να έρθει. Ο Βασίλης άπλωσε τα χύσια που μάζεψε με το στόμα του στην κοιλιακή μου περιφέρεια και άρχισε να τα γλείφει... Ενώ εγώ είχα με το τσιμπούκι μου καταφέρει να επιστρέψω την ψωλή του Βασίλη σε «καυτές» περιπέτειες. Ο Σωτήρης τώρα που απλά με γαμούσε και βρισκόταν σε «έκταση» δεν καταλάβαινε τίποτα.

Σε κάποια φάση ο Βασίλης σηκώθηκε και άρχισε να βάζει τα δάκτυλα του στο κώλο του. Στην συνέχεια έκατσε πάνω μου και έτσι χωρίς να καταλαβαίνω πως μου γινόταν, γαμούσα τον Βασίλη. Ενώ ο Σωτήρης ένιωθα πως ολοκλήρωνε στην τρύπα μου, αλλά και εγώ νιώθοντας τα καυτά χύσια να πλημμυρίζουν την τρύπα μου, αναστέναξα και βογκούσα ώσπου έφτασα στον οργασμό (ο πέμπτος).

Τα αρχίδια μου πονούσαν και ήμουν εξαντλημένος.
Τα Παιδιά σηκώθηκαν με φίλησαν και εγκατέλειψαν γυμνοί το δωμάτιο μου. Εγώ αποκοιμήθηκα στο κρεβάτι μου.

Αργότερα αφού ένιωθα τρομερό πόνο τόσο στον κώλο μου, όσο και στην μέση μου, σηκώθηκα και πήγα για να πλυθώ. Στο σαλόνι βρήκα ένα σημείωμα. «Γιάννη, σε ευχαριστώ, ήταν το καλύτερο γαμήσι της ζωής μου. Φιλικά Βασίλης.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")