Εξερευνήσεις ενός υποτακτικού (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Αφέντης συνεχίζει την εκπαίδευση του δούλου του που όσο πάει γίνεται και σκληρότερη. Όμως ο δούλος, δεν γνωρίζει ότι αυτό θα του βγει σε καλό στη πορεία. Μάλιστα στο τέλος, τον περιμένει μια μεγάλη έκπληξη…!

Η ιστορία:

Επέστρεψα στην εστία και σκεφτόμουν συνεχώς τον Πέτρο. Δεν ήξερα τι ήθελε ακριβώς από μένα.. προβληματιζόμουν. Κάποια στιγμή μου έρχεται μήνυμα στο κινητό το οποίο μου έλεγε:

«Το καλό είναι ότι είσαι υπάκουος και μαθαίνεις εύκολα, αλλά θέλεις αρκετή εκπαίδευση ακόμα. Το ταξίδι σου μέχρι να καταλήξεις στον Αφέντη σου κρατάει δεκαπέντε μέρες. Τόσο περιθώριο έχεις για να το σκάσεις. Μετά τέλος!»

Αυτό με προβλημάτισε ακόμα περισσότερο. Στο δικό μου μήνυμα που έστειλα να μου πει τι εννοεί, απάντησε: «Δεκαπέντε μέρες!». Τίποτα άλλο. Δεκαπέντε μέρες… δεκαπέντε μέρες… αυτό σκεφτόμουνα συνεχώς.

Ο Πέτρος από την αρχή μου είπε ότι ψάχνει δούλο υπάκουο για να τον υπηρετεί. Αυτό έκανα ένα χρόνο σχεδόν. Τον υπάκουα σε όλα, σε ότι ήθελε. Ένα χρόνο έπαιζε με το μυαλό μου… μου έκανε σεξ με το μυαλό μου… αυτό με έκανε να φτάνω σε μεγάλη ηδονή. Και στις τρεις συναντήσεις από κοντά, με έκανε να νιώθω ένα τίποτα, ένα δουλικό, που απλά υπάκουε χωρίς να μπορεί να ζητήσει τίποτα.

Κι όμως, αυτό με ευχαριστούσε, με ερέθιζε και επίσης με ερέθιζε και η σκέψη της συνεχούς υπακοής από κοντά. Πλέον ότι έκανε εκείνος, όπως μιλούσε, όπως έδινε εντολές, κάθε του κουβέντα, κάθε πράξη του, μου έδινε ευχαρίστηση και εκτός όλων αυτών του χρωστούσα και την μεγάλη επιτυχία στην σχολή.

Η απόφαση μου ήταν μετά από αρκετή σκέψη και προβληματισμό ότι θα συνεχίσω, θα γίνω το δουλάκι που ζητάει και θα γίνει ο Αφέντης μου που πρέπει να υπακούω πιστά. Στις επόμενες μέρες δεν είχα από τον Πέτρο κανένα μήνυμα, τίποτα απολύτως. Κι εγώ δεν έπρεπε να στείλω ούτε μήνυμα, ούτε φυσικά να πάρω τηλέφωνο.

Πέρασαν δεκαπέντε μέρες και τέλος Οκτώβρη, Παρασκευή πρωί, παίρνω μήνυμα από τον Πέτρο που έλεγε: «αν το έχεις σκάσει, κανένα πρόβλημα. Αν ψάχνεις τον Αφέντη σου θα είσαι στις πέντε στο τάδε σημείο. Ακριβώς πέντε. Κατάλαβες;». Ακριβώς στις πέντε ήμουν εκεί. Με περίμενε με πήρε στο αυτοκίνητο του για να πάμε σπίτι.

-    «Τι κάνετε;», ρώτησα.

Η απάντηση μονολεκτική και συνάμα αυστηρή:

-    «Ότι θέλω. Δεν είναι δουλειά του δούλου να ρωτάει. Μόνο δέχεται εντολές και εκτελεί. Τέλος!»

Φτάσαμε σπίτι στην περιοχή του Ζωγράφου κοντά στην Πανεπιστημιούπολη και κοντά στην υπηρεσία του. Ήταν ένα ωραίο διαμέρισμα που είχε δύο υπνοδωμάτια και ένα καθιστικό με κουζίνα μαζί, άνετο αρκετά. Ήταν γεμάτο κούτες κι έπιπλα συσκευασμένα.

Τραβάει από μια πολυθρόνα το πλαστικό συσκευασίας, κάθεται και μου λέει να γδυθώ. Υπάκουσα. Γδύθηκα αμέσως και πλησίασα κοντά του. Μου λέει να κάνω μια στροφή και να γονατίσω μπροστά του. Με περιεργάστηκε και γονάτισα γυμνός δίπλα του. Με βάζει ανάμεσα στα πόδια του γονατιστό και γυμνό, πιάνει το κεφάλι μου, το σπρώχνει προς τα πίσω για να τον βλέπω στα μάτια του και με αυστηρή φωνή επιβλητική μου λέει:

-    «Δουλάκι, από τώρα και στο εξής μου ανήκεις. Ότι λέω θα είναι διαταγή που θα εκτελείται άμεσα. Η πειθαρχεία θεωρείται δεδομένη. Η τιμωρία επίσης, ανάλογα με το παράπτωμα. Κατάλαβες;»

-    «Μάλιστα…», απάντησα.

Σηκώθηκε όρθιος και με διέταξε να των ακολουθήσω να μου δείξει το σπίτι. Με πήγε πρώτα στο υπνοδωμάτιο του. Είχε βάλει το κρεβάτι μέσα.

-    «Δουλάκι, αυτή είναι οι ντουλάπα μου. Για αρχή θα βάλεις τα πράγματα μέσα, ρούχα και λοιπά. Θα τα τοποθετήσουμε μαζί. Στη συνέχεια θα μπαίνουν στον τόπο τους από σένα, πάντοτε τοποθετημένα σωστά και πάντοτε με τάξη και πειθαρχεία. Κατάλαβες;»

Το «μάλιστα» που απάντησα ήταν με κάποια απορία και συνεχίσαμε στο άλλο υπνοδωμάτιο…

-    «Εδώ δουλάκι είναι το δικό σου δωμάτιο. Δευτέρα θα φέρεις τα πράγματα σου όλα και μέσα στην εβδομάδα θα πάρουμε και τα έπιπλα. Το δωμάτιο θα είναι πάντα περιποιημένο και καθαρό, όπως όλο το σπίτι άλλωστε. Κατάλαβες;»

-    «Μάλιστα…», απάντησα ακολουθώντας γυμνός πάντα πίσω του.

Αφού τελείωσε η ξενάγηση των χώρων του σπιτιού και οι διάφορες υποδείξεις, από το που θα τοποθετηθεί το οτιδήποτε, γύρισε στο καθιστικό, κάθισε στην πολυθρόνα και είπε:

-    «Θα αρχίσουμε αμέσως και συνεχίζουμε κι αύριο. Δευτέρα θα είναι έτοιμο! Κατάλαβες;»  

-    «Μάλιστα…», είπα.

Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα το ρόλο που θα είχα: το δούλο για όλες τις δουλειές, όχι τον σεξουαλικό δούλο μόνο. Αν άργησα κάπως να καταλάβω, φταίω εγώ και μόνο εγώ. Εκείνος από την αρχή μου το είχε ξεκαθαρίσει αυτό άλλωστε.

-    «Θα βάλω κάτι πρόχειρο και αρχίζουμε!», είπε.

Με διέταξε να του φέρω ένα σορτσάκι και ένα φανελάκι και μετά με διέταξε να τον ξεντύσω, από το να του βγάλω τα παπούτσια μέχρι να τον γδύσω εντελώς. Αρχίσαμε αμέσως να βολεύουμε το σπίτι, από καθάρισμα, σκούπισμα, σφουγγάρισμα κι εγώ πάντοτε γυμνός. Ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο να βολεύουμε το σπίτι συνεχώς. Παρασκευή και Σάββατο βράδυ κοιμηθήκαμε, μαζί μεν, χώρια όμως.

Κυριακή από το πρωί βόλεμα ένα διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι και το απόγευμα με πήγε στην εστία, με άφησε να μαζέψω τα πράγματα μου και ραντεβού την Δευτέρα απόγευμα για να πάμε στο σπίτι μαζί. Τρεις μέρες ήταν συνεχώς δίπλα μου, εκείνος ντυμένος ,εγώ γυμνός. Τον έβλεπα και περίμενα τη στιγμή που θα μου χαϊδέψει τον κώλο, θα με Βάλει να του πάρω πίπα, θα με πηδούσε ένας άντρας για πρώτη , αλλά τίποτα από όλα αυτά… με εξαίρεση δυο ξυλιές στον κώλο που έκαναν το καυλί μου να σηκωθεί και τίποτα άλλο.

Επιστρέφοντας και μένοντας μόνος, ήμουν σε ένα δίλημμα… Δεν ήξερα τι να κάνω. Πολλά γύριζαν στο κεφάλι μου μέσα. Αυτός ο άντρας, μόνο που τον άκουγα, με ξεσήκωνε. Από την στιγμή που τον γνώρισα από κοντά, το ύφος του, το σώμα του, ο τρόπος του, με έκαναν να ερεθίζομαι αφάνταστα… αλλά να μείνουμε μαζί; Πώς με έναν ξένο; Αυτό ήθελα άραγε; Αυτό σκεφτόμουν. Δεν ήξερα…

Από την άλλη μου άρεσε να φύγω από την εστία, από το ένα δωμάτιο, από τα κοινά μπάνια και γενικά να έμεινα σε ένα σπίτι άνετο, με δικό μου δωμάτιο. Η απόφαση πάρθηκε. Μάζεψα τα πράγματα μου και ήμουν έτοιμος πλέον να τον ακολουθήσω ναι να γίνω ο δούλος του.. να τον υπηρετήσω σε όλα.. και στο κάτω - κάτω αν δεν μου άρεσε, επέστρεφα πίσω στην εστία σκέφτηκα.

Τέσσερα χρόνια έμεινα στο σπίτι με τον Πέτρο. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια ήμουν ο δούλος του, ο υπηρέτης του. Μου έμαθε την πλήρη υποταγή σ’ αυτόν καθώς και την πειθαρχεία. Θα μπορούσα να έμενα μαζί του μια ολόκληρη ζωή, να τον υπηρετώ, αλλά ο σωστός δούλος δεν έχει επιλογές, ο Αφέντης αποφασίζει γι’ αυτόν σε όλα επάνω του.

Ο πρώτος μήνας ήταν ο μήνας της εκπαίδευσης μου. Όλα ήταν ένα πρόγραμμα που ακολουθούσα κατά γράμμα για να μην έχω καμία τιμωρία, άλλοτε πιο μαλακή και άλλοτε πολύ σκληρή. Ψυχολογία του δούλου δεν σημαίνει ότι του αρέσει να τον χτυπάνε και να τον κακομεταχειρίζονται, είναι να υπηρετεί πιστά σε οτιδήποτε. Αυτό τον ευχαριστεί, αυτό είναι η ηδονή του. Στις περιστασιακές σχέσεις αναζητεί τα πάντα… και την τιμωρία και τον εξευτελισμό, σε μόνιμη βάση. Το έχει βιώσει αυτό και η σκέψη μόνο το τι μπορεί να ακολουθήσει είναι αρκετή.

Οι εντολές και διαταγές του Αφέντη μου ήταν δυο - τρεις σε καθημερινή βάση. Το πρόγραμμα που ακολουθούσα ήταν συγκεκριμένο και δεν έπρεπε να ξεφύγει ούτε λεπτό. Μέχρι τις γιορτές που έφυγα για δέκα μέρες στο νησί, είχα γίνει ένας πιστός υπάκουος δούλος που ήξερε το παραμικρό που ήθελε ο Αφέντης του και μετρούσα τις ώρες για να επιστρέψω.

Ξύπνημα καθημερινά στις έξι, πρωινό, φαγητό, εκείνος έφευγε στις έξι και μισή, εγώ μέχρι να πάω στην σχολή, ανάλογα το πρόγραμμα που είχα, έπρεπε να κάνω τις δουλειές του σπιτιού ή διάβασμα και ετοίμαζα το φαγητό. Στο σπίτι μέσα έπρεπε να κυκλοφορώ γυμνός τελείως τους μήνες τους καλοκαιρινούς, τους υπόλοιπους με ενδυμασία που μου έδωσε εκείνος, μια σκελέα στρατού ραμμένη και σκισμένη όπως εκείνος ήθελε, π.χ.: ο κώλος μου έξω.

Ερχόταν στις τρεις και είκοσι κι έπρεπε να του βγάλω μπότες, κάλτσες και να καθαρίσω καλά τα πόδια του με τη γλώσσα μου. Μετά να ξεντυθεί, να του γλείψω αρχίδια και πούτσο. Φυσικά αν ήθελε να χύσει έπρεπε να τα πάρω στο στόμα μου και να τον καθαρίσω καλά. Μετά φαγητό, ξεκούραση γι’ αυτόν μεσημεριανή, εγώ μάζεμα και διάβασμα. Το απόγευμα θα τον ξυπνούσα με τον καφέ του. Εγώ δέκα το βράδυ έπρεπε να ήμουν για ύπνο.

Από τις πρώτες μέρες είχε βγει το πρόγραμμα του κάθε μήνα. Τα χρήματα που μου στέλνανε οι γονείς μου τα έπαιρνε εκείνος όλα. Εγώ είχα κάθε μήνα την ανανέωση της κάρτας μου για λεωφορεία καθώς και τρία ευρώ την ημέρα για καφέ και τυρόπιτα, όπως έλεγε, και είχα μαζί μου και πέντε ευρώ, όχι για να τις ξοδέψω, αλλά σε ανάγκη. Αν π.χ πρέπει να πάρω ταξί. Για  οτιδήποτε άλλο ειδοποιούσα εκείνον.

Τα χρήματα που μου έστελναν οι γονείς μου δεν ήταν πολλά, δεν είχαμε οικονομική άνεση αλλά αν και στην αρχή με πείραζε λιγάκι, στην πορεία διαπίστωσα ότι τα έξοδα ήταν πολύ περισσότερα, ειδικά τον δεύτερο χρόνο όταν άρχισαν και διάφορα άλλα έξοδα, όπως βιβλία. Ακόμα και κομπιούτερ δικό μου είχα, τα ρούχα μου τα έπαιρνε ο Αφέντης μου.

Ήμουν ένα πιστό δουλάκι σε όλα. Η ηδονή και η ευχαρίστηση που μου πρόσφερε εκείνος, θα μου μείνει αξέχαστη. Ποτέ δεν μπορέσω να μάθω τι του αρέσει. Θέλω να πιστεύω πως όλα. Κάθε φορά δεν ήξερα τι με περιμένει, πως θέλει να τον κάνω να με χύσει, πως και πότε θα με πηδούσε…

Από τα πρώτα που έμαθα ήταν να έχω πάντα καθαρό τον κώλο μου για πήδημα. Δεν ήταν σίγουρο αν θα με πηδούσε ή πότε με πηδούσε. Με έστηνε σε διάφορες στάσεις καθημερινά και μερικές φορές, έκανε έξι και επτά μέρες για να με πηδήξει. Σχεδόν καθημερινά όμως, έπαιρνα το σπέρμα του και καθάριζα τον πούτσο του. Όταν ήθελα να πω κάτι ή να ζητήσω κάτι, συνήθως για τη σχολή, έπρεπε μετά από χύσιμο και όταν τον είχα καθαρίσει καλά ή απόγευμα όταν καθόταν στην πολυθρόνα και έπινε καφέ, να μιλάω και να λέω τι θέλω στον πούτσο του και να τον φιλάω.

Εγώ μπορεί να μην έχυνα κάθε μέρα, μπορεί να απαγορευόταν να μαλακίζομαι, αλλά κάθε φορά που έχυνα και ήταν αρκετά συχνά, έχυνα χωρίς να ακουμπάω ποτέ τον πούτσο μου και καμιά φορά αν μου τον ακουμπούσε εκείνος με το πόδι του.

Το πρώτο διάστημα ο κώλος μου σε καθημερινοί βάση ήταν κατακόκκινος και έτσουζε. Μετά τις έτρωγε, ανάλογα την περίσταση, πολύ πιο αραιά, συνήθως με χέρι ή με τη ζώνη έπεφτε καμία. Η πιο σκληρή που πονούσε υπερβολικά, ήταν η στρατιωτική ζώνη λόγω των εγκοπών. Πρώτη φορά την δοκίμασα όταν τον έκανα μπάνιο και έτσι γονατιστός που τον έτριβα τα γόνατα, άρχισε να με κατουράει στο κεφάλι και γύρισα και είπα:

-    «Τι κάνετε;»

Αγρίεψε πολύ. Βγήκε από το μπάνιο, με στήνει στα τέσσερα και με χτύπησε με αυτή τη ζώνη. Δάκρυσα από τον πόνο. Μου έριξε τέσσερις - πέντε και μετά μπήκε ξανά στο μπάνιο και με φώναξε να συνεχίσω. Μπήκα δακρυσμένος και συνέχισα να του σαπουνίζω τα πόδια. Τράβηξε το κεφάλι μου από τα μαλλιά προς τα πίσω, έπιασε τον πούτσο του και με κατούρησε στην μούρη, κάτι πρωτόγνωρο για μένα αλλά κάτι που με ερέθισε αφάνταστα. Συνεχώς μάθαινα και κάτι και όλα αυτά με ερέθιζαν αφάνταστα.

Μετά τις γιορτές που γύρισα πίσω και έτρεξα στα πόδια του, με περίμενε μια έκπληξη… μου φόρεσε ένα κολάρο σαν αυτά που έχουν οι σκύλοι λέγοντας ότι είχα γίνει πολύ καλό δουλάκι περισσότερο και από ότι πίστευε.

Οι επόμενες τιμωρίες ήρθαν κάπως μαζί, η μία πιο σκληρή από την άλλη. Πριν το Πάσχα, μετά το μπάνιο μου το μεσημέρι, ήθελα να του κάνω έκπληξη και ξύρισα το πουλί μου και γύρω απ’ αυτό. Όταν με είδε έπαθε αμόκ! Γυμνός και πριν προλάβω να βγάλω τις αρβύλες, με στήνει στα τέσσερα και αρχίζει να με χτυπάει με τη ζώνη την στρατιωτική. Έκλαιγα.

-    «Τι έκανες ρε μαλακισμένο; Εγώ σου είπα ότι θέλω άντρα δούλο. Αν ήθελα γυναίκα ή θηλυπρεπή θα στο έλεγα. Από το πρώτο τηλεφώνημα στο ξεκαθάρισα αυτό. Πώς θα κάνεις ρε μαλακισμένο έτσι ντους στα αποδυτήρια;»

Ξέχασα να αναφέρω ότι το πρόγραμμα είχε και γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα. ο κώλος μου έκανε πέντε μέρες για να φύγει το μελάνιασμα και δεν μπορούσα να καθίσω πάνω από τρεις μέρες από το τσούξιμο.

Δεν πρόλαβε να συνέλθει ο κώλος μου και επιστρέφοντας ένα μεσημέρι μετά από το φαγητό, πριν πάει για ύπνο, του είπα ότι βγήκαν τα μαθήματα. Με ρώτησε τι έγινε και του είπα ότι τα πέρασα όλα εκτός από ένα.

-    «Ναι;», μου είπε.

-    «Μάλιστα…», του είπα.

-    «Ωραία!», λέει. «Στήσου στα τέσσερα κι έρχομαι για την ανταμοιβή σου…»

Στήθηκα εγώ γεμάτος καύλα. «Μεσημεριανό πήδημα!», σκέφτηκα. Επιστρέφει με τη ζώνη και αρχίζει να με χτυπάει παντού. Πρώτη φορά στα μπούτια, στον κώλο, στη μέση… Πρώτη φορά ούρλιαξα από πόνο.  

-    «Γιατί ρε μαλακισμένο δεν το πέρασες;», φώναζε. «Γιατί ρε δεν διάβαζες; Οι γονείς σου στερούνται να σε στείλουν για σπουδές κι εσύ δεν διαβάζεις;»

Όταν ξεθύμανε αρκετά, έφυγε για ύπνο διατάζοντας με να παραμείνω έτσι μέχρι να σηκωθεί μόνος του. Όταν σηκώθηκε μου άστραψε λίγες ακόμα, που έτσι που ήμουν μουδιασμένος και πιασμένος, ούτε που τις κατάλαβα. Με τράβηξε από το λουράκι στο λαιμό, κοντεύοντας να με πνίξει, στο μπάνιο, με κατούρησε σε όλο το σώμα που έτσουζε και με διέταξε να πλυθώ.

Με περίμενε στο καθιστικό. Τον πλησίασα διστακτικά και με φόβο… Ήταν η πρώτη φορά που φοβήθηκα. Του έγλειφα τον πούτσο κι εκείνος ζητούσε απαντήσεις. Ούτε εμένα αλλά ούτε εκείνου του είχε σηκωθεί. Μου είπε ότι αν ξανασυμβεί και δεν περάσω μάθημα, τότε θα αλλάξει τακτική απέναντι μου, αν και το πιθανότερο είναι να με διώξει. Μου έχωσε μετά τον πούτσο στο στόμα και με γαμούσε από εκεί μέχρι που έχυσε. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ερεθίστηκα… με το παραμικρό όλος έτσουζα.

Περάσαμε τέσσερα χρόνια μαζί… τέσσερα υπέροχα χρόνια! Ώσπου τον ήρθε μετάθεση. Θα έφευγε Σεπτέμβριο. Εγώ θα ήμουν πέμπτο και τελευταίο έτος στη σχολή χωρίς να χρωστάω κανένα μάθημα και ήμουν και υπόδειγμα φοιτητή, πράγμα που μου το αναγνώριζαν όλοι οι καθηγητές της σχολής μου.

Τέσσερα χρόνια να υπηρετώ έναν άντρα, να με μεταχειρίζεται όπως θέλει εκείνος, να τον υπακούω πιστά. Τέσσερα χρόνια που μπορεί να μην μιλούσαμε σχεδόν καθόλου, αλλά επικοινωνούσαμε μόνο με μια ματιά. Ακόμα και έξω όταν βγαίναμε για βόλτα, για ψώνια, για καφέ, ένιωθα την επιρροή που ασκούσε αυτός ο άντρας επάνω μου… μόνο με ένα νεύμα του, με μια χειρονομία του.

Μέχρι σχεδόν μέσα Σεπτεμβρίου, οκτώ μέρες πριν την μετάθεση, ο Πέτρος δεν έλεγε τίποτα. Ήμουν σε μεγάλη αγωνία. Σκεφτόμουν συνεχώς πως θα τα καταφέρω μόνος επιστρέφοντας πίσω στην εστία. Πέντε μέρες πριν φύγει, όταν είχε παραδώσει στο στρατόπεδο, τον περίμενα όπως πάντα γυμνός στο σπίτι. Ήρθε, έκατσε κι έτρεξα να εκτελέσω τα καθήκοντα μου, όπως καθημερινά άλλωστε… Να του βγάλω τα παπούτσια, να τον ξεντύσω, να γλείψω καλά τα αρχίδια του και τον πούτσο από των ιδρώτα της ημέρας και όταν άδειασε και τα αρχίδια του στο στόμα μου και καθάριζα τον πούτσο του μου λέει:

-    «Δουλάκι, Κυριακή φεύγω. Θα αρχίσεις να συμμαζεύεις τα πράγματα μου. Θα πάρω τα ρούχα μου για αρχή. Εσύ θα μείνεις εδώ και θα προσέχεις το σπίτι. Από το πρόγραμμα που ακολουθείς δεν θα ξεφεύγεις ούτε λεπτό. Κατάλαβες;»

-    «Μάλιστα…», απάντησα.

-    «Ωραία!», είπε. «Το απόγευμα μόλις ξυπνήσω σε θέλω στημένο στα τέσσερα να σε πηδήξω και μετά αρχίζουμε μάζεμα…»

Έτσι και έγινε.

Η ημέρα του αποχαιρετισμού έφτασε. Σηκωθήκαμε στις οκτώ το πρωί, του ετοίμασα πρωινό και όσο εκείνος έπινε τον καφέ του, εγώ ήμουν ανάμεσα στα πόδια του. Τον έγλειφα συνεχώς. Με έστησε, με πήδηξε όπως εκείνος ήθελε, αστράφτοντας χαστούκια και κοκκινίζοντας τον κώλο μου, λέγοντας μου συνεχώς:

-    «Αυτά είναι προκαταβολές για τις μαλακίες που θα κάνεις όσο θα λείπω!»

Όταν έφτασε η ώρα να φύγει, άρχισα να κλαίω. Εκείνος τότε με τράβηξε στο μπάνιο, έβγαλε το πούτσο του και με κατούρησε. Τον έβαλε μέσα και έφυγε.

Στο τηλέφωνο μιλούσαμε μια φορά την εβδομάδα και σχεδόν καθημερνά είχα μήνυμα του. Το πρόγραμμα το ακολουθούσα κατά γράμμα. Εκείνος πλήρωνε το ενοίκιο του σπιτιού καθώς και τα έξοδα, κοινόχρηστα και λοιπά. Εγώ με τα χρήματα που λάμβανα, έπρεπε να πληρώνω τα έξοδα μου και φυσικά να δίνω πλήρη αναφορά τέλος του μήνα.

Αρχές Νοέμβρη, μετά από 42 μέρες, Παρασκευή, γυρίζοντας σπίτι, τον βρίσκω μέσα. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη! Με το που μπήκα και με κοίταξε, κατευθείαν έβγαλα τα ρούχα μου και έτρεξα να τον υπηρετήσω. Είχε έρθει για τρεις μέρες. Με εξευτέλισε, με πήδηξε, μου έδωσε να πιω τα χύσια του που μου είχαν λείψει αφάνταστα και με έκανε να χύσω τρεις φορές, κοκκινίζοντας συνεχώς τον κώλο μου από τις παρατυπίες που διαπίστωνε, τις πολύ μικρές όσο έλειπε.

Φεύγοντας πάλι με ξεκαθάρισε ότι τέλος Αυγούστου θα αφήσει το σπίτι και να μην διανοηθώ να αφήσω απέραστο μάθημα και να αρχίσω από τώρα να ψάχνω για το τι θα κάνω μετά, εξηγώντας μου ότι πρέπει να πάω για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό οπωσδήποτε και με υποτροφία και έφυγε.

Στο διάστημα μέχρι τις γιορτές, τα μηνύματα του καθώς και τα τηλέφωνα είχαν μειωθεί πάρα πολύ. Πάντα ήμουν με την αγωνία πως θα γυρίσω σπίτι και θα τον βρω να με περιμένει εκεί, πράγμα που δεν έγινε.

Αρχές Φεβρουαρίου λαμβάνω ένα μήνυμα του και ένα τηλεφώνημα του μετά από δεκαπέντε μέρες σιωπής μου εξήγησε ότι για έναν μήνα θα έρθει και θα μείνει στο σπίτι ένας ανιψιός του και ότι θα πρέπει να τον υπηρετώ σαν να ήτανε εκείνος και ακόμα καλύτερα (ήταν ένας νεαρός συνομήλικος μου, περίπου στα 24, ψηλός και γεροδεμένος. Ποτέ δεν κατάλαβα αν όντως ήταν ανιψιός του ή συνάδελφος του. Πενταετής στο στρατό ήταν αυτός). Έτσι και έγινε.

Από τον Μάνο (το όνομα είναι φανταστικό) στο μήνα που έμεινε μαζί μου έμαθα να υπηρετώ ένα άλλου είδος Αφέντη, καμία σχέση με τον δικό μου τον Πέτρο, ο οποίος ήξερε τι ήθελε, ήξερε να επιβάλλεται και έμαθε και σε μένα να τον υπηρετώ όπως τον ευχαριστούσε εκείνον.

Με το Μάνο ποτέ δεν έμαθα τι έπρεπε να κάνω, πως με ήθελε εκείνος, απλά ακολουθούσα ότι με δίδαξε ο Αφέντης μου και η συνέχεια σε ότι κάναμε ήτανε πάντα να με ξευτελίζει και να με χτυπάει. Μου άρεσε ο εξευτελισμός, το χτύπημα, αλλά ο Πέτρος με εξευτέλιζε μόνο με το βλέμμα του. Ένιωθα μαζί του την απειλή του ξύλου πάντοτε, χωρίς όμως να ήταν απαραίτητο να το κάνει. Τέλος πάντων, για το Μάνο και το μήνα που μείναμε μαζί θα σας γράψω σε άλλη ιστορία.

Τον Πέτρο τον ξαναείδα μετά το Πάσχα, ένα σαββατοκύριακο ξαφνικά μετά από πέντε μήνες και με ρώτησε για τη σχολή και αν αποφάσισα για το μεταπτυχιακό. Του εξήγησα ότι έχω και την συμπαράσταση των καθηγητών και μπορώ να πάρω και υποτροφία για εξωτερικό.

-    «Ωραία!», είπε.

-    «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω σε μια ξένη χώρα και μόνος…», του απάντησα.

-    «Δεν το συζητώ!», είπε με αυστηρό όπως πάντα ύφος.

Έτσι και έφυγε. Το καλοκαίρι μετά τις εξετάσεις είχα τελειώσει. Σεπτέμβριο έπαιρνα πτυχίο και τέλος Ιουλίου κατέβηκα στο νησί. Εξήγησα στους γονείς μου ότι θέλω να πάω στο εξωτερικό για μεταπτυχιακά. Εκείνοι αντέδρασαν λιγάκι λόγω τον εξόδων. Τους είπα ότι θα πάρω υποτροφία και ότι όλοι η καθηγητές μου, μου το λένε. Συμφώνησαν και ξεκίνησα τις ενέργειες που έπρεπε.

Στις πέντε Σεπτέμβρη μου στέλνει μήνυμα ο Πέτρος να κατέβω Αθήνα να αδειάσουμε το σπίτι. Κατέβηκα και συναντηθήκαμε στο σπίτι. Εγώ τον περίμενα όπως πάντα γυμνός. Εκείνος μπήκε και μου είπε να ντυθώ με ένα τελείως διαφορετικό ύφος απ’ ότι τον ήξερα τόσα χρόνια και να με αποκαλεί με το όνομα μου. Μου είπε ότι σε λίγο θα έρθουν να πάρουν τα έπιπλα και κάθισε στην πολυθρόνα. Πήγα να καθίσω στα πόδια του και μου λέει:

-    «Τέλος οι μαλακίες τώρα! Κατάλαβες;»

Το «κατάλαβες» το είπε μεν δυνατά αλλά με χαμόγελο.

-    «Μάλιστα…», απάντησα.

-    «Άσε ρε τα μάλιστα και τις μαλακίες! Πέτρο με λένε και δεν μιλάω τώρα σε ένα μαλακισμένο φοιτητή αλλά σε έναν αριστούχο μηχανικό!»

Πραγματικά δεν ήξερα τι μου γινόταν… Το συνεργείο έφτασε και μάζευε τα πράγματα κι εγώ με των Πέτρο μιλούσαμε στο μπαλκόνι. Όταν είχε αδειάσει το σπίτι και φεύγαμε, ήμουν ένα ράκος από τη στεναχώρια. Παρέδωσε και το κλειδί στον ιδιοκτήτη που είχε έρθει να το παραλάβει και κατευθυνθήκαμε μαζί να καθίσουμε σε μια καφετέρια. Εκεί μου εξήγησε ότι πρέπει να συνεχίσω τις σπουδές μου γιατί είμαι πολύ καλός και μια μέρα θα γίνω από τους καλύτερους μηχανικούς. Του είπα για την υποτροφία και ότι το πιο πιθανό είναι ότι το Νοέμβριο θα έφευγα για Αμερική.

Μου ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία και έβγαλε από το τσαντάκι που κρατούσε ένα βιβλιάριο τραπέζης στο οποίο ήταν κατατεθειμένα όλα τα χρήματα που έστελναν οι γονείς μου, από τον πρώτο μήνα που ήμουν Αθήνα, μέχρι και τον τελευταίο κι ας τα έπαιρνα εγώ τα χρήματα τον τελευταίο χρόνο. Μου είπε ότι είναι για τα έξοδα του ταξιδιού.

Τα έχασα! Ήταν ένα αρκετά μεγάλο ποσό μαζεμένο. Με πήραν τα κλάματα… έκλαιγα με λυγμούς. Δεν είδα ποτέ τον Πέτρο από τότε. Έφυγε απότομα λέγοντας μου καλό ταξίδι και να … από το ύφος της φωνής ήταν συγκινημένος. Έχουν περάσει πέντε χρόνια. Τελείωσα μεταπτυχιακό κι επέστρεψα για να κάνω τη θητεία μου. Τον αναζήτησα αλλά δεν κατάφερα να τον βρω πουθενά.

Μετά το στρατιωτικό επέστρεψα πίσω στην Αμερική όπου εργάζομαι και παράλληλα κάνω οικονομικές σπουδές. Από εκείνον έμαθα πολλά. Πέτρο, όπου και να είσαι, ένα μεγάλο ευχαριστώ. Ξέρω πως εσύ επιδίωξες να χαθείς, ξέρω ότι εσύ επιδίωξες να μη σε θέλω στέλνοντας μου το Μάνο. Εύχομαι να είσαι πάντα καλά.

(Copyright protected OW ref: 9307)