Ο καυλιάρης θείος (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Όταν έπιασαν οι ζέστες ο Σίφης ένιωθε περισσότερη καύλα και ήθελε να κυκλοφορεί γυμνός. Όσο περισσότερο άναβε, τόσο ήθελε να πάει στο θείο του και να περάσουν ένα υπέροχο καλοκαίρι μέσα στην καύλα. Βρίσκει μια ωραία δικαιολογία στους γονείς του και έρχεται η ώρα που πήγε στον θείο του. Το ξέσκισμα όμως που έφαγε από τον θείο του, δεν το περίμενε…

Η ιστορία:

Μετά την παρτούζα στο παρκάκι από τους γείτονες, με έπιασε μια φοβία. Δεν έβγαινα έξω πολύ. Ο Ιούνιος είχε μπει για τα καλά και η ζεστή τόση πολύ που ήθελες να τα βγάλεις όλα και να γυρνάς γυμνός. Εμένα αυτό με άναβε πολύ και όλο σκεφτόμουν τον θείο και την τεράστια πούτσα του. Περίμενα την ώρα που θα πάω στο χωριό και θα με χουφτώσει με τα τεράστια χέρια του.

Η καύλα μου ήταν ατέλειωτη και όλο έπαιζα το καυλί μου κοιτώντας τον υπέροχο κώλο μου στον καθρέπτη. Σκεφτόμουν ότι αυτό το Καλοκαίρι θα πρέπει να είναι υπέροχο γιατί έτσι κι αλλιώς τον Χειμώνα αρχίζουν τα δύσκολα λόγω του σχολείου και όπως καταλαβαίνετε ήθελα να οργιάσω λίγο!

Το κορμί μου είχε αρχίσει να μαυρίζει και ήταν καύλα. Ήθελα βέβαια να κάνω μπάνιο γυμνός για να μαυρίσω παντού κι αυτό θα το έκανα στο ποτάμι με τον θείο! Τέλη του μηνός ήξερα ότι οι δικοί μου θα πάνε στο εξοχικό, έτσι ετοίμαζα την δικαιολογία. Ήμουν αρκετά μικρός και έπρεπε να είναι καλή. Έτσι τους είπα ότι θα μείνω στο χωριό γιατί θα έρθουν κάτι φίλοι και θα κάνουμε κατασκήνωση στο ποτάμι. Δεν μου έφεραν πολύ αντίρρηση. Δεν με πίεζαν γενικά.

Πήγαμε στο χωριό λοιπόν. Φτάνοντας το μεσημεράκι, έτρεξα στην γιαγιά και την φίλησα. Τα είπαμε λίγο αλλά εγώ είχα στο νου μου τον θείο. Ρωτάω την γιαγιά και μου λέει:

-    «Μάλλον θα πήγε στο ποτάμι».

-    «Έχει ζέστη, τι να κάνει;», της λέω.

Αμέσως ακούω τον μπαμπά μου να λέει:

-    «Έλα μαμά, έτοιμοι είμαστε. Φεύγουμε μικρέ, να είσαι φρόνιμος, ε;»

-    «Εντάξει, μην ανησυχείς. Καλά να περάσετε!», του λέω.

Μόλις έφυγαν, κλειδώνω την πόρτα, παίρνω μια πετσέτα και κατεβαίνω στο ποτάμι. Είχα βάλει ένα στενό σορτσάκι που έμπαινε στον κώλο μου και από πάνω ήμουν γυμνός. Πήρα το μονοπάτι που ήταν ήσυχο. Ήξερα που περίπου θα τον βρω. Τον είδα που καθόταν μόνος πάνω στο βράχο. Μόλις είχε βουτήξει και έσταζε.

-    «Θείε!», του φώναξα.

-    «Έλα, έλα. Σε περίμενα…», μου λέει.

Με αγκάλιασε και χάθηκα στα τεράστια χέρια του. Αμέσως με φίλησε στο στόμα. Έβαλε την γλώσσα του μέσα και φιλιόμασταν με πάθος. Τα χέρια του μου χούφτωσαν το κωλαράκι.

-    «Πω πω! Όσο μεγαλώνεις ανιψιέ, γίνεσαι και πιο καύλα!»

-    «Σιγά… έχει κόσμο. Θα μας δει κανείς!», του λέω.

-    «Έλα ρε, μη φοβάσαι. Το μέρος είναι καβάντζα!»

Εγώ άπλωσα την πετσέτα και ξάπλωσα λίγο στον ήλιο ενώ τα λέγαμε με τον θείο. Είχα ζεσταθεί. Κοίταξα λίγο γύρω και είδα ότι δεν είχε κόσμο κοντά. Έβγαλα το σορτσάκι και βούτηξα γυμνός. Είχα καυλώσει πολύ αλλά δεν ήθελα να κάνω κάτι εκεί γιατί μπορεί να μας έβλεπε κανείς. Ο θείος μου με κοιτούσε και τριβόταν.

-    «Άντε, βγες!», μου λέει. «Πέρασε η ώρα, θα κρυώσεις!»

Βγήκα και έβαλα το σορτσάκι.

-    «Άντε, πάμε…», του λέω και ανηφορίσαμε για το σπίτι.

Στο δρόμο κάναμε χαζά, παίζαμε λίγο. Φτάσαμε στο σπίτι που ήταν από τα τελευταία σπίτια πάνω στο βουνό. Είχε ένα άλλο απέναντι λίγο πιο κάτω. Γενικά ήταν πολύ ήσυχα, ήταν και η ώρα τέτοια. Είπα στον θείο να κάνουμε ντους στην αυλή και συμφώνησε. Έφερε το σαμπουάν κι εγώ άνοιξα την βρύση. Έβγαλα το σορτσάκι και έμεινα γυμνός. Το ίδιο έκανε και ο θείος. Μόλις είδα το τέρας με διαπέρασε ένα ρίγος.. μια καύλα.. που έτρεμα ολόκληρος.

Πήρα το λάστιχο και άρχισα να βρέχω, μια αυτόν και μια εμένα. Αυτός ήρθε και μου έριξε σαμπουάν. Άρχισε να χουφτώνει το κορμί μου από πάνω μέχρι κάτω. Σιγά - σιγά γύρισα και μου έτριβε την πλάτη και τον κώλο μου και ύστερα αισθάνθηκα να μου χώνει το χοντρό του δάχτυλο βαθιά στην τρύπα μου. Βόγκηξα λίγο κι αυτό του άρεσε. Έχωσε και δεύτερο δάχτυλο και έπαιζε με την τρύπα μου για λίγο.

-    «Έλα, σειρά σου να με λούσεις…», μου λέει. «Μη μας δει και κανένας!»

Εγώ πήρα το σαμπουάν και έριξα πάνω του. Άρχισα να τον τρίβω πρώτα από πίσω από πάνω μέχρι κάτω και σιγά - σιγά γύρισε. Το καυλί του άρχισε να μεγαλώνει και να ακουμπάει στο κορμί μου. Αμέσως τον άρπαξα και με μια κλίση του κεφαλιού μου προς τα κάτω έβαλα στο στόμα μου το τεράστιο κεφαλάκι και το ρούφηξα καλά, καθώς και μια σεβαστή ποσότητα προερωτικών υγρών.

Σήκωσα το κεφάλι μου και αγκάλιασα τον θείο τρίβοντας την πουτσάρα του στο κορμί μου. Είχε γίνει κάγκελο! Γυρνώντας το βλέμμα μου στον τοίχο είδα ένα μέτρο παλιό και από περιέργεια το πήρα και είπα στον θείο:

-    «Κάτσε λίγο να το μετρήσω».

Εκείνος συμφώνησε. Ήταν πραγματικά ένα τέρας. 26 πόντους μάκρος και 6 και κάτι πάχος!

-    «Έλα, πάμε μέσα μην μας δει κανείς…», μου λέει.

Μπήκαμε και κάτσαμε στο καθιστικό κι έβαλα λίγο τηλεόραση. Ο θείος ήρθε και έβαλε μια ταινία με τρεις μαύρους που γαμάνε έναν λευκό. Έκατσε δίπλα μου και άρχισε να παίζει το καυλί του που σηκώθηκε ξανά. Εγώ βλέποντας την ταινία, καύλωσα ακόμα πιο πολύ!

-    «Γύρνα στα τέσσερα να βλέπω την τρύπα σου!», μου λέει.

Κι εγώ αμέσως γύρισα. Εκείνος έχωσε την γλώσσα του στην τρύπα μου και έπαιζε με πολύ καύλα. Είχα τρελαθεί και αναστέναζα σαν γκόμενα. Ο θείος άρχισε να μου χώνει ένα - ένα τα δάχτυλα του και να μου ανοίγει τον κώλο. Πρώτα δυο, ύστερα τρία και ταυτόχρονα μου τα έδινε και στο στόμα. Ξάπλωσε στον καναπέ και μου λέει:

-    «Έλα από πάνω μου καυλάκι μου. Πουτανίτσα μου!»

Ανέβηκα σε θέση 69 και άρχισα να ρουφάω την πούτσα του που ήταν κάγκελο. Εκείνος έβαζε μια την γλώσσα του στο κωλί μου και μια τα δάχτυλα, ενώ εγώ προσπαθούσα να τον βάλω βαθιά στο λαρύγγι μου όπως έκανα με τον δονητή. Όμως η πούτσα ήταν πέτρα.. μέχρι την μέση κατάφερα να τον πάρω και πνιγόμουνα. Ήταν πραγματικά τεράστιος και έβγαζε συνέχεια υγρά. Τόσα πολλά σαν να έχυνε. Ξαφνικά πόνεσα.. δεν ήξερα τι μου έβαζε από πίσω και άπλωσα το χέρι μου. Είχε βάλει και τέταρτο δάχτυλο και με ξέσκιζε.

-    «Θείε, πονάω…», του λέω.

-    «Ρούφα με!», μου είπε και έβγαλε το τέταρτο.

Δεν πέρασε ένα λεπτό και έπιασε γερά το κεφάλι μου και έχυσε στο στόμα μου. Εγώ τα κατέβαζα για να μην πνιγώ κι αυτός έβγαζε ατέλειωτα. Πρέπει να γέμιζε μισό ποτήρι με τόσο πράγμα. Εγώ τον ρουφούσα συνέχεια με μανία και τον έφτανα μέχρι το λαρύγγι μιας και ήταν ακόμα κάγκελο, και μόλις άρχισε να μαλακώνει, έκανα αυτό που ήθελα.. τον έχωσα όλο στο στόμα μου. Όταν τον έβγαλα δεν το πίστευα ότι τον κατάπια όλο.

Το έκανα κάνα δυο φορές ακόμα. Ύστερα ο θείος με άρπαξε και με φίλησε στο στόμα. Η πούτσα του ήταν ακόμα αρκετά όρθια και την ήθελα στο στόμα. Η ταινία έπαιζε.. οι μαύροι περνούσαν ένας - ένας από το κωλαράκι του λευκού και το ξέσκιζαν. Έτσι θα γινόταν και το δικό μου αλλά θα κάνετε υπομονή για την καυτή συνέχεια.

(Copyright protected OW ref: 15449)