Ο φαντάρος ξάδερφος κι εγώ (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Αφού έπιασε στα πράσα ο θείος τα δύο ξαδέρφια, αποφάσισε να μην τους αφήσει ξανά μόνους. Όμως ένα δυσάρεστο περιστατικό θα γίνει η αφορμή για να μείνουν τα ξαδέρφια μόνα στο σπίτι και να τους δοθεί η ευκαιρία να προχωρήσουν στο… ξεπαρθένιασμα.

Η ιστορία:

Το ξεπαρθένιασμα

Ύστερα από την δική σας καύλα, αποφάσισα να σας στείλω και το δεύτερο μέρος της εμπειρίας μου με τον φαντάρο ξάδερφο. Για λεπτομέρειες ανατρέξτε στο πρώτο μέρος...

Έπειτα από την πίπα και το πιάσιμο μας από τον θείο μου και πατέρα του ξαδέρφου μου, δεν είχαμε και πολύ ελεύθερο χρόνο μόνοι, καθώς ο θείος μου, ήταν πάντα μαζί, και όχι γιατί γούσταρε παρέα, αλλά για να μας αποθαρρύνει από τυχόν ‘ανώμαλες’ περιπτύξεις όπως είπε. Μάλιστα δεν δίστασε να μου πει ότι φοβόταν μην του πουστρέψω τον γιο, ενώ ο ξάδερφος με υπερασπίστηκε λέγοντας:

-    «Μικρός είναι, πειραματισμό έκανε. Πώς κάνεις έτσι;»

Παρόλα αυτά, μου έλεγε καυλόλογα ο ξαδερφούλης, όπως π.χ.:

-    «Δεν έχω ξεκαυλώσει ακόμα…» και: «Θέλω να μπω όλος μέσα σου!»

Εννοείτε πως δεν μας επέτρεψε να μένουμε στο ίδιο κρεβάτι, και θα με είχε στείλει σπίτι μου ο θείος αν δεν πάταγε πόδι ο ξάδερφος. Εγώ μετά την πίπα, είχα ξεθαρρέψει, ήθελα να παραβιάσω και το μικρό κωλαράκι μου. Δεν ξέρω γιατί, απλά το ήθελα. Η ευκαιρία όμως δεν μας δινόταν. Τελικά παθαίνει ένα εγκεφαλικό ο θείος του θείου (ένας παππούς μας) και ο θείος πανικόβλητος φεύγει για νοσοκομείο, αφήνοντας εμένα και τον ξάδερφο σπίτι, μόνους...

Ο ξάδελφος μου δεν έχασε στιγμή. Μέχρι να κλείσω την πόρτα που μόλις είχαν βγει οι δικοί του, τον βρήκα με το μποξεράκι και την πούτσα έξω, όχι ότι δεν μ’ άρεσε…

-    «Μαζέψου ρε! Μην γυρίσουν απότομα και με μαχαιρώσει ο πατέρας σου!», είπα εγώ δήθεν πειραγμένος.

-    «Πες μου ότι δεν σ’ αρέσει τώρα ξαδερφάκι…», είπε και μου τον έτριψε στο μπούτι (φορούσα σορτς).

Ήταν καυτός και σκληρός. Γονάτισα σαν να έκανα αγγαρεία, αλλά το έκανα για να τον καυλώνω, κατέβασα το μποξεράκι στους αστραγάλους του, και θαύμασα το μεγαλείο της εκγύμνασης του στρατού στον ξάδελφο μου. Γυμνασμένα μυώδη πόδια με τρίχες, όχι όμως αρκούδα, κοιλιακοί πέτρα, και πουτσότριχες που πλαισίωναν ενώ μεγάλο παλλόμενο εργαλείο. Χωρίς χέρια, τον πήρα στο στόμα μου, και με λίγα γλειψίματα πέτρωσε πολύ.

Ο ξάδερφος τώρα κουνούσε την λεκάνη του και έμπηγε την καυλάρα του στο στόμα μου, ενώ εγώ τον κοιτούσα στα μάτια. Τα μαξιλαρωτά αρχίδια του με τις τρίχες ακουμπούσαν το πιγούνι μου, καυτά και μεγάλα. Μέσα στο στόμα μου ο πούτσος του, έβγαζε προερωτικά υγρά. Μου έδιναν άλλη γεύση. Είδα ότι δεν σταματούσε και νόμιζα ότι θα τελειώναμε στην πίπα, αλλά όταν έκανα την κλασική αποτελειωτική κίνηση να τον κάνω να χύσει, τραβήχτηκε.

-    «Όχι, δεν τελείωσε. Πρέπει να σε ξεσφίξω, δείχνεις σφιγμένος…», είπε και βάρεσε το τουρλωτό ανυπόμονο κωλαράκι μου.

Εγώ κατέβασα το σορτσάκι μου, και τον άφησα να δει τον κώλο μου.

-    «Πω πω! Τι είσαι εσύ ρε; Τούμπανοοο!», είπε και με χτύπησε στον κώλο.

Έφερε μια καπότα την οποία την φόρεσε αμέσως, και με έβαλε να σκύψω στην πολυθρόνα. Το έκανα. Ένιωθα λίγο περίεργα, σαν να παραδίνομαι αφήνοντας το κωλαράκι μου έτσι, αλλά και καυλωτικά. Ο ξάδερφος χωρίς πολλά παιχνίδια, τον έμπηξε μέσα. Ήταν σκληρός. Έχασα το φως μου από τον πόνο. Αφού μου ξέφυγε ένα: «Αχχχχχ!» καθώς έσπαγε τα ‘φράγματα’ της στενή κωλοτρυπίδας μου.

-    «Σταμάτα…», έλεγα σιγανά.

Εκείνος όμως έκανε τον κουφό. Με κοιτούσε με ένα ύφος καυλωμένο, ενώ η ψωλή του, πρηζόταν κι άλλο στην τρύπα μου. Πίεσα μαξιλάρια αλλά ο πόνος απλά δεν έφευγε. Τον χτύπησα ελαφρά στο στομάχι να σταματήσει. Επιβράδυνε λίγο αλλά δεν σταμάτησε.

-    «Έλα τώρα, αφού ξέρω ότι το θες…», είπε.

Τέντωσα τα πόδια κι άλλο και πήρα μια βαθιά ανάσα.

-    «Αφέσου…», μου είπε.

Το έκανα. Αστραπιαίος πόνος αλλά και ηδονή. Ένιωθα το ξένο όργανο μέσα στο στόμα μου, απλά να διαλύει τον ‘αντρισμό’ μου, αν είχα, και μαζί και τις προκαταλήψεις μου, ενώ φώναζα λες και με μαχαίρωναν. Είχα αφεθεί όμως… καύλωνα με τις κραυγές μου, και το ίδιο και ο ξάδερφος.

-    «Έλα… όλος μέσααα!!!», είπε και τον κάρφωσε απότομα.

Ο πόνος είχε υποχωρήσει λίγο, ενώ τα γυμνασμένα χέρια του, είχαν πιάσει τους ώμους μου και με εφάρμοζαν στην ψωλή του. Όταν η πούτσα του άγγιξε τον πάτο του κώλου μου, άρχισα να χύνω κι εγώ χωρίς να πιάνω το πουλί μου, απλά έτρεχαν παχύρευστα ψωλοχύματα. Ο ξάδερφος τα ένιωσε αφού άγγιξαν και τα δικά του πόδια…

-    «Μωρή πουτάνα, έχυσες;», ρώτησε παιχνιδιάρικα, και συμπλήρωσε: «Σειρά μου τώρα…»

Και με ένα κάρφωμα, τον τράβηξε έξω. Μετά έβγαλε την καπότα και πριν προλάβω να γυρίσω και να γονατίσω, άρχισαν να με παίρνουν τα σκάγια. Ήταν πηχτά καυτά, όπως τότε στην πίπα που του έκανα, μόνο που έβγαιναν με δύναμη και γέμισαν τα μαλλιά μου, το πρόσωπο μου και λίγο την πολυθρόνα. Ο ξάδερφος βαριανάσαινε σαν θηρίο. Η πούτσα του άρχισε να ξεπρήζεται και τώρα ήταν ακουμπισμένη πάνω στα παχιά αρχίδια του, πρησμένη ακόμα και κόκκινη.

-    «Είσαι ξεκωλιάρης τώρα!», είπε και μου πρόσφερε την πούτσα στο στόμα.

Την πήρα και την ρούφαγα απαλά. Τελικά σταμάτησα γιατί ακούσαμε το αυτοκίνητο. Ο θείος είχε έρθει να τσεκάρει μήπως πουστρεύω τον γιο του. Πρόλαβα να σηκώσω το σορτσάκι και να ανοίξω ενώ ο ξάδελφος μου μπήκε στο μπάνιο, παριστάνοντας ότι μπανιαρίζεται με τις ώρες. Ο θείος με κοίταξε από πάνω ως κάτω και με ρώτησε γιατί ήμουν αναψοκοκκινισμένος.

-    «Από την ζέστη…», απάντησα και κάθισα στην πολυθρόνα κρύβοντας τον πόνο που μου προξένησε το απότομα κάθισμα.

Ο θείος πήγε να ελέγξει τον γιό του. Ξαφνικά βλέπω στο πόδι της πολυθρόνας την καπότα! Πήρα το χρυσόχαρτο και καθώς έπιανα την καπότα, τον ακούω να έρχεται. Την έβαλα στο στόμα μου και έκανα ότι μασάω τσίχλα. Καύλωσα μ’ αυτό, δεν ξέρω γιατί, ίσως γιατί ενώ του μιλούσα τα χύσια του ξαδέλφου μου, ανακατεύονταν με τα σάλια μου στο στόμα μου. Την έφτυσα πριν βγω από το σπίτι για να επιστρέψω στο δικό μου...

(Copyright protected OW ref: 12829)