Με τον ξάδελφο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Μια δοκιμή κάνει ο Φίλιππος στον ξάδελφο και διαπιστώνει ότι εκείνος ανταποκρίνεται. Έτσι το ποθητό δεν είναι μακριά και τα δυο ξαδέλφια θα ζήσουν έντονες στιγμές πάθους.

Η ιστορία:

Γεια σας. Με λένε Φίλιππο και είμαι από Θεσσαλονίκη. Είμαι τριάντα χρονών, παντρεμένος. Θα σας πω μια τελείως τρελή αλλά και καύλα εμπειρία μου που μου συνέβη πριν από δυο χρόνια με τον πρώτο μου ξάδελφο.

Αυτός είναι μελαχρινός 1.82, 80 κιλά, αρρενωπός και πάντα αξύριστος και ήτανε 22 χρονών τότε. Τον ήθελα από καιρό και είχα παίξει άπειρες μαλακίες για πάρτι του. Βέβαια αυτός τότε είχε και κοπέλα όπως κι εγώ. Ήμουν 28 και παντρεμένος τότε. Κάποια μέρα βάφαμε το σπίτι του μαζί με τον θείο μου και ήταν κι αυτός εκεί και βοηθούσε. Φορούσε μια φόρμα και αθλητικά παπούτσια, πράγμα το οποίο με καυλώνει πολύ να βλέπω να διαγράφεται μια πούτσα μέσα από την φόρμα.

Κάποια στιγμή το βράδυ, αφού καθαρίζαμε, πειραζόμασταν και του έπιασα τον κώλο γερά χωρίς να αντιδράσει, πράγμα και που εκμεταλλεύτηκα και το ξαναέκανα. Αυτός από εκεί και μετά έμπαινε συνέχεια μπροστά μου και η καύλα μου είχε φτάσει κόκκινο. Αφού τον ακουμπούσα στον κώλο με την ψωλή μου, το καταλάβαινε και καθότανε. Μέχρι που βγήκε στο μπαλκόνι να πάρει μια σακούλα και τον ακολούθησα. Μόλις έσκυψε πήγα από πίσω του και του ακούμπησα τον κώλο και έκανα πως τον γαμάω. Και πάλι αντίδραση καμία.

Πήγα από μπροστά του, τον έπιασα από τα μαλλιά και έτριψα την ψωλή μου στην μάπα του. Δεν με ένοιαζε εάν μας έβλεπε κανένας από το μπαλκόνι. Φεύγοντας βάλαμε στοίχημα για το ποδόσφαιρο. Αυτός είναι Άρης κι εγώ παναθηναϊκός. Όποιος έχανε θα έριχνε στον άλλον ένα πουτσοσκάμπιλο στον κώλο. Το στοίχημα το έχασε και έψαχνα να βρω ευκαιρία πότε θα φύγει η γυναίκα μου από το σπίτι να καλέσω αυτόν. Και η τύχη μου γέλασε. Τον πήρα τηλέφωνο και του είπα:

-    «Η γυναίκα μου λείπει. Δεν έρχεσαι να φάμε;»

-    «Πάω στην γκόμενα μετά θα έρθω».

-    «Ok, περιμένω…»

Η καύλα μου στο κόκκινο. Σε καμιά ώρα ήρθε.

-    «Γιατί άργησες ρε μαλάκα;», του είπα.

-    «Πήγα να γαμήσω».

Αφού φάγαμε ήπιαμε καφέ και παίζαμε τάβλι.

-    «Μαλάκα, χρωστάς στοίχημα ε;»

-    «Ποιο στοίχημα;»

-    «Άσε μαλάκα, έχασε ο Άρης.  Πουτσοσκάμπιλο θα φας».

-    «E καλά, αποκλείεται. Άστο».

-    «Έλα μαλάκα, δεν πειράζει. Το στοίχημα πληρώνεται».

Και με τα πολλά κατεβάζει την φόρμα και το μαύρο μποξεράκι και στήνει το κωλαράκι του. Εμένα η πούτσα μου είναι ήδη καυλωμένη και τον σκαμπίλισα.

-    «Μαλάκα, τώρα είσαι πουστράκι!», του λέω και γελάω.

Αυτός είχε θυμώσει και πρότεινε όποιος χάσει να φάει πουτσοσκάμπιλα στο μάγουλο. Αλλά για κακή μου τύχει έχασε πάλι.

-    «Μαλάκα είσαι πούστρα τώρα. Χα χα χα!», του είπα.

-    «Πάμε πάλι άλλο;»

-    «Όχι φίλε, φτάνει!» (αλλά τον ήθελα).

-    «Πάμε ρε μαλάκα κότα».

-    «Ok. Όποιος χάσει πουτσοσκάμπιλο στο στόμα!»

Και πάλι έχασε ο μαλάκας. Στήνεται και βγάζω έξω την πούτσα μου και τον βάρεσα όσο δυνατά μπορούσα.

-    «Άντε μαλάκα, φτάνει τόσο. Αρκετά τον έφαγες σήμερα».

-    «Πάμε άλλο ρε μαλακισμένο. Θα χάσεις τώρα».

-    «Όχι. Φτάνει».

-    «Πάμε άλλο ρε πούστρα. Ότι θες στοίχημα».

-    «Ok λοιπόν. Τρία πουτσοσκάμπιλα στην γλώσσα αλλά θα τον βγάλει στον πούτσο αυτός που θα χάσει».

-    «Ok. Μέσα ρε μαλακισμένο».

Εγώ ήξερα ότι τώρα έπρεπε να χάσω κι αυτό έκανα άφησα την μάνα και με έπιασε.

-    Έλα μαλακισμένο. Τώρα θα σε σκίσω. Παλιοπούτανο!»

Έρχεται μπροστά μου στέκεται όρθιος.

-    «Έλα μαλάκα, γονάτισε στον πούτσο μου».

Όσο με έβριζε τόσο καύλωνα. Τον έπιασα πάνω από την φόρμα και τον φίλησα. Τον έγλειφα και καύλωνε πολύ. Τον κατεβάζω και τον έγλειψα πάνω από το μποξεράκι του. Μύριζε τέλεια. Του έγλειψα τα αρχίδια. Τρελάθηκε.

-    «Έτσι πουτάνα, υποκλίσου στην πούτσα μου μαλακισμένο».

Τον κοιτούσα με καύλα. Του κατέβασα το μποξεράκι και πετάχτηκε ένας πούτσος τεντωμένος χοντρός και γεμάτος φλέβα. Άρχισα να τον πιπώνω γρήγορα.

-    «Σου αρέσει πουτάνα;»

-    «Πολύ γαμιά μου! Είναι μεγάλος».

-    «Φάτον ξεκωλιάρη!»

Μου γαμούσε το στόμα γρήγορα. Είχαμε τρελαθεί από την καύλα.

-    «Γάμησε με σε παρακαλώ…»

Επιτέλους λοιπόν είχα χάσει. Η καύλα μου ήτανε πολύ μεγάλη. Επιτέλους θα γευόμουνα την πούτσα που τόσο πολύ λαχταρούσα.

-    «Έλα πουστράκο μου, τώρα θα τον φας!», είπε και χούφτωσε  την πούτσα του πάνω από την φόρμα.

Έκατσε στον καναπέ και περίμενε να πάω.

-    «Έλα πουτανάκι, μην φοβάσαι. Τώρα θα πάρω το αίμα μου πίσω…»

Γονάτισα και πήγα μπροστά του. Του χάιδεψα τα παπούτσια και τις κάλτσες. Η πούτσα μου ήταν έτοιμη να εκραγεί. Του πιάνω τον πούτσο πάνω από την φόρμα.

-    «Άντε μαλάκα, μην αργείς. Σήμερα ο πούτσος μου περιμένει…»

-    «Θα το κάνω όπως θέλω εγώ!», του είπα.

Και αρχίζω να γλείφω τον πούτσο του πάνω από την φόρμα και να τον δαγκώνω ελαφρά. Αυτός βογκούσε:

-    «Πουτάνα! Έτσι… Καύλωσε με κι άλλο!», μου έλεγε.

Του κατέβασα την φόρμα μέχρι τα γόνατα. Φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό μποξεράκι και η πούτσα του ήδη είχε σηκωθεί και διαγραφόταν τέλεια. Έσκυψα, την μύρισα και την έγλειφα όπως και τα αρχίδια του.

-    «Έτσι παλιοπουτάνα, γλείψτα μου ψωλαρπάχτρα! Θα σε κάνω πουτανάκι μου μαλακισμένο!»

Του κατέβασα το μποξεράκι και τινάχτηκε η πούτσα του σαν ελατήριο μπροστά μου όπως και τα μεγάλα ξυρισμένα αρχίδια του. Τον έπιασα τον έπαιξα λίγο και ακούμπησα την γλώσσα μου  στο πουτσοκέφαλο του.

-    «Έτσι πουτάνας γιε. Φάτον! Γλείψτον όλον καριόλα!»

Άρχισα να τον χώνω λαίμαργα στο στόμα μου. Είχαμε εκτροχιαστεί τελείως. Δεν με ένοιαζε πια τίποτα, μόνο η πούτσα του που ήτανε χωμένη στο στόμα μου. Μου είχε φύγει κάθε αναστολή που είχα. Ξαφνικά μου τραβάει τα μαλλιά και τον κοιτάω και με έφτυσε στην μάπα με μίσος.

-    «Για τον πούτσο μου είσαι βρομιάρα! Σε είχα καταλάβει ότι θες πούτσο. Φάτον τώρα καριόλα!»

Άρχισε να μου γαμάει το στόμα δυνατά και να μου καρφώνει την ψωλή του όλη μέσα μου και να με κρατάει. Σάλια έβγαιναν από το στόμα μου.

-    «Σου αρέσει πουτάνα; Τσιμπουκώνεις τον ξάδερφο σου μαλακισμένο πουστράκι;»

Όσο με έβριζε τόσο καύλωνα ακόμα πιο πολύ. Μετά από κανένα δεκάλεπτο τσιμπουκώματος, μου λέει:

-    «Θα σε σκίσω πουτάνα! Θα σε γαμήσω!»

-    «Άγγελε, δεν το έχω ξανακάνει…»

-    «Παρθένα είσαι γαμιόλα; Θα σε προσέξω. Γδύσου και στήσου στον καναπέ!

Τα έβγαλα όλα και ήρθε από πίσω μου γονάτισε και τρελάθηκα. Πρώτη φορά μου έκαναν γλειφοκώλι. Έτρεμα από την καύλα. Αυτός μου έβαλε και δάχτυλα και έπαιζε το καυλί μου και πότε - πότε μου ρούφαγε τα αρχίδια. Είχα γίνει έρμαιο της καύλας του. Ξαφνικά μου χώνει δυο δάχτυλα μέσα μου…

-    «Μαλάκα, πονάω! Αααααααααααα!!!»

-    «Σκάσε μωρή πούστρα! Κάνεις πως δεν θες θα σε σκίσω…»

-    «Άγγελε σταμάτα!», είπε και μου έριξε μια σφαλιάρα στα κωλομάγουλα που με καύλωσε ακόμα πιο πολύ.

Ξαφνικά σηκώθηκε και ακουμπάει το πουτσοκέφαλο του στην τρύπα μου και αρχίζει να σπρώχνει.

-    «Πονάω μαλάκα, βγάλτον!»

Πάω να φύγω με έπιασε από τα μαλλιά και μου λέει:

-    «Μαλάκα, κάτσε να τον φας. Με έχεις καυλώσει πολύ!»

Και με την μια χώνεται μέσα μου όλος. Τρελάθηκα! Νόμιζα ότι σκίστηκα. Άρχισα να πονάω και να φωνάζω:

-    «Βγες μαλακισμένο! Δεν μπορώ, σταμάτα!»

Αυτό όμως μου στοίχισε μια σφαλιάρα που μου έριξε δυνατά.

-    «Πουτάνα! Έτσι θα σε σκίσω γαμιόλα! Παλιοπούτανο! Η πούστρα μου θα γίνεις. Όποτε δεν έχω καμιά να γαμήσω, θα γαμάω εσένα».

Ο ρυθμός του είχε αρχίσει να δυναμώνει. Αισθανόμουν τα αρχίδια του να χτυπάνε πάνω στον κώλο μου.

-    «Σταμάτα, σε παρακαλώ… Αααααααααααααα!»

Και τότε έκανε κάτι που με καύλωσε πολύ. Έβγαλε το Nike το παπούτσι του και την μαύρη κάλτσα του και μου την έβαλε στο στόμα.

-    «Φάτην πουτάνα να σκάσεις επιτέλους! Γαμιόλα!»

Ήμουνα πλέον η πουτάνα του με γάμαγε σε τρελούς ρυθμούς και συγχρόνως έπαιζε τον πούτσο μου.

-    «Πουτάνα! Σου αρέσει που σε γαμάω;»

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά μιας και ήμουνα μπουκωμένος με την κάλτσα του.

-    «Μουνόπανο είσαι μαλάκα! Σε σκίζω μαλακισμένο!»

Και με μια δυνατή γαμησιά, χώθηκε όλος μέσα μου και έχυσα χωρίς να ακουμπήσω το καυλί μου.

-    «Έτσι πουστράκο θα χύνει το μουνί σου όταν σε γαμάω. Πηδιόλα! Ξεκωλιάρα!»

Σε λίγο, μετά το ξέφρενο γαμήσι, βγήκε και αισθάνθηκα ένα κενό πίσω μου. Με είχε ξεσκίσει αλλά μου άρεσε τρελά. Με έπιασε από τα μαλλιά και με γύρισε να τον κοιτάξω.
Μου έβγαλε την κάλτσα από το στόμα μου και με έφτυσε.

-    «Για τον πούτσο είσαι μπάσταρδε! Μόνο γι’ αυτό κάνεις!», είπε και μου ξανάχωσε την κάλτσα στο στόμα μου και με έβαλε να γονατίσω.

Ήξερα ότι έφτανε η ώρα για να χύσει ήρθε μπροστά μου και τον έπαιζε. Άρχισε να πετάει τα χύσια του πάνω στην μάπα μου και στο μπουκωμένο από την κάλτσα του στόμα μου. Δεν με άφησε να βγάλω την κάλτσα του από το στόμα μου μέχρι που τελείωσε. Την έβγαλε αυτός και μου τον έχωσε στο στόμα. Τον κοίταξα και με ξαναέφτυσε. Το γούσταρα αλλά μετά έπιασε την κάλτσα του και μου είπε:

-    «Βρομιάρα! Καθάρισε την να μην μείνει τίποτα και το δει η θεία σου…»

Την έπιασα και την έγλειφα σαν παλιοπούτανο. Με είχε κάνει πουτάνα και το ήθελα. Μόλις το έκανα, με σήκωσε και με φίλησε με πάθος.

-    «Συγγνώμη αν σε πόνεσα αλλά με είχες καυλώσει πολύ όσο καμία άλλη γκόμενα».

-    «Δεν πειράζει, το γούσταρα και σε ήθελα από καιρό».

Ντύθηκε και σε λίγο έφυγε.

-    «Τσιμουδιά εάν θες να σε ξαναγαμήσω».

-    «Εννοείται Άγγελε».

Συνεχίστηκαν και μετά οι επαφές μας αλλά αυτά θα σας τα ξαναπώ σε άλλη ιστορία. Ελπίζω να σας άρεσε και περιμένω σχόλια.

Άγγελε, εάν το διαβάσεις σε ευχαριστώ.

(Copyright protected OW ref: 31121)