Εξερευνήσεις ενός υποτακτικού (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο φίλος μας, μας εξομολογείται πως ξεκίνησε να γίνεται υποτακτικός και να του αρέσει ο εξευτελισμός. Οι πρώτοι του Αφέντες ήταν δύο φαντάροι οι οποίοι είχαν τον τρόπο να τον κάνουν τον απόλυτο σκλάβο, έρμαιο στις ορέξεις τους…
Η ιστορία:

Καλησπέρα παρακολουθώ αρκετό καιρό τις ιστορίες και άλλες βρίσκω ενδιαφέρουσες και άλλες όχι. Φυσικά αυτό είναι στο γούστο και στο τι αρέσει στον καθένα.

Επίσης διαπιστώνω ότι οι περισσότεροι γράφουν για την πρώτη τους γνωριμία και το τι επακολούθησε και πόσο τους άρεσε. Εγώ ίσως σας σοκάρω. Κάπως πολύ λίγα άτομα θα μπορέσουν να με καταλάβουν πραγματικά. Πολλοί θα με χαρακτηρίσουν τσουλάκι, άλλοι πάλι θα με πουν μαλάκα, άλλοι ότι ήμουν θύμα στις σεξουαλικές ορέξεις του καθενός και άλλοι πολλοί απλά ανώμαλο.

Αλλά δεν με νοιάζει η κρίση του κανενός. Είμαι υποτακτικό άτομο (δούλος) όπως πολλοί χαρακτηρίζουν αυτά τα άτομα, χωρίς ποτέ να καταλάβουν ότι αυτό μου αρέσει και μέσα από έναν εξευτελισμό μου, εγώ νιώθω την μεγάλη αγάπη και την τέλεια ηδονή.

θα ήθελα να σας έστελνα ολόκληρο το ημερολόγιο μου για να καταλάβετε, αλλά είναι και μεγάλο και ονομαστικό άρα αδύνατο. Μέσα από εδώ και από αυτά που θα σας γράψω θέλω να ευχαριστήσω τον Αφέντη μου, τον δικό μου άνθρωπο, που με αγάπησε πραγματικά όσο κανένας άλλος.

Και μην σας ακούγεται παράξενη η λέξη αγάπη, πάντοτε οι Αφεντάδες αγαπούσαν με τον δικό τους τρόπο τους δούλους που ήταν ιδιοκτησία τους και τους πρόσεχαν. Στο κάτω - κάτω το να πηδηχτείς με κάποιον που γνώρισες, όσο καλό και να είναι το σεξ, το πήδημα τελειώνει και αγάπη δεν υπάρχει.

Επειδή σας ζάλισα, αλλά έπρεπε για να καταλάβετε, να αρχίσω περιληπτικά την ιστορία μου λοιπόν. Είχα αποτύχει να περάσω σε σχολή μετά τις πανελλήνιες εξετάσεις, αν και ήμουν αρκετά καλός μαθητής, όχι όμως και τέλειος, το καλοκαίρι περνούσε με μπάνια στη θάλασσα (είμαι και από νησί βλέπετε), βόλτες και καφεδάκια.

Είμαι ένα άτομο αρκετά εμφανίσιμο, όχι θηλυπρεπής, αρρενωπός θα έλεγα. Είχα αρκετή πέραση σε κοπέλες αλλά από πιο μικρός ήξερα πως ερωτικά με έλκουν οι άντρες. Εμπειρία δεν είχα καμία φυσικά. Πάντα με ένιωθα την επιθυμία να κάνω κάτι με άντρα αλλά πάντοτε δίσταζα, βλέπεται ήταν και το κλειστό περιβάλλον της επαρχίας.

Ενήλικας πλέον στα δεκαεννιά, η πρώτη επαφή έγινε με έναν συνομήλικο ξάδελφο. Όχι τίποτα ιδιαίτερο, απλά πρώτη φορά πήρα πίπα ας πούμε γιατί με το που ακούμπησα το στόμα μου στο καυλί του, εκείνο έχυσε αμέσως και μάλιστα στο στόμα μου, πράγμα που δεν είχα φανταστεί και θύμωσα πολύ με τον ξάδελφο και δεν ξανάγινε.

Η δεύτερη απόπειρα ήταν με δυο φαντάρους από τους πολλούς που υπάρχουν στο νησί. Πήρα πίπα πάλι και έγινε και ηπρώτη απόπειρα να εισχωρήσει κάτι σαρκικό πίσω μου (μέχρι τότε το μόνο που έμπαινε ήταν κανένα στιλό, κανένα δάχτυλο από μένα και αν εύρισκα, κανένα καλό αντικείμενο). Δεν ήταν πολύ επιτυχείς. Ο ένας έχυσε στο στόμα μου και ο άλλος πριν καλά - καλά μπει μέσα μου με γέμισε με τα χύσια του.

Δεν ενθουσιάστηκα, δεν ήταν αυτό που περίμενα, εκτός από το ότι όταν με έχυσε αυτός από πίσω, με σκούπιζε με τον πούτσο του και μου άστραψε ένα χαστούκι στα κωλομάγουλα, ένα από τα αριστερά και ένα από τα δεξιά, λέγοντας στον φίλο του:

-    «Ωραίο κωλάκι βρήκαμε να ξεχαρμανιάζουμε!»

Αυτό το τσούξιμο που ένιωσα πίσω μου, καθώς και ο τρόπος που είπε «κωλάκι για να ξεχαρμανιάζουμε», σχεδόν αυτόματα μου σηκώθηκε και αναστέναξα. Η επόμενη λέξη: «Σ’ άρεσε ρε παλιοπουστάκι;», και η τρίτη σφαλιάρα που φάγανε τα κωλομάγουλα μου, με έκαναν να αρχίζω να χύνω χωρίς καν να ακουμπήσω τον πούτσο μου.

Τρελάθηκα από καύλα. Εκείνοι ντύνονταν, ανέβαζαν τα παντελόνια κι εγώ έμεινα ακίνητος με τον κώλο τουρλωμένο, περιμένοντας να απλώσει το χέρι κανένας από του δύο και να μου το κατεβάσει στα κωλομάγουλα, αλλά τίποτα… Ντύθηκαν και γέλασαν μαζί μου.

-    «Δες ρε συ το πουστάκι! Αχόρταγο είναι. Ακόμα στημένο κάθεται. Περίμενε έτσι… θα σου στείλουμε κανένα φιλαράκι να ξεχαρμανιάσει!», είπαν και έφυγαν.

Περίμενα έτσι πάνω από ώρα, στημένος, τουρλωμένος και απίστευτα καυλωμένος. Μάταια όμως… κανείς δεν ήρθε. Έπαιξα το πουλί μου, έχυσα και έφυγα.

Μετά από τρεις - τέσσερις μέρες, έστειλα μήνυμα στο κινητό του ενός να ξαναβρεθούμε. Με πήρε τηλέφωνο αμέσως και με αγριεμένη φωνή είπε:

-    «Ρε παλιοπούστρα, μην ξαναστείλεις μήνυμα ή πάρεις τηλέφωνο ξανά. Εγώ θα τηλεφωνώ όποτε γουστάρω να πηδήξω. Κατάλαβες;»

-    «Εντάξει…», λέω.

-    «Όχι μαλακισμένο! Κατάλαβα θα λες. Εξηγηθήκαμε;»

-    «Μάλιστα…», είπα και το έκλεισα.

Αυτή η φωνή αντιλαλούσε στα αυτιά μου, με καύλωσε αφάνταστα και άρχισα να παίζω το πουλί μου να χύσω.

Αρχές Σεπτέμβρη, μετά από δέκα μέρες περίπου, κατά τις έντεκα βράδυ, ήμουν με φίλους σε ένα μαγαζί και χτυπάει το τηλέφωνο μου. Το σηκώνω και ακούω τον φαντάρο από την άλλη με μια φωνή να μου λέει:

-    «Πού είσαι ρε;»

Του λέω που είμαι και απαντάει:

-    «Σε πέντε λεπτάκια ακριβώς να είσαι σε αυτό το μέρος. Κατάλαβες;»

-    «Ναι…», είπα.

-    «Κατάλαβες ρε μαλακισμένο;», μου επαναλαμβάνει δυνατά.  

-    «Κατάλαβα…» είπα, και σαν μαγνητισμένος έφυγα να τον συναντήσω.

Με περίμενε εκεί με έναν φίλο του, όχι των πρώτο που με είχε δώσει πίπα, κάποιον άλλον.

-    «Να το ρε το πουτανάκι! Διψάει για πούτσο!», λέει στον φίλο του και γέλασε.

Μόλις πλησίασα μου λέει:

-    «Γονάτισε ρε!»

Και μόλις γονάτισα, πιάνει το κεφάλι μου και το ζουλάει πάνω στον πούτσο του, πάνω από το παντελόνι λέγοντας:

-    «Λέγε ρε! Τον θες;»

-    «Ναι…», λέω. «Πολύ!»

Ο φίλος του έβλεπε και δεν μιλούσε.

-    «Βγάλτον έξω τώρα, γλείψε καλά τα αρχίδια και πάρ’ τον στο στόμα σου! Έχει μαζέψει αρκετό χύσι για να σε ξεδιψάσει!»

Ανοίγω προσεκτικά το παντελόνι, κατεβάζω το σλιπ που φορούσε και άρχισα να γλείφω τα αρχίδια του και σιγά - σιγά και τον πούτσο του που καύλωνε και έβγαινε το κεφάλι απ’ έξω που κατευθείαν μου το έχωσε στο στόμα, πράγμα που με είχε καυλώσει κι εμένα αφάνταστα.

Ο φίλος του έβλεπε και άρχιζε να καυλώνει κι αυτός. Έπιανε τον πούτσο του πάνω από το παντελόνι. Άρχισε να μου τον χώνει, να μου τον καρφώνει μέσα στο στόμα μου, τραβώντας με τα δύο χέρια του το κεφάλι μου. Με γαμούσε κανονικά από το στόμα. Εγώ ρουφούσα και με τα χέρια μου ξεκούμπωνα το παντελόνι να βγάλω έξω τον πούτσο μου να τον παίξω, δεν άντεχα. Ένα γέλιο από τον φίλο του τον έκανε να ρωτήσει:

-    «Γιατί γελάς ρε μαλάκα; Κάτσε, χύνω και έρχεται η σειρά σου να σε πιπώσει. Δες πόσο καλός είναι…!»

-    «Πρόσεχε ρε μαλάκα μη σε γαμήσει. Τον έβγαλε έξω το πουστάκι! Χα χα χα χα χα!!!»

Τραβιέται απότομα, με βλέπει και μου αστράφτει ένα χαστούκι στα μάγουλα που τα έχασα.

-    «Τι κάνεις ρε μαλακισμένο; Θα μας χύσεις; Θα μας λερώσεις ρε! Ανέβασε ρε το παντελόνι αμέσως!», τσίριξε.

Τα έχασα. Ανεβάζω αμέσως το παντελόνι και μου τον χώνει στο στόμα πάλι και σχεδόν αμέσως αισθάνθηκα να χύνει μέσα στο στόμα μου, λέγοντας:

-    «Μη χάσεις ούτε σταγόνα παλιοπούστρα!»

Τα κατάπια όλα. Τον έβγαλε από το στόμα μου, τον σκούπισε πάνω στα μάγουλα μου και φώναξε τον φίλο του:

-    «Δικός σου ρε!»

Έρχεται εκείνος τώρα μπροστά μου, τον βγάζει έξω και αρχίζω να τον γλείφω. Δεν χρειάστηκε πολύ… Πιάνει το κεφάλι μου, το σπρώχνει προς τα πίσω, λέγοντας μου:

-    «Άνοιξε το στόμα ρε!»

Ανοίγω το στόμα μου και άρχισε να χύνει… τα πιο πολλά στην μούρη μου. Αισθανόμουν να χύνω κι εγώ μέσα από το παντελόνι και αναστέναζα… Ανέβασε κι αυτός το παντελόνι και ακούω τον φίλο του να λέει:

-    «Είδες ρε μαλάκα που σου το έλεγα ότι θα χύσεις καλά;», και γέλασε. «Δες μια μούρη που του έκανες!»

Εγώ γονατιστός άκουγα και περίμενα τη συνέχεια η οποία δεν ήρθε ποτέ...

-    «Πουστάκι ξεδίψασες; Τόσο μερών χύσι θα κάνεις πολύ καιρό να ξαναδείς! Φεύγουμε με μετάθεση σε τρεις μέρες. Αν προλάβουμε θα σου ρίξουμε κανένα ακόμα…», και έφυγαν.

Αυτές ήταν οι εμπειρίες μου. Μπήκε ο Οκτώβριος, έμεινα σχεδόν μόνος στο νησί και αποφάσισα να ξαναδώσω εξετάσεις και παράλληλα έψαχνα να βρω μια δουλειά σε καμιά καφετέρια, όπου να ‘ναι γενικά.

Κάπου μέσα Οκτωβρίου, ήμουν σε μια καφετέρια που είχε ίντερνετ και αν και σχεδόν αρχάριος, αλλά και με φόβο μη με δει κανένας, ανακάλυψα το xstream και άρχισα να μπαίνω στο chat. Βρίσκω κάποιους gay και μιλούσα με ορισμένα άτομα, αν και μου το κλείνανε σχεδόν αμέσως. Μόλις με ρωτούσαν από που είμαι και έλεγα νησί, μου το έκλειναν, εκτός από έναν που ήταν κι αυτός κλεισμένος και περιορισμένος σε κλειστή κοινωνία.

Πιάσαμε κουβέντα αρκετή. Του είπα για τις εμπειρίες μου, για το πως νιώθω και διάφορα άλλα. Μου ζήτησε τηλέφωνο να μιλήσουμε…

Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος, η εισαγωγή, και θα σας συνεχίσω με το δεύτερο μέρος, για να καταλήξω πάλι στον πρόλογο μου…

(Copyright protected OW ref: 9084)