Για πάρτη του ψωλαρά μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο ήρωας της ιστορίας, προσπαθώντας να συνέλθει μετά το διπλό γαμήσι που είχε φάει και να καταπραΰνει τον πόνο του ξεσκισμένου κώλου του, δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί τι του επιφύλασσε στη συνέχεια ο  ψωλαράς γαμιάς του…  Ώσπου στο δωμάτιο εμφανίζεται ένας Ρώσος σερβιτόρος, πολύ βίαιος... Για τον ήρωα μας έρχεται ένα ακόμη πιο δυνατό ξέσκισμα με χαστούκια, τρελές πίπες, ατελείωτα χύσια και πολύ ξύλο. Πόσο ξεκώλιασμα ακόμα επιφυλάσσουν αυτές οι διακοπές στη Θάσο…;

Η ιστορία:

Ήμουν στο μπάνιο και πλενόμουν. Άγγιξα την τρυπούλα μου, πλέον, μετά το διπλό γαμήσι που έφαγα από το Δημητράκη και την παρέα του (διαβάστε την ιστορία «Ελεύθερη κατασκήνωση») έχασκε ορθάνοιχτη.

Ευτυχώς μετά το μπάνιο στη θάλασσα το νερό του ντους έτρεχε καταπραϋντικά και παρόλο τον πόνο όταν με γαμούσαν, τώρα το μόνο που μου θύμιζε τι γαμήσι είχα φάει πριν δύο ώρες ήταν μόνο η ορθάνοιχτη κωλάρα μου. Όμως με το Δημητράκη είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς…

Βγήκα απ’ το μπάνιο, πήρα ένα παγάκι από το ψυγειάκι του δωματίου, ξάπλωσα μπρούμυτα και το άφησα στην τρύπα μου. Το κρύο βοήθησε να συνέλθει λίγο από το σκίσιμο και να σφίξει. Είχα ακόμη το παγάκι στον κώλο μου όταν τον πήρα τηλέφωνο και του είπα ότι τον περιμένω να έρθει… για να του κάνω το τραπέζι. Είπε ότι θα έλεγε μια δικαιολογία στους άλλους και σε καμιά ώρα θα ερχόταν.

Ντύθηκα και ετοιμάστηκα, κατέβηκα στο σαλόνι του ξενοδοχείου να τον περιμένω. Μια σουβλιά στον κώλο, όταν πήγα να κάτσω, μου θύμισε το σκίσιμο που είχα φάει. Σε λίγο φάνηκε ο Δημήτρης, είχε έρθει με τη μηχανή του, πήγαμε στο εστιατόριο και φάγαμε. Τώρα ήταν περίεργα τρυφερός και ευγενικός μαζί μου, μήπως τον είχα αδικήσει, στην τελική ήταν μόνο δεκαοκτώ χρονών, και τ’ αγόρια σ’ αυτήν την ηλικία συνήθως σκέφτονται μόνο με το κάτω κεφάλι…

Πρότεινα να ανεβούμε στο δωμάτιό μου και να τελειώσουμε το κρασί μας στη βεράντα. Όταν έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου ζήτησε να κάνει πρώτα ένα μπάνιο και μετά συνεχίζουμε… συμφώνησα. Το κάθαρμα… με το που είπα εντάξει άρχισε να γδύνεται μπροστά μου για να μπει στο μπάνιο.

Τα πέταξε όλα αφήνοντάς με κάγκελο για άλλη μια φορά με το κορμί του… και το καυλί του, αν και με είχε χύσει δύο φορές φαινόταν ντούρο και έτοιμο για δράση. Μπήκε στο ντους και άρχισε να πλένεται χωρίς καν να κλείσει την πόρτα, έπρεπε να τον πειράξω λίγο. Μισόκλεισα την πόρτα και μάζεψα από το πάτωμα τα ρούχα του, τα έκρυψα κάτω από το στρώμα, έτσι για να τον φέρω λίγο στη θέση μου.

Ενώ είχα καθίσει στο μπαλκόνι και τον περίμενα να βγει. Αυτός με φώναξε στο μπάνιο. Όταν μπήκα μέσα ξαφνικά με άρπαξε και με τράβηξε μέσα στη ντουζιέρα, όπως ήμουν με τα ρούχα. Όπως το νερό έπεφτε πάνω μας με στρίμωξε στη γωνία και με αγκάλιασε.

- «Πριν, που πήγες να με αγκαλιάσεις κι εγώ τραβήχτηκα… συγνώμη, αλλά αν σε αγκάλιαζα κι εγώ, οι κολλητοί μου… καταλαβαίνεις…»

Και λέγοντας αυτά άρχισε να με φιλά με πάθος στο λαιμό και στο στόμα. Τον αγκάλιασα ανταποδίδοντάς του τα φιλιά. Όπως ήμασταν μέσα στην ντουζιέρα με έγδυσε φιλώντας με στο στήθος και δαγκώνοντας τις ρώγες μου. Αφού έμεινα τελείως γυμνός με έσπρωξε προς τα κάτω, για να προσφέρω το στόμα μου στην πούτσα του. Όπως ήμουν στριμωγμένος στη γωνία μου την κάρφωσε μέχρι το λαρύγγι.

Δεν μπορούσα να κάνω προς τα πίσω… με είχε αρπάξει απ’ τα μαλλιά και άρχισε να μπαινοβγαίνει. Άνοιξα όσο μπορούσα το στόμα μου για να μπορεί να το γλεντήσει ο άλλος όσο ήθελε. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε, με κοίταξε και χαμογέλασε.

- «Πουστράκο, σε θέλω τώρα!»

Με σήκωσε και με πήγε μέσα στο δωμάτιο. Μ’ έριξε πάνω στο κρεβάτι και ήρθε πάνω μου. Με το χέρι μου έπιασα το καυλί του.. ήταν έτοιμο να εκραγεί.

- «Πώς είναι το κωλαράκι σου από το πρωινό;»

- «Έτοιμο για πάρτη σου ψωλαρά μου…»

Σαν να περίμενε την πρόσκλησή μου, μου σήκωσε τα πόδια και τα πέρασε στη μέση του. Το στόμα του ενώθηκε με το δικό μου, βυθίζοντάς τη γλώσσα του στο λαιμό μου. Έτσι όπως ήμασταν ένιωσα το καυλί του στην τρύπα μου. Με μια κίνηση μου το κάρφωσε όλο με τη μία βαθιά μέσα. Μμμμ… ήθελα να βογκήξω, όμως όπως με φιλούσε δεν έβγαινε φωνή από το στόμα μου. Όταν πια ήταν όλος μέσα, άφησε το στόμα μου…

- «Στον ανοίξαμε καλά βλέπω… σαν πηγάδι είναι η κωλάρα σου!»

Τρελαμένος από καύλα τον έσφιξα πάνω μου, γυρεύοντας τα χείλη του…

- «Σε παρακαλώ, μη σταματάς… Σκίσε με!»

Δεν ήθελε και πολλά παρακάλια… άρχισε να μπαινοβγαίνει αργά μέσα μου, ενώ ταυτόχρονα με φιλούσε στο στόμα και στο λαιμό. Όσο βίαιο πήδημα μου είχε κάνει το πρωί, τόσο τρυφερός εραστής είχε γίνει τώρα. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν απόλυτος κυρίαρχος πάνω μου. Με φιλούσε και με δάγκωνε, ενώ το καυλί του καρφωνόταν βαθιά στον πάτο μου.

Μείναμε έτσι ενωμένοι για ώρα. Ένιωθα τα αρχίδια του να γίνονται όλο και πιο βαριά και την ανάσα του κοφτή. Σε λίγο θα έχυνε… Έσκυψε και μου ψιθύρισε:

- «Μου αρέσουν τα πειράματα…»

Τον κοίταξα με απορία.. σηκώθηκε και με γύρισε στο πλάι, έτσι ξανακαρφώθηκε μέσα μου. Έπεσε όλος πάνω μου και άρχισε να με γαμάει με λύσσα. Ήμουν ένα απλό όργανο στα χέρια του ή μάλλον της πούτσας του. Για λίγα λεπτά χτυπιόταν σαν τρελός. Ένιωθα τον κώλο μου να παίρνει φωτιά από την ταχύτητα, όταν ξαφνικά άρχισε να χύνει…

- «Πάρ’ τα πούστη! Τρίδυμα θα κάνεις σήμερα…»

Έπεσε πάνω μου εξαντλημένος και λαχανιασμένος. Το καυλί του, ακόμα μέσα μου συνέχισε να πετάει ριπές καυτού σπέρματος. Πήγα να μιλήσω, αλλά μου έκλεισε το στόμα με το χέρι του.

- «Σήμερα δεν χρειάζεται να μιλάς, μόνο να με καυλώνεις».

Βγήκε και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, κάνοντάς μου νόημα να αναλάβω δουλειά.

- «Ο Μήτσος περιμένει να τον φροντίσεις…», μου είπε με νόημα.

Γύρισα και άρχισα να τον γλείφω και να τον καθαρίζω από τα χύσια.

- «Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο αδελφός μου έκανε έτσι για πάρτη σου… είσαι μεγάλη γαμιόλα!»

- «Τώρα γι’ αυτόν θα μιλάμε μανάρι μου; Καιρό είχα να φάω τέτοιο γαμήσι…»

- «Σου άρεσε; Δείξε μου πόσο…»

Πήγα να την παίξω για πάρτη του, όμως αυτός με σταμάτησε, δεν ήταν ακόμη ώρα να τελειώσω…

- «Τι; Έχεις ακόμη κουράγιο;»

- «Θες να δεις πόσο;», με ρώτησε με νόημα και άρχισε πάλι να με φιλάει.

Τα χέρια του άρχισαν να σκαλίζουν την τρύπα μου. Ψάχνοντας χαμηλά έπιασα το καυλί του… ήταν κιόλας μισοκαυλωμένο, αν και είχε χύσει πριν μόλις δέκα λεπτά.

- «Μη βιάζεσαι…», μου είπε. «Φέρε το μπουκάλι το κρασί να πιούμε λίγο…»

Σηκώθηκα για να πάρω το κρασί από το γραφειάκι του δωματίου, που το είχα αφήσει, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, ο λαιμός μου ήταν γεμάτος πιπιλιές και είχα και μια μεγάλη δαγκωματιά στο στήθος…

- «Μικρέ με ρήμαξες!»

- «Γιατί… δεν σου άρεσε;»

Πήρα το μπουκάλι και δύο ποτήρια και τον πλησίασα. Είχε καθίσει στην άκρη του κρεβατιού. Πήρε το μπουκάλι και το ένα ποτήρι και μου λέει:

- «Εσένα δεν σου χρειάζεται ποτήρι. Θα πίνεις από αλλού…»

Γέμισε το ποτήρι του και ήπιε λίγο… τον κοιτούσα προσπαθώντας να καταλάβω που το πάει…

- «Γονάτισε και φρόντισε να μη σου ξεφύγει σταγόνα…»

Πήρε το μπουκάλι και άρχισε να στάζει λίγο - λίγο κρασί πάνω στο καυλί του. Ξαφνικά σταμάτησε και μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι.

- «Ξύπνα μωρή! Θα πίνεις από το καυλί μου. Κατάλαβες;»

Έγνεψα καταφατικά και άρχισα να πιπιλάω το παλούκι του, πίνοντας το κρασί που έριχνε πάνω. Πρέπει να τον έγλειφα για ώρα… το μπουκάλι είχε αδειάσει, οπότε μου ζήτησε να παραγγείλω άλλο ένα, πράγμα που έκανα, συνεχίζοντας παράλληλα την πίπα. Όταν χτύπησε η πόρτα, με διέταξε να πάω και ν’ ανοίξω όπως ήμουν. Μισοζαλισμένος απ’ το κρασί και τρελαμένος απ’ την καύλα, μιας και εμένα ακόμη δεν με είχε αφήσει να χύσω, πήγα και άνοιξα όπως ήμουν.

Ο σερβιτόρος ήταν ένας ξανθός γαλανομάτης Ρώσος, γύρω στα 20-25, μόλις άνοιξα έμεινε κάγκελο. Ο άλλος από μέσα άρχισε να βρίζει:

- «Άντε μωρή παλιοπούστρα! Πάρε το κρασί μη σου χώσω στον κώλο όλο το μπουκάλι!», και άλλα τέτοια.

Εγώ δεν πολυκαταλάβαινα τι μου γινόταν… Πήρα το κρασί, τον ευχαρίστησα και γύρισα πίσω, γονάτισα μπροστά του και του έδωσα το μπουκάλι. Συνέχισε να με ποτίζει κρασί με τον πούτσο του στο στόμα, αλλά και αυτός πρέπει να είχε καυλώσει πολύ γιατί δεν κρατήθηκε και γρήγορα άφησε το μπουκάλι στην άκρη. Με έστησε στα τέσσερα και καρφώθηκε μέσα μου.

Με είχε αρπάξει και με κάρφωνε με δύναμη, λες και είχα πίσω μου ένα κομπρεσέρ. Με σφυροκοπούσε με δύναμη και λύσσα και όποτε σταματούσε για να ξελαχανιάσει, μου χαστούκιζε τα κωλομάγουλα με δύναμη.

- «Τι σου κάνω πούστρα;»

- «Με γαμάς…»

Με χτυπούσε δυνατότερα.

- «Λάθος! Ξαναπροσπάθησε…»

- «Με ξεσκίζεις!»

Νέα χτυπήματα, ακόμη δυνατότερα, που από τον πόνο άρχισα να ουρλιάζω.

- «Πάλι λάθος. Απάντησε σωστά γιατί θα σε ρημάξω!»

- «Τι θες να σου απαντήσω; Με ξεκολιάζεις, με έχεις ρημάξει. Τι άλλο να σου πω;»

- «Αυτό, το βρήκες!»

Βγήκε ολόκληρος και σφύριξε.

- Πω πω!!! Αυτή δεν είναι κωλότρυπα αλλά πηγάδι!»

Με έπιασε από τη μέση και τον έχωσε όλον μέσα με τη μία.

- «Τι σου κάνω παλιοπούστρα;»

- «Με ξεκωλιάζεις!!!»

Ξανάρχισε να με σφυροκοπά με δύναμη, ζητώντας μου να φωνάζω δυνατά τι μου κάνει. Είχε γίνει τόσο βίαιος και απότομος, όπως μου τον κάρφωνε και με χαστούκιζε, που φώναζα και ούρλιαζα με δύναμη. Πρέπει να ακουγόμουν σε όλο το ξενοδοχείο και όπως ήμουν μεθυσμένος δεν καταλάβαινα τι μου γινόταν.

Συνέχισε να με γαμάει για αρκετή ώρα. Εγώ τρελαμένος από την καύλα άρχισα να τον παίζω, και παρά τις διαταγές του να σταματήσω, συνέχισα, μέχρι που έχυσα με δύναμη. Μόλις με είδε να χύνω με γύρισε ανάσκελα και άρχισε να με χαστουκίζει με δύναμη. Προσπάθησα να προφυλαχθώ με τα χέρια, για να γίνει ακόμη βιαιότερος. Από τη μία είχα ένα καυλί να με ανοίγει στα δύο και από την άλλη με χαστούκιζε και με χτυπούσε στα χέρια.

Τελικά μου έπιασε τα χέρια και τα τράβηξε πίσω κι έπεσε όλος πάνω μου, ρουφώντας και δαγκώνοντάς με στο λαιμό και στο στήθος. Το καυλί του άρχισε να ξερνάει ριπές σπέρματος, ανακουφίζοντας το ρημαγμένο κωλαράκι μου. Ξάπλωσε πάνω μου, με το καυλί του ακόμη να συσπάται μέσα μου.

Μας πήρε έτσι ο ύπνος, όταν μετά τα μεσάνυχτα χτύπησε το κινητό του. Ήταν οι δικοί του, που τον έψαχναν γιατί είχε αργήσει και τον έψαχναν. Είπε ότι έρχεται, σηκώθηκε ντύθηκε, ενώ εγώ ήμουν ακόμη ζαλισμένος από το κρασί.

- «Πότε φεύγεις από τη Θάσο;»

- «Αύριο απόγευμα ή το πολύ μεθαύριο. Γιατί;»

- «Μην κατέβεις στις Αλυκές όπως είσαι. Θα καταλάβουν τι κάναμε όλο το απόγευμα. Αν τολμήσεις να εμφανιστείς, να σε ψηφίσω στο γαμήσι! Συνεννοηθήκαμε πούστρα;»

Έγνεψα καταφατικά, πήρε τα πράγματά του και έφυγε. Όπως ήμουν ξεθεωμένος απ’ το γαμήσι κοιμήθηκα σχεδόν αμέσως. Το τσογλανάκι με είχε ρημάξει κανονικά…

(Copyright protected OW ref: 8268)