Οι άγνωστοι γαμιάδες

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Ο Γιώργος, προκειμένου να εκφράσει το χόμπι του, πέφτει σε παραβίαση ιδιωτικής περιουσίας και συλλαμβάνεται από κάποιον αστυνομικό. Όμως, αντί να τον πάει στο τμήμα, τον πηγαίνει σε ένα παράξενο μέρος όπου εκεί τον περιμένει ένα παράξενο βασανιστήριο. Πόσο αστυνομικός είναι ο τύπος που τον συλλαμβάνει και ποιος άλλος είναι μαζί του με περίεργες ορέξεις…;

Η ιστορία:

Ήταν μια βροχερή μέρα όταν αποφάσισα να πάρω τα σπρέι μου και να πάω σε κάποιο στενοσόκακο ώστε να ζωγραφίσω πάνω σε κάποιον άδειο τοίχο... όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή την απόφαση μου.

Είχα πάρει μια κλίση σε σχήμα Γάμα και τελείωνα το γκράφιτι μου ώσπου άκουσα έναν ήχο από αμάξι να διαπερνάει το μικρό δρομάκι που δημιουργούσαν οι δυο πολυκατοικίες. Το αμάξι σταμάτησε μπροστά μου και κατέβηκε από την θέση του οδηγού ένας άντρας γύρω στα πενήντα. Φορούσε μια μακριά καμπαρτίνα όπου έκρυβε όλο το σώμα του και δεν σου έδινε την παραμικρή ιδέα αν ήταν λεπτός ή χοντρός. Στην τσέπη που βρισκόταν στο στήθος του κρεμόταν ένα σήμα αστυνομικού. Είχε ένα μικρό μουσάκι και το πρόσωπο του ήταν πολύ άγριο.

-    «Τι κάνεις εκεί μικρέ;», ρώτησε ο μπάτσος.

-    «Εμ.. ζωγραφίζω...», απάντησα εγώ λίγο έντρομος.

-    «Το ξέρεις ότι χαλάς ιδιωτική περιουσία;», ξαναρώτησε.

-    «Δεν νομίζω πως μένει κάποιος σε αυτήν την παλιά πολυκατοικία...», απάντησα.

-    «Μπες στο αμάξι!», διέταξε.

-    «Πω! Όχι πάλι...», είπα εγώ επειδή με είχαν πάει πολλές φορές στο τμήμα για παραβίαση ιδιωτικής περιουσίας.

-    «Μπες στο αμάξι!», ούρλιαξε αυτός.

Εγώ πήγα να μπω στο αμάξι και μόλις έκατσα μου έκλεισε τα μάτια και μετά δεν θυμάμαι τίποτα ώσπου ένιωσα το σώμα μου δεμένο και μουδιασμένο και να βρέχεται από τις σταγόνες της βροχής... Κάποιος με κρατούσε αγκαλιά στα δυο του χέρια. Έπειτα μπήκαμε σε κάποιο σπίτι διότι είχα σταματήσει να βρέχομαι.

-    «Ωωωω! Έφερες φαγητό;», ακούστηκε μια άγνωστη φωνή.

-    «Μόνο τον μικρό από εδώ…», απάντησε ο πενηντάρης αστυνομικός και με πέταξε πάνω σε έναν σκληρό καναπέ.

-    «Μμμ… καλό γκομενάκι! Αρκεί να τον ταιριάξουμε πρώτα…», απάντησε η άγνωστη φωνή. «Πήγαινε τον μέσα να φτιαχτεί και μετά πάμε κι εμείς να τον ξεσκίσουμε».

Ο άγνωστος με σήκωσε στον ένα ώμο του και με πήγε σε ένα υπνοδωμάτιο, με πέταξε σε ένα κρεβάτι και μετά μου έλυσε τα μάτια. Ο άγνωστος ήταν ένας πενηντάρης με κοιλίτσα αλλά το στήθος του και τα μπράτσα του ήταν γυμνασμένα. Φορούσε ένα φανελάκι και ένα χαχόλικο τζιν. Ο πενηντάρης μου έλυσε τα χέρια και έπειτα τα πόδια...

-    «Μην τολμήσεις να κάνεις ότι δραπετεύεις!», είπε και έβγαλε κάτω από το κρεβάτι ένα περίστροφο.

Εγώ δεν είχα τι να πω, μόνο φοβόμουν... δεν υπήρχε περίπτωση να με σκοτώσουν αλλά το μόνο που ήθελαν να μου κάνουν κάτι κακό.

-    «Θα με σκοτώσετε;», ρώτησα.

Ο άγνωστος χαμογέλασε και έφερε επιτακτικά το όπλο στο στόμα μου.

-    «Άνοιξε το στόμα σου!», διέταξε.

Εγώ δίχως να ξέρω τι να κάνω άνοιξα το στόμα μου και περίμενα την επόμενη του κίνηση... τα δόντια μου έτρεμαν και δεν ήξερα τι ήθελε από εμένα. Αυτός έφερε το όπλο σιγά - σιγά μέσα στο σώμα μου και άρχισε να το κουνάει μέσα - έξω, αργά - αργά... εγώ είχα καταλάβει τι ήθελε και έτσι άρχισα έστω και λίγο να χαλαρώνω. Με πλησίασε στο αφτί και μου ψιθύρισε και έβγαλε απότομα το όπλο από το στόμα μου.

-    «Θα βρεις ότι θες στα συρτάρια του κομοδίνου ώστε να γίνεις καλό πουτανάκι…», είπε και έφυγε από το δωμάτιο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.

Είχα πανικοβληθεί. Δεν ήξερα τι να κάνω. Σηκώθηκα απότομα και άρχισα να κοιτάω έξω από τα παράθυρα αλλά ήταν κλειστά τα πατζούρια και μανταλωμένα με αλυσίδες. Το δωμάτιο ήταν πολύ άδειο, είχε μόνο ένα κρεβάτι και ένα κομοδίνο. Το σεντόνι στο κρεβάτι ήταν πολύ βρώμικο, είχε πάνω κάτι λεκέδες και αίματα. Αυτά τα δυο κτήνη μάλλον βίαζαν συχνά κόσμο και όχι άντρες γιατί τα αίματα ήταν μάλλον από κάποιο κορίτσι που της έσπασαν τον παρθενικό υμένα.

Τότε μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια εκείνου του άντρα που μου είπε: «Όσο πιο καλά το κάνεις τόσο λιγότερο θα πονέσεις. Γι’ αυτό γίνε η τσουλίτσα μας». Πλησίασα το κομοδίνο και άνοιξα τα συρτάρια. Ήταν πολύ ακατάστατα. Είχε μέσα κάποια εσώρουχα, άλλα σκισμένα και άλλα κανονικά. Όλα ήταν σε πολύ μικρό μέγεθος. Στο δεύτερο συρτάρι είχε κάποια καλλυντικά και λιπαντικά, βαζελίνη, λαδάκια και άλλα τέτοια και κάποιες χρησιμοποιημένες καπότες, αλλά το τρίτο συρτάρι ήταν γεμάτο με δονητές, πλαστικές πούτσες και κάποια περίεργα εργαλεία.

Έβγαλα τα ρούχα μου και πήρα ένα κόκκινο στρινγκ από το πρώτο συρτάρι. Ήταν πολύ μικρό και σίγουρα δεν χωρούσα αν και μου φαινόταν περίεργο γιατί ήμουν περίπου πενήντα κιλά και 1.60. Προσπάθησα να το βάλω και δεν χωρούσε το πουλί μου εκεί μέσα, ήταν πολύ στενά και ξεπεταγόταν. Είχα πολύ μικρή τσουτσού αλλά και πάλι φαινόταν. Με κάποιο τρόπο την έκρυψα και μετά σήκωσα το πίσω μέρος από τον κώλο. Με πίεζε πάρα πολύ και πέταγε έξω όλο τον κώλο μου.

Έτσι άρπαξα ένα αιχμηρό αντικείμενο και το έκοψα σε σχήμα Ταυ αλλά εκείνη την στιγμή άκουσα να φωνάζει εκείνος ο μπάτσος, που αμφιβάλλω να είναι κανονικός αστυνομικός, ότι έρχονται να με ξεκωλιάσουν. Εγώ πήγα και ξάπλωσα πάνω στο κρεβάτι μπρούμυτα και έβαλα κάτω από την μέση μου ένα μαξιλάρι ώστε να τουρλώνεται ο κώλος μου.

-    «Πω! Πω! Πω! Δες το πουστράκι τι καλά που μας καυλώνει!», είπε ο μπάτσος.

-    «Έχω να γαμήσω Λούλη από την φυλακή…», είπε ο άλλος.

Τότε ένιωσα το χέρι του στον κώλο μου να με χαϊδεύει.

-    «Δες! Έχει και ξυρισμένη τρυπούλα!», είπε και άνοιξε τα κωλομέρια μου για να την δει.

Ο μπάτσος με χαϊδεύει στον κώλο με το όπλο ώσπου είπε:

-    «Έλα, άντε! Αρκετά περιμέναμε…»

Και έσκισε το στρινγκ. Ακούστηκε να περπατάει μέχρι το κομοδίνο, άνοιξε τα συρτάρια και έβγαλε κάτι από εκεί μέσα και μετά τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι κοντά στα πόδια μου.

-    «Έλα, άντε! Ας γδυθούμε κι εμείς μπας και καυλώσει και το κοριτσάκι από εδώ…»

Εγώ εκείνη την στιγμή άνοιξα τα μάτια μου και τους είδα να γδύνονται. Είχαν και οι δυο παραμελημένα σώματα με τρίχες αλλά όχι πολύ μακριές έστω να καταλάβεις ότι είναι άντρες και οι πούτσοι τους ήταν τεράστιοι γεμάτοι φλέβες και άτριχοι. Ο μπάτσος έκατσε στο κρεβάτι, έβαλε δυο γάντια, άλειψε την τρύπα μου λαδάκι και άρχισε να χώνει μέσα ένα - ένα τα χοντρά δάχτυλα του. Εγώ πονούσα πάρα πολύ και προσπαθούσα να κρατήσω τα βογκητά μου αλλά εκείνη την στιγμή έκανα ένα:

-    «Ααααα!!!»

Τότε ο άλλος ο τύπος έσπρωξε το πόδι μου και έκατσε κι αυτός στο κρεβάτι. Ακούγονταν κάτι σαν να βγάζουν φωτογραφίες αλλά δεν έδωσα σημασία και τότε κάποιος έχωσε μέσα στην τρύπα μου το όπλο και άρχισε να το κουνάει πάνω - κάτω.

-    «Σου αρέσει καυλιάρη μου;», ρώτησε ο μπάτσος που παρακολουθούσε τον φίλο του να χώνει το όπλο στο κωλάντερο μου.

-    «Ναι…», απάντησα εγώ.

-    «Μάλλον θέλει κι άλλο…», είπε αυτός και έχωσε μέσα και ένα δάχτυλο του. «Τώρα σου αρέσει;», ρώτησε.

-    «Ναι καυλιάρη μου!», είπα εγώ ώστε να βγάλει το δάχτυλο.

Έτσι το έβγαλε και ήρθε στο πρόσωπο μου και μου το έδωσε να το γλείψω. Εγώ άρχισα να το γλείφω με την γλωσσίτσα μου από έξω και τότε χωρίς να το περιμένω μου έχωσε στο στόμα μια πούτσα 19 πόντων και δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Τότε την έβγαλε και την ξανά έχωσε μέσα απότομα. Ο άλλος τύπος έβγαλε το όπλο από την τρύπα μου και έχωσε μέσα την πούτσα του. Εγώ με δάκρυα στα μάτια σταμάτησα να παίρνω πίπα στον αστυνομικό και έγειρα το κεφάλι μου…

-    «Έλα… μην σταματάς!», είπε ο αστυνομικός.

Έφτυσε στο στόμα μου και έχωσε την ψωλή του. Αφού συνεχίστηκε για ένα τέταρτο αυτό, πήγε και ο μπάτσος στην τρύπα μου και έχωσε κι αυτός την ψωλή του. Τότε εγώ άρχισα να φωνάζω δυνατά και να ουρλιάζω αλλά μου έκλεισε το στόμα με το χέρι του και άρχισαν και οι δυο να με γαμάνε με μανία, ώσπου άρχισαν κι αυτοί να βογκάνε γιατί έχυναν.

Όταν έβγαλαν τις πούτσες τους από τον κώλο μου άρχισα κι εγώ να βγάζω τα χύσια τους. Κάποιος είχε βάλει το χέρι του εκεί και μετά αφού μάζεψε όλα τα χύσια μου τα έδωσε να τα γλείψω. Εγώ με δυσκολία το έκανα, έτσι όπως ήμουν εξαντλημένος. Τα έγλειψα και έπεσα ξερός στο κρεβάτι. Ο μπάτσος με σήκωσε από το χέρι και από το ένα πόδι και στήριξε πάνω του, έκατσε πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να μου χαϊδεύει τον κώλο. Μετά με φίλησε στο στήθος και μετά με πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησα όταν ένιωσα έναν πόνο στα πλευρά, κρύο και μετά κάποιος μου πέταξε κάτι ρούχα πάνω μου. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα ένα αμάξι να φεύγει και είδα και πάλι το ίδιο στενό όπου είχα ζωγραφίσει το γκράφιτι μου. Ήμουν γυμνός. Σηκώθηκα, ντύθηκα και πήγα στο σπίτι μου, όπου οι γονείς μου είχαν ανησυχήσει. Όμως δεν είπα κουβέντα για ότι έγινε διότι μαζί με τα ρούχα μου, μου πέταξαν και μια φωτογραφία που έδειχνε εμένα και έναν άλλο άντρα όπου δεν έδειχνε το πρόσωπο του να γαμιόμαστε και να το ευχαριστιέμαι...

Αυτός ο άντρας όμως ήταν εκείνος ο δήθεν μπάτσος και μου είχε δείξει ότι ήμουν πούστης και δεν το ήξερα, αλλά το κυριότερο πως οι τιμωρίες που παίρνεις από την παραβίαση ιδιωτικής περιουσίας δεν είναι και τόσο άσχημες…

(Copyright protected OW ref: 15192)