Με τον Βασίλη αποκλεισμένοι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Το χιόνι απέκλεισε τους φοιτητές στην εστία κι έτσι, όταν βρήκε ευκαιρία ο Φίλιππος κι έμεινε μόνος με τον συμφοιτητή του, του την έπεσε ερωτικά. Περιέργως, βρήκε ανταπόκριση…

Η ιστορία:

Γεια σας και πάλι. Θα σας διηγηθώ σήμερα άλλη μια περιπέτεια που είχα με έναν φίλο μου στο ΤΕΙ, τον Βασίλη (καμία σχέση με τον Βασίλη σε μια άλλη δημοσίευση που είχα) όταν ήμουνα στο ΤΕΙ.

Ο Βασίλης ήταν ξανθός, 1.85, 90 κιλά, αρρενωπός, πρασινομάτης, με ένα φούσκωμα κόλαση. Ήταν από τα πρώτα παιδιά που γνώρισα στο ΤΕΙ. Ορφανός από πατέρα και πολύ γρήγορα κολλήσαμε. Είχε μια φατσούλα πολύ καυλωτική, baby face. Πηγαίναμε για μπάσκετ μαζί και πάντα καύλωνα όταν τον έβλεπα να φοράει αθλητικά παπούτσια και φόρμα. Έβλεπα και το εξόγκωμα και τον είχα παίξει άπειρες φορές γι’ αυτόν. Στο μπάσκετ πολλές φορές του έπιανα τον πούτσο και μετά πήγαινε η μαλακία φουλ.

Όταν ήμασταν στο τέταρτο εξάμηνο και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, συχνά κάναμε πάρτι στις εστίες, στα δωμάτια παρέα όλοι μαζί. Πίναμε και λέγαμε πως θα περνούσαμε τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα λοιπόν έφταναν, οι σχολές έκλεισαν, κι εμείς είχαμε απομείνει από την παρέα τρία άτομα, εγώ ο Σπύρος και ο Βασίλης. Έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε μετά από ένα διήμερο όλοι μαζί για τα σπίτια μας.

Ο καιρός όμως χάλασε και τελικά έριξε χιόνι και την επόμενη μέρα ήταν αδύνατον να βγούμε από τις εστίες. Έτσι λοιπόν μαζευτήκαμε σε ένα δωμάτιο πίνοντας καφέ και έριξα την ιδέα να πάμε να πάρουμε τσίπουρο με τα πόδια και το βράδυ να κάνουμε πάρτι, μουσική και τέτοια φάση, όπως και έγινε. Κατεβήκαμε στην πόλη, πήραμε δυο μπουκάλια τσίπουρο και μεζέδες και έτοιμοι.

Ήμασταν στο δωμάτιο μου και πίναμε. Ο Βασίλης θα κοιμότανε μετά στο δωμάτιο μου ενώ ο Σπύρος μόνος. Ο Βασίλης είχε αρχίσει και ζαλιζότανε και άρχισα να τον πειράζω…

-    «Πιες μαλάκα. Μετά θα σε γαμήσω. Δεν θα καταλαβαίνεις και τίποτα. Το άσπρο κωλαράκι σου θα το σκίσω!» και γέλαγα.

-    «Ναι μαλάκα. Πιες. Θα περάσεις καλά!» είπε ο Σπύρος.

-    «Είμαι μια χαρά!» έλεγε και ξαναέλεγε ο Βασίλης.

Κατά τις δυο το διαλύσαμε. Πριν φύγει ο Σπύρος είπε στον Βασίλη:

-    «Μαλάκα, ετοιμάσου τώρα… Θα σε σκίσει ο Φίλιππος!»

-    «Δεν φοβάμαι ρε μαλάκα. Έχω τσίγκινο σωβρακάκι».

Πριν πέσουμε για ύπνο πείραζα τον Βασίλη...

-    «Τώρα πουτανάκι μου, μείναμε οι δυο μας…» και του έπιανα τον κώλο.

Αυτός τραβιότανε. Έβγαλε το παντελόνι του φορούσε, ένα εφαρμοστό μαύρο μποξεράκι. Βλέποντας το όλο πακέτο, μου είχε γίνει η πούτσα κάγκελο και πήρα την απόφαση να τα παίξω όλα για όλα. Σβήσαμε τα φώτα και το μόνο φως που έμπαινε στο δωμάτιο ήταν από το παράθυρο, καθώς ακριβώς από έξω υπήρχε μια κολώνα με κίτρινο φως. Μόλις ξάπλωσε αυτός, σχεδόν τυφλά πήγα κοντά του, του έπιασα τον κώλο και του είπα:

-    «Θα φας καλά ρε μαλάκα σήμερα! Στο είπα, θα σε γαμήσω».

-    «Άσε με ρε μαλάκα. Έχω ζαλιστεί».

Εγώ έτρεμα από την καύλα, πράγμα που το πρόσεξε.

-    «Τι να γαμήσεις ρε μαλάκα; Εσύ τρέμεις ολόκληρος. Παράτα με!»

-    «Εγώ θα σε γαμήσω μαλάκα κι ας τρέμω!» (που να ‘ξερε ότι ήταν από την καύλα).

-    «Άσε με ρε μαλάκα. Σε είκοσι λεπτά. Να συνέλθω λίγο…»

-    «Ok. Σε είκοσι λεπτά».

Μετά από λίγο ο Βασίλης είχε κοιμηθεί και ροχάλιζε. Ήταν η ευκαιρία μου. Πήγα κοντά του και άρχισα να τον χαϊδεύω και να του πιάνω τον πούτσο πάνω από την φόρμα. Επιτέλους τον άγγιζα χωρίς να μου την λέει ή να το καταλαβαίνει.

Σήκωσα την κουβέρτα από τα πόδια και χώθηκα από κάτω να μην μπορεί να με δει και σιγά σιγά ανέβηκα μέχρι τον πούτσο του. Άρχισα να τον φιλάω πάνω από την φόρμα. Αυτός ατάραχος αλλά η πούτσα του άρχισε να ξυπνάει. Του κατέβασα το μποξεράκι, αφού τον έγλειψα και τον σάλιωσα πάνω από αυτό, και άρχισα επιτέλους να τον τσιμπουκώνω. Είχα ένα καυλί ξυρισμένο στο στόμα μου και δυο αφράτα αρχίδια να πιπιλάω και να ρουφάω. Η καύλα μου με είχε βγάλει εκτός.. δεν με ένοιαζε τίποτα.

Κάποια στιγμή καταλαβαίνω το χέρι του να μου χαϊδεύει το κεφάλι και να κουνάει την λεκάνη του. Τρόμαξα και πήγα να φύγω, αλλά με τράβηξε από τα μαλλιά και με οδήγησε και πάλι στην καυλωμένη ψωλή του.

-    «Έτσι πούστη! Ρούφα τον! Έχω καιρό να γαμήσω χειλάκια. Μαλακίσου με την ψωλή μου πουτάνα!»

-    «Ότι θες γαμιά μου!» του απάντησα χωρίς να έχω σηκώσει την κουβέρτα και να με βλέπει.

-    «Μαλακισμένο! Τι πίπα κάνεις; Τι γαμώ τσιμπουκόχειλα έχεις μωρή γαμιόλα!»

Μου τραβάει την κουβέρτα και με βλέπει με την πούτσα του στο στόμα.

-    «Μαλακισμένο! Είχα καταλάβει ότι γουστάρεις τον πούτσο μου. Τώρα θα τον φας. Έχω να γαμήσω καιρό, οπότε θα φας καλά!»

Εγώ συνέχιζα να του γαμάω τον πούτσο με το στόμα μου και να τον παίρνω όλον μέσα μου, κάνοντας τον γαμιά μου να βογκάει από ευχαρίστηση.

-    «Μαλάκα, είσαι καύλα! Τέλεια πουτάνα είσαι γαμώ το σπίτι μου. Έτσι, φάτην όλη πουτάνα, παλιό καριόλα! Πες μου μωρή, σου αρέσει;»

-    «Ναι Βασίλη, μου αρέσει! Πάντα μου άρεσε. Έχεις τέλεια πούτσα!»

-    «Ναι πουστάρα. Από εδώ και εμπρός θα στην δίνω καριόλα!»

Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να γίνεται βίαιος, κάτι που με καύλωνε ακόμα περισσότερο. Με έπιανε από τα μαλλιά και με κόλλαγε στον πούτσο του με δύναμη.

-    «Θα σε πνίξω! Πες μου ρε αρχίδι… Τι σου κάνω μουνόπανο;»

-    «Μου γαμάς το στόμα πουτάνα!»

-    «Κοίτα με στα μάτια και πες μου χαμούρα τι είσαι».

-    «Η πουτάνα σου είμαι, που την ταΐζεις πούτσο».

Και πριν προλάβω να τελειώσω, με έφτυσε.

-    «Έτσι μαλάκα, φτύσε με. Ξεφτίλισε με! Κάνε με να νιώσω πουτάνα. Μόνο για τον πούτσο σου υπάρχω μπάσταρδε!»

-    «Στήσου ξεκωλιάρα! Θα σε γαμήσω! Θα σου γαμάω το σπίτι από δω και πέρα καριόλα!»

-    «Ναι γαμιόλη, ότι θες!»

Στήθηκα στα τέσσερα και ήρθε από πίσω μου.

-    «Τώρα θα δεις τι θα πει αθηναϊκό γαμήσι!»

Και με την μια χώθηκε μέσα μου.

-    «Ααααααααααα! Μαλακισμένο! πονάω!!!»

-    «Πονάς; Θα σε σκίσω γαμιόλα που με μέθυσες! Θα σε ξεκωλιάσω μπάσταρδε, πουστάρα του κερατά!»

Χωνότανε μέσα μου όλο και πιο δυνατά.

-    «Κούνα τον κώλο σου μωρή κάργια, πουτάνα! Να καρφώνεσαι στην ψωλή μου μοναχοι σου!»

Άρχισα να κουνιέμαι και να καρφώνομαι πάνω σαν πουτάνα. Τον γούσταρα… τον ήθελα. Η καύλα μας είχε χτυπήσει κόκκινο και στους δυο μας… δεν μας ένοιαζε τίποτα. Ο Βασίλης συνέχιζε να με σφυροκοπάει με την ψωλάρα του.

-    «Πουτάνα, τι κώλος είναι αυτός; Τι ρουφήχτρα τρύπα είναι αυτή;»

-    «Δικιά σου είναι γαμιά μου. Σκίσ’ την μπάσταρδε! Σκίσε με την πουτάνα! Η πουτάνα σου είμαι. Γάμα με!»

-    «Έτσι πουτάνα, παρακαλά να σε σκίζω. Μαλάκα θα σε χύσω! Δεν θα αντέξω άλλο…»

-    «Μαλάκα στο στόμα τα θέλω τα χύσια σου, στην μάπα μου!»

-    «Στην μάπα γαμιόλα! Έλα χαμούρα, άνοιξε το γαμόστομα σου…»

Ήρθε από πάνω μου και μετά από μια δυο παιξιές άρχισε να χύνει στο πρόσωπο μου.

-    «Ααααααααα! Παρ’ τα πουτάνα! Σε χύνω μπάσταρδε ξεκωλιάρη. Παρ’ τα!!!»

Οι ριπές από τα χύσια του έπεφταν στο στόμα μου, στο πρόσωπο μου, στο στήθος μου και κατάπινα ότι μπορούσα. Μετά τον άρχισα στην πίπα για τον καθαρίσω.

-    «Μμμμμμ… Μαλάκα, πρώτη φορά χύνω έτσι. Ούτε με γκόμενα δεν έχω χύσει, αλλά εσύ ίσια ακόμα καυλωμένος. Παίξ’ τον. Θα σου βάλω δάχτυλο και θα χύσεις πάνω στην πούτσα μου».

Έτσι και έκανα. Μου έβαλε δυο δάχτυλα πίσω και άρχισε να με γαμάει. Σε ένα λεπτό άρχισα να χύνω.

-    «Παρ’ τα γαμιά μου! Ααααααα! Στην πούτσα σου όλα!»

Μερικά τον πέτυχαν στα αρχίδια, στον πούτσο και στα ξυρισμένα του πόδια.

-    «Αααααααααα! Βασίλη σε ευχαριστώ!»

-    «Δεν τελειώσαμε πουτανάκι…»

-    «Τι θες γαμιά μου;»

-    «Καθάρισε με από τα χύσια σου. Γλείψ’ τα όλα!»

Και έτσι έκανα. Τα έγλειψα όλα και μετά ντυθήκαμε και πέσαμε για ύπνο. Την επόμενη μέρα το πρωί ήρθε ο Σπύρος στο δωμάτιο και μας ξύπνησε.

-    «Βασίλη, κομμένο σε βλέπω. σε γάμησε ο Φίλιππος;» του είπε.

-    «Σου είπα, έχω τσίγκινο σωβρακάκι!» και μου έκλεισε το μάτι.

Σε λίγες ώρες φύγαμε. Το βράδυ μου ήρθε ένα μήνυμα από τον Βασίλη: «Ο χρόνος έφυγε καλά αλλά θα μας μπει ακόμα καλύτερα όταν γυρίσουμε στο ΤΕΙ. Δεν έχω σταματήσει να σκέφτομαι το χθεσινό και να τον παίζω. Θα τα πούμε από κοντά. Φιλιά!»

Όταν γυρίσαμε στο ΤΕΙ, γαμηθήκαμε πολλές φορές και σε δημόσιο χώρο, αλλά αυτά σε άλλη ιστορία.

Τα λέμε…

(Copyright protected OW ref: 33019)