Εραστές

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Δύο εραστές απολαμβάνουν στο έπακρο τον έρωτα τους και η μαγεία της στιγμής προσπαθεί να αποτυπωθεί στην ιστορία… Δυο εραστές σε στιγμές τρυφερές αλλά και άκρως ερωτικές που δεν χορταίνουν ο ένας τον άλλο… Τρυφερός και άγριος έρωτας μαζί.

Η ιστορία:

Κι ήρθες ορμητικός και με φίλησες. Έκλεισες τα χείλη μου μέσα στα δικά σου. Η ζέστη μούδιασε το σώμα. Τα χέρια μου παρέλυσαν καθώς τα δάχτυλά μου χώθηκαν μες στα μαλλιά σου σε ένα χάδι απόλυτης αγάπης, σαν να ήθελαν να πιαστούν για πάντα από εκεί. Το φιλί ήταν δίχως ανάσα, τα χείλη σαν μανιασμένα δαγκώθηκαν, ενώθηκαν, κάηκαν.

Ένιωσα το σώμα σου να πιέζει το δικό μου, έτσι ακριβώς όπως το ήθελα, κατακτητικό και απαιτητικό για αυτό που έπρεπε να είχε πάρει τόσον καιρό. Μου ψιθύρισες κάτι ερωτικό στο αφτί, κάτι που μας έκανε και τους δύο να αναστενάξουμε με όλη την απόλαυση που μας είχε γεμίσει. Η φωνή σου βαριά, ερεθισμένη, χάιδεψε το πλάι του λαιμού μου με τη ζεστή ανάσα που άσθμαινε σαν τον αφρό που σκάει πάνω στα βότσαλα.

Κι ήθελα τόσο να σου πω να σου μουρμουρίσω, πως εσύ αγάπη μου είσαι ο έρωτάς μου, εσύ κανένας άλλος, πως πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα να θέλω να παραδοθώ ολοκληρωτικά σε κάποιον, να σου ψιθυρίσω πως το να είσαι εραστής κάποιου είναι άλλο πράγμα από αυτό που έχουμε όλοι μας συνηθίσει να βλέπουμε και να πιστεύουμε. Πως καμιά φορά η αλήθεια είναι πολύ μακριά από τα μάτια μας, βρίσκεται κρυμμένη σε απίθανα και απίστευτα μέρη πολύ βαθιά μέσα μας κι εμείς είχαμε βρει τρόπο να ανακινήσουμε την άμμο από αυτό το βάθος.

Και φοβόμουν να σε πω “εραστή μου”… Να στο πω με όση τρυφερότητα πρέπει να λέγεται αυτή η κουβέντα, με όση αγάπη απόλυτη μπορεί να κρύβει μια τέτοια φράση. Φοβόμουν το ίδιο το άκουσμα της αγάπης που με γέμιζε για εσένα. Αντί γι’ αυτό, σε έσφιξα λες και μέσα από αυτό το σφίξιμο μπορούσα να σου μεταδώσω τον έρωτα, να σε κάνω να καταλάβεις πόσο πολύ σε ήθελα, πόσο σε ζητούσα χρόνια τώρα.

Κι εσύ σαν να κατάλαβες. Βυθίστηκες μέσα μου, είδα τη σύσπαση στο πρόσωπο σου, το στόμα σου έκλεισε πάλι το δικό μου. Ανάκατες ερωτικές κουβέντες που μεγάλωναν ακόμη περισσότερο την έξαψη. Επιτέλους, μπορούσα να βλέπω τις εκφράσεις του προσώπου σου, την ώρα που ήμασταν ένα, την ώρα που με έπαιρνες και σου δινόμουν. Την ηδονή να ζωγραφίζεται στα χαρακτηριστικά σου, την αγάπη να βγαίνει από τα χείλη σου.

«Αγάπη μου… καύλα μου!», μουρμούριζες καθώς ο ρυθμός σου γινόταν πιο έντονος, καθώς σε είχα μέσα μου, βαθιά μου και σε ένιωθα σώμα από το σώμα μου, μέρος δικό μου. Δυο λέξεις, η μία τρυφερή, η άλλη απόλυτα ερωτική, έτσι ακριβώς όπως νιώθαμε ο ένας για τον άλλον.

-    «Όταν θα σου κάνω έρωτα…», μου έλεγες, «…θέλω να είναι ο έρωτας αυτός άγριος και τρυφερός μαζί. Να σε χαϊδεύω και να σε κρατάω στην αγκαλιά μου από τη μία και από την άλλη να μπαίνω μέσα σου, με όση δύναμη έχω, να σε κάνω να σπαρταράς…»

Κι ήθελα να με πεις “εραστή σου” μα είναι λέξεις που δεν λέγονται εύκολα. Είναι οι ανόητες ντροπές, οι φόβοι για το πώς θα το πάρει ο άλλος που μας κάνουν να μην τις ξεστομίζουμε, αλλά ήθελα τόσο να το ακούσω που κλείνοντας τα μάτια μου, πεθαίνοντας από την ηδονή που μου έδινες, έγειρα το κεφάλι πίσω και σχεδόν το άκουσα, μπόρεσα να το φανταστώ, ήξερα πως ήθελες να το πεις. Πως είμαι ο εραστή σου, πως θα είμαι πάντα και ότι και να γίνει τίποτα δεν θα το αλλάξει αυτό. Πως σε άλλον άντρα δεν θα δοθώ με τον τρόπο που δόθηκα σε σένα.

Σε ένιωθα να καις, με γέμιζες, μπαινόβγαινες πότε με αργό ρυθμό, πότε με έσπρωχνες δυνατά και απότομα σαν να ‘θελες να με πονέσεις, όπως είχαμε τόσες φορές πονέσει ο ένας τον άλλον με τα λόγια, τα λόγια καρφιά όταν κάποιες φορές ο έρωτας πικραίνεται και λέει πράγματα που δεν μπορεί να πιστεύει. Σε ρουφούσα μέσα μου, σε κρατούσα πότε σφιχτά και πότε σε άφηνα να μπεις όπως εσύ ήθελες. Τι ηδονή ήταν αυτή, τι απόλαυση, τι απόλυτη ευτυχία να είμαστε μαζί, έστω και για λίγη ώρα.

-    «Θέλω να σου κάνω συνέχεια έρωτα. Να σε γαμάω ασταμάτητα! Καύλα μου… καύλα μου… καύλα μου... Αγάπη μου… αγάπη μου!»

Η φωνή σου ξεψυχισμένη. Με μια απότομη κίνηση σηκώνεσαι και κάθομαι επάνω σου, τα πόδια μου σφίγγονται γύρω από τη μέση σου. Λαβές πολεμικές είναι γεμάτος ο έρωτας, αγκαλιαστήκαμε όμως σαν σύμπλεγμα ανθρώπου που αντικρίζει το είδωλο του στον καθρέπτη. Τα χέρια σου, κρατούσαν τη μέση μου, τα υγρά μας είχαν γεμίσει τα πόδια μας, τα ένοιωθα να κολλάνε ανάμεσά μας, ακούγαμε τον ήχο τους σε κάθε εισβολή σου μέσα μου. Η ανάσα σου είχε γίνει αγκομαχητό, όπως κι η δική μου.

Κοιτούσα τα μάτια σου, προσπαθούσα να βυθιστώ μέσα τους, όπως εσύ βυθιζόσουν σε μένα. Σαν τρελός σου φιλούσα όλο το πρόσωπο, σου έκοβα ακόμη περισσότερο την ήδη εξασθενημένη σου ανάσα. Τα μάτια, το μέτωπο, τη μύτη, τα χείλη και πάλι από την αρχή. Μικρά, μικρά φιλιά σε όλο σου το πρόσωπο. Το πρόσωπο σου άντρα μου, αγάπη μου, έρωτά μου. Και μετά από όπου πέρασε το στόμα μου, χάιδεψα κάθε σημείο αργά με τη γλώσσα μου, γιατί ήθελα να σε ακούσω να μου παραδίνεσαι εντελώς, να σε ακούω να σπαρταράς, όπως με είχες κάνει εμένα να σπαρταρώ…

Και όταν κόντευε το τέλος φωνάξαμε σαν θηρία, δαγκώσαμε ο ένας τα χείλη του άλλου, τα δόντια μας, ερωτικές τανάλιες στα ιδρωμένα δέρματα, ρουφήξαμε με λαιμαργία ο ένας τον άλλον.

-    «Πες μου, πες μου…», επαναλάμβανες. «Πες μου ότι θέλεις να σε σκίσω!»

-«Καύλα μου, αυτό θέλω. Σκίσε με!»

Και στο άκουσμα της παράδοσης, στο άκουσμα των λέξεων που μπορεί αλλού να μοιάζουν χυδαίες μα σε εμάς ήτανε λέξεις απόλυτης αγάπης, -γιατί η αγάπη έχει τον τρόπο να γίνεται απόλυτη μέσα από οτιδήποτε είτε άσχημο, είτε όμορφο, - καρφώθηκες μέσα με όση ορμή είχες, σε ένιωσα, τα στοματά μας έκλεισαν σε ένα φιλί λύσσας.

Είχες πια ανασηκώσει με τις παλάμες σου ελαφρά τη μέση μου για να μπορείς να μπαινοβγαίνεις γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Τα χέρια μου, γύρω, στο κεφάλι σου, βυθισμένα μέσα στα μαλλιά σου, όπως στην αρχή. Τα χείλη σου ξεγλίστρησαν από τα δικά μου και βρέθηκαν απαλά κολλημένα πάνω στο αφτί μου να ψιθυρίζουν:

-«Σε αγαπάω, σε αγαπάω…»

Κι ήθελα να κλάψω εκείνη τη στιγμή γιατί τέτοια αγάπη δεν είχα ξανανιώσει για άλλον, μα μόνο μπόρεσα και σου απάντησα το ίδιο πράγμα καθώς ένιωσα τον τελευταίο σου σπασμό και τα υγρά σου να πετάγονται με ορμή μέσα μου. Το πρόσωπο σου να συσπάται κι αυτό από την ηδονή, τη φωνή σου να σπάει, να ανακατεύεται μαζί με την κομμένη ανάσα κι εγώ να σε κρατάω στον τελευταίο δικό μου σπασμό, να χώνω τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά σου, τραβώντας τα αυτή τη φορά, πονώντας σε στα σίγουρα.

Μα έτσι ήθελα να σε πονέσω. Γιατί είσαι δικός μου, το καταλαβαίνεις; Είμαι δικός σου, το νιώθεις αυτό;